Όταν αγαπάς τον Χριστό, παρόλες τις αδυναμίες και τη συναίσθηση που έχεις γι’ αυτές έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες τον θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού.
Τον Χριστό να τον αισθανόμαστε σαν φίλο μας. Είναι φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «Εσείς είστε φίλοι μου …;» (Ιω. 15,14).
Σαν φίλο να τον ατενίζομε και να τον πλησιάζομε. Πέφτομε; Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, με αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά του· όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει αλλά με θάρρος, που θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου.
Να του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί.
Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία.
Όταν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει και τον αγαπάμε, δεν θα αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνουμε.
Έχουμε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει.
Γέροντας Πορφύριος
http://iliaxtida.wordpress.com

Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης - Νουθεσίες περί υπακοής
Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
For man is pressed by both consciences; the one works to save him and the other to destroy him, and many times he does not know which one to listen to. He who is under obedience avoids this danger and little by little becomes experienced and skilled in discerning the evil conscience from the good conscience.
Elder Ephraim of Arizona
We must show faithfulness to the Lord during times of callousness, faintheartedness, doubts, coldness, times of sorrow, illness and various misfortunes. We must exert our willpower to strenghten faith in ourselves when, by God's allowance, it seems to be all but extinguished. He permits this in order that we may show again and again what it is we are striving for, where our choice lies.
+ Abbot Nikon of Russia

Αλλά ας ακούσωμεν και τον Γέροντα Εφραίμ πως προτρέπει και παρακινεί τα πνευματικά του παιδιά να λέγουν την ευχήν: «Παιδιά μου, παρακαλώ δια την αγάπην του Θεού, μη σταματάτε την ευχήν του Χριστού μας, ουδέ επ ελάχιστον. Τα χείλη σας συνεχώς να μουρμουρίζουν την ευχήν του Ιησού, τον καταλύτην του διαβόλου και πάσης μηχανορραφίας αυτού. Φωνάζετε αδιακόπως εις βοήθειάν σας τον Χριστόν μας, και αυτός πάραυτα σπεύδει ολοκαρδίως να μας βοηθήση.
Όπως το πυρακτωμένο σίδηρο γίνεται απλησίαστο, έτσι γίνεται και η ψυχή του έχοντος την ευχήν του Χριστού. Οι δαίμονες δεν την πλησιάζουν. Πως να την εγγίσουν; Εάν την εγγίσσουν θα καούν από το θείκον πυρ που περικλείει μέσα το θείον όνομα.
Βιάζεσθε εις την ευχήν του Ιησού μας. Αυτή θα γίνη τα πάντα. Τροφή και πόμα και ένδυμα και φως και παρηγοριά και ζωή πνευματική. Τα πάντα γίνεται εις τον κατέχοντα αυτήν. Χωρίς αυτήν το κενόν της ψυχής δεν ικανοποιείται».
(Εκ της εκδόσεως: Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, έργον Ι. Μ. Καρακάλλου Αγίου Όρους, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη)

In our modern world culture, humbleness is not something that is given a high value. More common is the encouragement to become self assertive, forceful, to act independently. Yet Scripture and the Church Fathers continually emphasize the need for humbleness for our spiritual growth.
We know God loves us and wants to protect us. He knows our problems. He is omnipotent so there is no problem that he cannot help us with, except for one. That is overcoming our lack of humbleness.
Elder Paisios says,
The difficulty God faces, and I repeat, it is the only one, is the He “cannot” help us when our soul is not humble. God “feels sad” because, while he sees His creature suffer, He “cannot” offer any help. What ever help He offers, it will harm the person because he lacks a humble mind.
This is when we are overtaken by our passions and God allows this to happen. He cannot help us because our soul is filled with pride and self-centered thoughts. In a sense, in these moments we have rejected God and instead put all our trust in our own being. We are intent on gaining whatever it is we desire.
The Elder says,
God will not give us what we are asking for, no matter how hard we try, unless we humble ourselves. If our aim is humility, then God will give us everything for free.
God desires only one thing from us: our humbleness. He does not need anything else; just humble ourselves, so He can actually make us partakers of his divine grace, which was granted to us through the mystery of Holy Baptism.... He is only asking from us to humble ourselves and respond out of gratefulness and appreciation of His love. Thus, divine grace, will make us love God and get to know Him; it will do everything for us, if we only humble ourselves and allow for it to act.
Saint Peter advises us,
Cloth yourselves, all of you, with humility toward one another, for God opposes the proud, but gives grace to the humble. Humble yourselves therefore under the mighty hand of God, that in due time he may exalt you. Cast all your anxieties on him, for he cares about you. (1 Peter 5:5-7)Source: Elder Paisios of the Holy Mountain, pp 88-89
With regard to patience the Lord says, 'You will gain possession of your souls through your patient endurance,' (Luke 21:19). He did not say 'through your fasting' or 'through your vigils'. I refer to the patience bestowed by God, which is the queen of virtues, the foundation of courageous actions. It is patience that is peace amid strife, serenity amid distress, and a steadfast base for those who acquire it. Once you have attained it with the help of Christ Jesus, no swords and spears, no attacking armies, not even the ranks of demons, the dark phalanx of hostile powers, will be able to do you any harm.
St. Gregory of Sinai
Ὁ σκύλος ὅταν ἀντιληφθῆ, ὅτι κάτι ἔρχεται νὰ κάνη κακὸ στὰ πρόβατα, φωνάζει, γαυγίζει ἔντονα, ἀπειλητικά, νιώθοντας ὅτι ἔχει κάποια εὐθύνη πάνω στὰ πρόβατα, στὸ ἀφεντικὸ ποὺ τὸν ἔχει, ποὺ τὸν ταΐζει. Εἶναι φυσικό του νὰ τὸ κάνει αὐτό. Καὶ ὅσο γαυγίζει καὶ φωνάζει, ὁ κλέφτης, ὁ λύκος, τὸ ἀγρίμι, δὲν πλησιάζει τὸ κοπάδι. Ἐὰν στὸ σκυλὶ αὐτὸ ἔρθει ὁ λογισμός, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει λύκος, δὲν κρύβεται κάποιος κλέφτης καὶ ἀρχίζει νὰ σπάζει ἡ προσοχή του, τὸ ἄγρυπνο γιὰ τὸ κοπάδι, τὸν πλησιάζει ὁ νυσταγμός, κάθεται καὶ τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Καὶ ἔτσι ἡσυχάζει ὁ τόπος, τὸ κοπάδι ἀπὸ τὰ γαυγίσματα, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν κλέφτη, ἀπὸ τὸν λύκο, ποὺ παραμονεύουν. Ὅταν, λοιπόν, σταματήσει ὁ λύκος νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ φωνάζει. Ὅταν δοῦνε τὴν περίπτωση αὐτή, σιγὰ-σιγὰ προχωροῦν, πλησιάζουν, προσβάλλουν τὸ κοπάδι καὶ ἀρχίζουν ἕνα - ἕνα νὰ ρημάζουν τὰ πρόβατα.
Ὁ ζῆλος ὁ πνευματικὸς εἶναι σὰν τὸ σκυλί. Γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία στὸν ἄνθρωπο τὸν πνευματικὸ νὰ ἀγωνιστεῖ, νὰ ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ καὶ στὴ συνέχεια νὰ φυλάξει τὴν ἀρετή. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ διεγείρεται μέσα στὸν ἄνθρωπο, γεννᾶ τὸν ζῆλο. Ὁ ζῆλος, ὅταν γεννηθεῖ, φωνάζει σὰν τὸ σκυλί. Πλέκει λογισμούς, πῶς νὰ ἀγωνιστεῖ σκέπτεται πῶς νὰ φυλαχθεῖ, πῶς νὰ φυλάξει, πῶς νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀρετή. Διεγείρεται ἡ ἀδιάλειπτη προσοχή, ἡ νῆψις, γιὰ νὰ κατορθωθεῖ ἡ ἀρετὴ τὴν ὁποία ἐπεθύμησε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς πάρουμε μιά περίπτωση, μιά ἀρετὴ ποὺ σκέπτεται, μᾶλλον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἂς πάρουμε τὴν ἀρετὴ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μελέτη, ἀπὸ τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποκτήσει, νὰ κερδίσει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὴν προσευχὴ ποὺ δὲν ἔχει σταματημό. Ἡ ἐπιθυμία γεννᾶ τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη αὐτή, τὴν ὁρμητικότητα τῆς ψυχῆς. Καὶ ἡ ἐπιθυμία, ὁ ζῆλος, ἡ θέρμη δημιουργοῦν ὁρμητικότητα, εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀρετή. Ὁ ζῆλος γεννᾶ τοὺς λογισμοὺς τῆς παραφυλακῆς καὶ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα, κατὰ τοὺς Πατέρας. Ὅτι πρέπει συνεχῶς νὰ ἐλέγχει τὴν κατάσταση, νὰ ἀγωνίζεται στὴν ἀρχή, μὲ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση μὲ τὸ στόμα νὰ λέει τὴν εὐχή. Ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τώρα νὰ μὴν σταματήσει ἡ προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴν ἀργολογήσει, νὰ μὴν σκεφτεῖ μάταια πράγματα, νὰ μὴν σκορπίζει τὸ μυαλὸ του ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ συνεχῶς τὴν προφορικὴ ἔτσι ἐργασία τῆς προσευχῆς, τὴν παρακολουθεῖ ὁ ζῆλος, ἡ προσοχή, ἡ νῆψις. Τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα νὰ μὴν σταματήσει.
Μόλις συμβεῖ κάτι, ποὺ νὰ ἐμποδίζεται ὁ ζῆλος, πάλι δίνει τοὺς λογισμοὺς τοὺς φωτισμένους, τοὺς θερμούς, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ. Μιά ἀργολογία ἤτανε, μιά σκέψις ἦρθε ἔτσι μάταιη στὸν λογισμὸ καὶ σταμάτησε τὸ στόμα νὰ λέει τὴν προσευχή. Ἀμέσως ὁ ζῆλος ξεκινάει πάλι ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνει. Μόλις δεῖς τὴν περίπτωση, νὰ τὴν ὑπερπηδήσεις, καὶ ἔτσι διατηρεῖται αὐτὴ ἡ ἐργασία τῆς προσευχῆς.
Φωτίζει τώρα ὁ ζῆλος, ἀποδιώκει κάθε κακὸ λογισμό, καὶ δέχεται τοὺς φωτεινοὺς λογισμοὺς ποὺ λένε ὅτι σὰν ἀγωνιστεῖς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο προφορικά, ὅπως μᾶς συμβουλεύουν οἱ μεγάλοι πατέρες, μετὰ ἀπὸ τὴν προφορική, θὰ φθάσουμε στὴ διανοητική, στὴν νοερὰ προσευχή. Ἡ ὄρεξη τῆς ψυχῆς νὰ φτάση στὴν νοερὰ ἐπίκληση, δίνει τόνωση, ὁρμητικότητα στὴν προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴ σταματήσει, γιατί πρόκειται νὰ φτάσουμε στὴν νοερά. Ἐὰν δὲν ἀγωνιστεῖ σωστὰ στὴν προφορική, δὲν θὰ φθάσεις στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔτσι ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τὸν ἀγῶνα συστηματικὰ καὶ κανονικά. Τὸν περιφράττει, τὸν περιβάλλει, τὸν σκεπάζει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ τὴν κακία τοῦ δαίμονος. Καὶ ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἡ ἁγία αὐτὴ ἐπιθυμία, μὲ τὴν φρούρηση τοῦ πνευματικοῦ ζήλου, προχωρεῖ στὴν ἀπόκτηση τῆς τελείας προσευχῆς.
Ὅταν ὅμως νυστάξει αὐτὸς ὁ ζῆλος, οἱ θερμοὶ λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ κρυώνουν ἀρχίζει ἡ αὐτοπεποίθησις μέσα μας, ὅτι καλὰ πᾶμε. Θὰ ἀποκτήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Λογισμοὶ μάταιοι ἔρχονται καὶ προσβάλλουν καὶ σπάζουν τὸν τόνο τοῦ ζήλου. Ἀρχίζει ὁ νυσταγμὸς τῆς ψυχῆς, καὶ πέφτει ὁ ἀγώνας. Ὑποχωρώντας ὁ ζῆλος, παύει τὸ στόμα φερ' εἰπεῖν νὰ λέει συνέχεια τὴν προσευχή. Ἀρχίζει νὰ κάνει διαλείψεις, νὰ κάνει σκαμπανεβάσματα, πλημμελῶς νὰ ἐργάζεται τὸ στόμα τὴν προσευχή. Ὁπότε τὴν κλέβει τελείως ὁ ἐχθρὸς τὴν προσευχή, καὶ κλείνουμε τὸ στόμα καὶ οἱ λογισμοὶ μέσα μας οἱ ἄσχημοι, δουλεύουνε ἄνετα. Τότε τὸ στόμα ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση ἔρχεται στὴν παρρησία καὶ ἔτσι ἐρημώνεται τὸ πνευματικὸ ποίμνιο τῆς ψυχῆς.
Καὶ γιὰ κάθε ἀρετή, ἔτσι γίνεται, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πνευματικοῦ ζήλου. Ὅσο ἡ ἐπιθυμία θὰ φρουρεῖται καὶ θὰ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν ζῆλο, ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ τῆς ἀρετῆς θὰ γίνει ἔργο, θὰ γίνει κτῆμα τῆς ψυχῆς. Καὶ πρέπει συνεχῶς νὰ πυροδοτοῦμε τὸν πνευματικὸ ζῆλο, γιὰ νὰ φρουρεῖται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λύκους καὶ ἀπὸ τοὺς νοητοὺς κλέφτες, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐρημώσουν τὴν ψυχή μας.
Ὁ διάβολος τῆς κακῆς ἐπιθυμίας στέκει ἀπέναντί μας, στέκει μπροστά μας, ἔχει ἀναμμένη, ὅπως λένε οἱ πατέρες, τὴν δάδα καὶ ζητεῖ εὐκαιρία, κατάλληλη στιγμὴ ἀμελείας καὶ ραθυμίας γιὰ νὰ μᾶς δώσει μπουρλότο, νὰ ἐμπρήσει τόν ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς ἀνάψει τὴν κακὴ ἐπιθυμία μέσα μας καὶ νὰ ἀποτεφρώσει τελείως κάθε ὑπόστασι καθαρότητος τῆς ψυχῆς.
Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο, εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Οὐκ οἴδατε ὅτι εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνοίκει (κατοικεῖ) ἐντὸς ὑμῶν; Μέσα μας κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀναγεννηθήκαμε πνευματικῶς, μὲ τὴ ἱεροπραξία αὐτή, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἦρθε μέσα στὴν καρδιὰ του βαπτισμένου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἡ χάρις αὐτή, ὅταν δὲν προσέξει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἁμαρτάνει, καταπλακώνεται, καταχώνεται βαθιὰ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ λαμπρότης αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν λάμπει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἡ λάμψις, ὁ φωτισμὸς αὐτῆς τῆς χάριτος, νὰ δώσει τὴν δυνατότητα, νὰ γνωρίση ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ μέσα του.
Ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος, κάνει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ναὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν εἶναι καθαρός, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἐπισκέπτεται, δὲν μπαίνει μέσα στὸ ναὸ αὐτό, ἀλλὰ φεύγει. Τὸν ἀφήνει ἔρημο. Καὶ γίνεται ἕνας τόπος ἄχρηστος, ἕνας τόπος βρώμικος. Ἔρχονται ὅλα τὰ δαιμόνια καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ μέσα. Ἄρα ἡ καθαρότης τοῦ ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ καθαρότης τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ.
Ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν βρίσκεται καθαρὸς στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ ἔρχεται ὅλος ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τότε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνακύπτει, ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Ἀποβάλλει ὅλη τὴν σαβούρα, ποὺ εἶχε πάνω της διὰ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ λαμπηδόνες καὶ οἱ ἀκτῖνες καὶ οἱ λάμψεις αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταυγάζουν ὅλον τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τόν κάνουν θεοειδῆ.
Λοιπὸν ὁ διάβολος, ὅπως εἴπαμε, στέκεται ἀπέναντί μας καὶ ἔχει στὸ χέρι του τήν κακὴ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας καὶ ζητᾶ εὐκαιρία νὰ πετάξει ἐπάνω μας αὐτὴ τὴν φλόγα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας, νὰ μᾶς πυρπολήσει καὶ νὰ μᾶς ἀποξενώσει τελείως ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχουμε ὑπόστασι τοῦ θείου ναοῦ. Ὁ πνευματικὸς ὅμως ζῆλος, ὅταν αὐτὸν τὸν ναὸ τὸν περιβάλλει, τὸν περιπολεῖ, τὸν περιτριγυρίζει καὶ ὑλακτεῖ καὶ φωνάζει σὰν τὸν σκυλί, τότε ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀπέναντί μας, δὲν βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ μᾶς κάψει, νὰ μᾶς ἀχρηστεύσει, νὰ μᾶς κάνει ἁμαρτωλοὺς μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἔτσι διατηρούμεθα ἐν τῷ Θεῷ.
Ὅταν ἡ ψυχή μας προσεύχεται, ὅταν ὁ νοῦς μας περπατάει στὸν Θεό, πλησιάζει τὸν Θεό, μὲ τὴν θεωρία καὶ τὴν θεία μελέτη, ὁ ναὸς θυσιάζεται μὲ τὸ ἄρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἄρωμα εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ψυχῆς ἡ πρᾶξις τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ καρπὸς τῆς προσευχῆς, ἡ εὐωδία τοῦ θυμιάματος, Καὶ ὅταν ἕνας ναὸς θυμιάζεται καὶ εὐωδιάζεται καὶ εἶναι εὐπρεπισμένος καὶ καλλωπισμένος, ὁ Θεὸς εὐχαρίστως ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐκεῖ μέσα καὶ θυσιάζεται ἐπάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἡ καρδιὰ ἀναπέμπει δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες στὸν Θεό, ποὺ κάμει αὐτὸ τὸ μυστήριο, ποὺ δέχεται αὐτὴν τὴν ἐξιλαστήριο θυσία.
Ἐὰν ὅμως ὁ ζῆλος δὲν περιφρουρήσει αὐτὸν τὸν ναό, τότε ὁ ναὸς εἶναι ἀνοχύρωτος, εἶναι ἀπροστάτευτος, εἶναι ἀφύλακτος, καὶ ἐρημώνεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἐμεῖς σὰν μοναχοί, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διδασκόμεθα συνέχεια ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες μας, πῶς πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε. Ἡ ζωή τους, τὸ παράδειγμά τους, οἱ νουθεσίες τους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μᾶς ἀνάψουν τὸν ζῆλο γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὴν ἀρετή τους, καὶ στὴν χάρι ποὺ ἀπόκτησαν ἀπὸ τὸνἀγώνα τους.
Καὶ αὐτοὶ ἦταν ἄνθρωποι, εἶχαν πάθη καὶ ἀδυναμίες, ἀλλὰ πρόσεξαν πάρα πολὺ τὸν πνευματικό τους ζῆλο. Δὲν τὸν ἄφησαν νὰ νυστάξη, νὰ κοιμηθῆ. Τὸν εἶχαν πάντα ἄγρυπνο, νηφάλιο καὶ προσεκτικὸ καὶ σιγὰ - σιγὰ ὁ ναὸς τῆς ψυχῆς των καὶ τοῦ σώματός των ἔγινε ἅγιος καὶ ὁ Θεὸς κατοίκησε μέσα τους καὶ ἔγιναν ἅγιοι.
Τώρα ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς. Ἤρθαμε ἐμεῖς στὸ στίβο τῆς πάλης. Ἤρθαμε στὴ θέσι τους. Ἤρθαμε στὴ ζωὴ ποὺ ἔζησαν αὐτοί. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ πρῶτος ἐγώ. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε, νὰ δοῦμε πῶς ἐζήλωσαν αὐτοὶ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν ζηλώσουμε καὶ ἐμεῖς. Νὰ ἔχουμε προσοχὴ σὲ ὅλα μας. Νὰ θερμαίνουμε συνεχῶς τὸν πόθο, τὸ πῶς θὰ ἁγνίσουμε ψυχοσωματικὰ τὸν ἑαυτό μας.
Ἀλλὰ σὰν ἄνθρωποι ποὺ εἴμεθα καὶ ἔχουμε τόσες ἀδυναμίες, ποὺ πολλὲς φορές μᾶς ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν προσοχή, πρέπει τὸν δικό μας ζῆλο νὰ τὸν διατηροῦμε συνέχεια. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, δίνει μεγάλη θέρμη στὸν ζῆλο! Καὶ ὅταν κανεὶς σκέπτεται, ὅτι ἴσως πεθάνει μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα, μετὰ ἀπὸ μία μέρα, ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνο, ἡ σκέψις αὐτὴ εἶναι μία θέρμανση στὸν ζῆλο, ὥστε νὰ προσέξη τὸν ἑαυτό του. Νὰ προσέξη νὰ μὴν ἁμαρτήση νὰ μὴν σκεφθῆ κακό, νὰ μὴν μιλήση ἄσχημα, νὰ μὴν πράξη κακό, γιατί ὁ θάνατος ἄμα ἔρθη, τί θὰ γίνει μετά;
Γνωρίζουμε ὅτι τὰ πάντα μας εἶναι γνωστὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν διάβολο. Ὁ πειρασμὸς τὰ γράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅλα μας τὰ ἔργα, ὅλους μας τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ λόγια στὰ κατάστιχά του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ πρόκειται νὰ φύγουμε ἢ καὶ ὅταν θὰ ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸν Θεό, τὰ εἰδικὰ τελώνεια θὰ μᾶς παρουσιάσουν ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἐμεῖς τὶς ἔχουμε λησμονήσει. Καὶ ὅταν τὶς δοῦμε καὶ εἶναι ὅλες γραμμένες καὶ νὰ μᾶς δοθῆ ἡ δυνατότητα νὰ τὶς ἐνθυμηθοῦμε, τότε, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τὸ μέγεθος, γιὰ τὸ πλῆθος, ποὺ θὰ ἔχουν γραμμένα ἐκεῖ οἱ δαίμονες.
Τότε θὰ ἔρθη τὸ μυαλὸ στὴ θέση του, τότε θὰ σκεφθοῦμε ὤριμα καὶ σωστά. Τὸ ὄφελος ποιὸ θὰ εἶναι; Νὰ μεταμεληθοῦμε βέβαια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μεταμέλεια πλέον δὲν φέρνει τὴν ὠφέλεια, δὲν φέρνει τὴν μετάνοια, δὲν ἔχει ἀξία πλέον ἡ μετάνοια ἐκείνη τὴν ὥρα, διότι τὸ πανηγύρι ἔχει λήξει, ὁ καιρὸς τῆς μετανοίας δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ δυσκολία εἶναι ἄμεση.
Ὅλα αὐτά, ὅταν τὰ ὑπενθυμίζει ὁ ζῆλος στὴν ψυχή, ἡ ψυχὴ φυλάγεται ἀπὸ τὸ κακό. Γι' αὐτὸ πρέπει ὁ ζῆλος νὰ μᾶς συνέχει καὶ νὰ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα τῆς ἀδειαλείπτου προσοχῆς. Δὲν πρέπει ἡ προσοχή μας νὰ ἀποσπᾶται. Νὰ προσέχουμε συνέχεια καὶ πρῶτος ἐγὼ διότι ἔχω μεγαλύτερη τὴν εὐθύνη καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπολογίας μου σκληρότερος ἐνώπιόν του Θεοῦ.
Ἃς προσέξουμε τώρα πατέρες μου, νὰ ἔχουμε τὸν ζῆλο μας θερμό, ἀδιάλειπτον προσεκτικὸ καὶ ἀνύστακτον. Καὶ ὅταν ἔρθη, θὰ προσέχουμε τὴν ζωή μας, ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ θὰ φυλαχθῆ, θὰ διατηρηθῆ καὶ ὁ Θεὸς θὰ κατοικῆ μέσα του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας, τὰ πάντα κατευθύνονται σωστά. Ἡ πορεία μας εἶναι πρὸς τὸ φῶς, πρὸς τὴν Οὐράνιο Πύλη. Ἡ ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ θὰ δίνη τὴν καλύτερη δροσιὰ καὶ ἀνακούφιση.
Ἃς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο, τὸν πνευματικὸ ζῆλο, καὶ ἂς ἐλπίσουμε τότε, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ συντρέξη μὲ τὴν καλὴ αὐτὴ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας, εἰς τὸ νὰ βοηθήση τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη.
Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ μᾶς ἀξιώση νὰ φτάσουμε στὴν μεγάλη πατρίδα, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Οὐρανόν. Ἐκεῖ ποὺ ἔχει κάμει ὁ Θεὸς τὴν ἄνωἹερουσαλήμ, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἄκτιστον φῶς, ἐκεῖ ποὺ ὅλη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι Οὐράνιος ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ φέγγος.
Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς ποὺ φωτίζει αὐτὸν τὸν Ναό. Ἐκκλησίασμα εἶναι οἱ σωσμένες ψυχές, ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς θλίψεως τοῦ ἐδῶ ἀγῶνος, καὶ ἐκεῖ ξεκουράζονται πλέον ἀπὸ αὐτὴ τὴν θλίψη, ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀπὸ τὸν ἀγώνα, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπηλλαγμένοι πλέον ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπὸ τοὺς φόβους. Καὶ ἔτσι αὐτὸ τὸ ἐκκλησίασμα θὰ βρίσκεται σ' αὐτὸ τὸν ναό, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης- Αριζονας
Πώς θα νιώσουμε, γέροντα, την προσευχή ως ανάγκη;
- Έπρεπε να είχατε πάει στον πόλεμο για να μπορούμε να συνεννοηθούμε! Στο στρατό, εν καιρώ πολέμου,όταν ήμασταν σε συνεχή επαφή και “εν διαρκεί ακροάσει” με το Κέντρο, είχαμε περισσότερη σιγουριά.
Όταν επικοινωνούσαμε κάθε δύο ώρες, νιώθαμε μια ασφάλεια. Όταν επικοινωνούσαμε μόνο δυο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ, τότε νιώθαμε ξεκρέμαστοι.
Το ίδιο συμβαίνει και με την προσευχή. Όσο περισσότερο προσεύχεται κανείς τόσο περισσότερη πνευματική σιγουριά νιώθει. Είναι ασφάλεια η προσευχή…
απόσπασμα απ’το βιβλίο “Περί προσευχής” (6ος τόμος) του γέρ. Παϊσίου, εκδ. Ι.Η.Ιω Θεολόγου Σουρωτής Θεσ/νίκης
Γέροντας Παΐσιος
Πηγή: agioritikovima.gr

Ο Στάρετς Ζαχαρίας διηγήθηκε ένα περιστατικό, συγκινητικό για το βαθύ περιεχόμενό του, που συνέβη σε κάποιον νέο, τελείως άπειρο από ψεύδος και πονηριά και που διακρινόταν από την παιδική του ηλικία για την αγάπη του προς την αλήθεια. Εδώ φαίνεται η ψυχή ενός καθαρού και τίμιου, αλλά αγράμματου ανθρώπου με πίστη μικρού παιδιού, ακλόνητη και απλή, που είχε καρδιά και θέληση καθαρή και που αγωνιζόταν για τον Θεό, μια ψυχή που τον έκανε πράγματι λίγο μόνο παρακάτω από τους αγγέλους. Όντως είχε γίνει σοφός, ικανός να βλέπει και τα ουράνια και τα επίγεια.
Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Ρωσία, στα απόμερα βάθη της χώρας, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων από το πιο κοντινό χωριό. Εκεί ζούσε ένας χωριάτης, ορφανός, τελείως αγράμματος, εργατικός όμως. Πάντοτε εργαζόταν και δεν πέρασε ούτε στιγμή με οκνηρία. Η ψυχή του ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Σε κάθε υπόθεση πάντοτε υπήκουε στην συνείδησή του. Η συνείδησή του ήταν ευθεία, όχι όμως ασθενής, μα πραγματικά ευθεία, ευαίσθητη και αυστηρή. Με τον απλό τρόπο του δεν την κατεπάτησε ποτέ με την παρακοή και έτσι πάντοτε άκουγε την φωνή της. Εάν ένας άνθρωπος παρακούει την συνείδησή του μια φορά, δυο φορές ή και περισσότερο, τότε δεν την ακούει πια.
Ο απλοϊκός αυτός άνθρωπος τηρούσε τις νηστείες και τρεφόταν με το ελάχιστο. Ήταν πάντοτε χαρούμενος και γεμάτο ενθουσιασμό για τη ζωή. Δεν κατέκρινε κανένα ποτέ, θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από κάθε άλλον. Μια ημέρα, άκουσε από ένα προσκυνητή πως για να σωθεί κανείς πρέπει να αναλάβει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Χριστό. Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε πάει ποτέ σαν μεγάλος στην εκκλησία, αφού ήταν πολύ μακριά από το χωριουδάκι που ζούσε. Είχε βαπτισθεί σαν μωρό, μα δεν το θυμόταν καθόλου.
«Πρέπει να αναλάβεις τον σταυρό σου και να ακολουθήσεις τον Χριστό». Αυτά τα λόγια ο απλοϊκός μας άνθρωπος τα εννοούσε στην κυριολεξία.
Παρήγγειλε ένα τεράστιο ξύλινο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και να ακολουθήσει τον Χριστό. Η καθαρή ψυχή του ποθούσε τον Θεό, η καρδιά του διψούσε την σωτηρία, αλλά πώς να Τον ακολουθεί; Και πού; Σε ποιό δρόμο; Πού ήταν ο Χριστός; Να ο σταυρός, αλλά πού να τον πάει;
Ο απλοϊκός άνθρωπος άφησε όλα τα λίγα υπάρχοντά του και τη δουλειά του, σήκωσε τον σταυρό του πάνω στους ώμους του και ξεκίνησε. Βάδιζε, όπως λέει η παροιμία, ακολουθώντας τη μύτη του. Βάδιζε, βάδιζε για πάρα πολλή ώρα και επιτέλους, μέσα σ' ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα.
- «Ποιός είσαι εσύ;», ρώτησε με απορία ο πορτάρης και «πού πας με τον σταυρό σου;»
- «Να εδώ είμαι, βαστάζοντας τον σταυρό μου, αλλά δεν ξέρω πώς να φτάσω στον Χριστό, δεν θα μου δείξεις τον δρόμο;»
- «Πω, πω, βρήκαμε έναν παλαβό. Θα πάω να τα πω στον ηγούμενο».
Πήγε ο μοναχός και τα είπε στον ηγούμενο, ο οποίος έμεινε κατάπληκτος και διέταξε να του φέρουν τον απλοϊκό.
- «Μα δεν έρχεται, επιμένει να μη αφήσει τον σταυρό του και έτσι δεν μπορεί να μπει στο κελλί σας με τον σταυρό, είναι πολύ μεγάλος».
Ο ηγούμενος, λοιπόν, πήγε ο ίδιος στον απλοϊκό. Κουβέντιασε μαζί του και είδε ότι είναι ένας άνθρωπος του Θεού.
- «Λοιπόν εάν θέλεις θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις στον Χριστό. Κι εμείς σ' Αυτόν πηγαίνουμε».
- «Τότε που είναι οι σταυροί σας;», απόρησε ο ξένος, «ξέρετε, ότι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς ένα σταυρό».
- «Είναι μέσα μας. Εμείς τους βαστάμε μέσα μας», είπε ο ηγούμενος.
- «Μα πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε με έκπληξη ο ξένος.
- «Εσύ ο ίδιος θα δεις πως. Αλλά προς το παρόν θα σου δώσω την ευχή μου να μείνεις εδώ και θα έχεις ένα διακόνημα, να καθαρίζεις μέσα στην εκκλησία. Πάρε τον σταυρό σου και φέρε τον κάτω εκεί, στην εκκλησία».
Ο απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φόβο και άρχισε να καθαρίζει. Σήκωσε το κεφάλι του και πάγωσε. Εκεί ψηλά επάνω του, επάνω από το Ιερό, είχε φτιαχτεί ένας μεγάλος ξύλινος σταυρό και επάνω του εικονιζόταν, σε φυσικό μέγεθος, ο Εσταυρωμένος Κύριος. Ο απλοϊκός μας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον κοίταζε και τον ξανακοίταζε. Καρφιά ήταν βαλμένα μέσα στα χέρια και στα πόδια, απ' όπου ανέβλυζε αίμα. Στο στήθος του, επίσης, ήταν αίμα και τραύμα. Και το κεφάλι του ήταν λουσμένο στο αίμα, το δε πρόσωπό του πρησμένο και χτυπημένο. Ποιός ήταν; Ποιός ήταν αυτός; «Άνθρωπε, ποιός είσαι; Και εσύ βάσταξες τον σταυρό σου και δεν χωρίσθηκες από αυτόν; Αλλά πώς γίνεται να είσαι κρεμασμένος στον σταυρό σου;»
Αίμα έσταξε στην καρδιά του απλοϊκού. Ένοιωσε τόση αγάπη και οίκτο γι' αυτόν που έπασχε, που του φαινόταν πως θα έδιδε και την ζωή του, εάν μονάχα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τον πάσχοντα και να τον βοηθήσει.
- «Αλλά πώς μπορείς να κρέμεσαι εκεί συνέχεια χωρίς τροφή; Έλα κάτω, κατέβα από τον σταυρό σου και θα σου δώσω εγώ να φας».
Γονατιστός, ο απλοϊκός άνθρωπος ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε ...;.Προσευχήθηκε χωρίς να σταματήσει. «Κατέβα, έλα σε μένα. Δίδαξόν με πώς και πού να βαστώ τον σταυρό μου, μήπως πρέπει κι εγώ να σταυρωθώ επάνω του;».
Έτσι προσευχόταν στον Εσταυρωμένο για μερικές ημέρες και νύχτες, με όλη του την καρδιά. Και έπεσε κάτω μπροστά Του και έγινε μούσκεμα από τα δικά του τα δάκρυα. Και ο Εσταυρωμένος ακούοντας τις προσευχές, υψωμένες προς Αυτόν από τα βάθη μιας καρδιάς, κατέβηκε από τον σταυρό και δίδαξε τον απλοϊκό πώς να βαστά τον σταυρό του για να έλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί χωρίς το σταυρό του.
Ο Κύριος απεκάλυψε στον απλοϊκό το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της αγάπης της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. «Εγώ είμαι ο Υιός του Ουρανίου Πατρός και έχω λυτρώσει το ανθρώπινο γένος με τον Σταυρό μου. Κανείς δεν θα μπορέσει να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών χωρίς τον σταυρό του. Κανείς δεν θα δεχθεί την Χάριν του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του χωρίς τον σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, τα έργα της αγάπης».
Ο απλοϊκός τα άκουγε όλα και δέχθηκε το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του και ο Κύριος του απεκάλυψε πώς εντός ολίγων ημερών θα αναχωρήσει για την Βασιλεία των Ουρανών. Ο απλοϊκός μετά χαράς άρχισε να ετοιμάζεται για τον θάνατο, προσευχόμενος ακαταπαύστως και ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Επίσης απεκάλυψε στον ηγούμενο την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος έχυσε λίγα δάκρυα και τον παρεκάλεσε να πει μερικές προσευχές στον Κύριο και γι' αυτόν. Με όλη του την καθαρή καρδιά ο απλοϊκός άρχισε να μεσιτεύει προς τον Σωτήρα για τον ηγούμενο.
- «Πάρε και αυτόν στην Βασιλεία των Ουρανών, απόλυσέ τον από την πρόσκαιρη τούτη ζωή».
- «Αλλά, γιατί πρέπει να πάρω και αυτόν; Δεν είναι ακόμα έτοιμος».
- «Ω! Πάρε τον, χάριν της αγάπης που μου έδειξε, όταν μου έδωσε διπλή μερίδα ψωμί και που το μισό έφερα σε Σένα. Κάμε αγάπη σ' αυτόν, χάριν της αγάπης που έκαμε σε μένα. Πάρε τον στην Βασιλεία των Ουρανών. Ω Κύριε, Θεέ μας, είσαι ο Σωτήρ μας, που σταυρώθηκες για χάρη μας, επάκουσον της προσευχής μου. Μη τον στερήσεις της ανεκφράστου Σου Χάριτος και χαράς».
Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές του απλοϊκού και του απεκάλυψε την ώρα του θανάτου του ηγουμένου και ο απλοϊκός του είπε την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος άρχισε να ετοιμάζεται για την μετάθεσή του στην αιωνιότητα.
Στην ορισμένη ημέρα και ώρα, ο απλοϊκός εξεδήμησε προς τον Κύριο και μετά από δυο εβδομάδες, στην ορισμένη ημέρα και ώρα, εκοιμήθη και ο ηγούμενος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
«Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ»
Εκδόσεις Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
Ορμύλια Χαλκιδικής
Man today lives under such overwhelming pressure that his nerves are strained to the limit, and even the slightest provocation arouses in him the sin of anger. Causes for anger could be the child who does not listen to us, or the husband or wife who contradicts us, or the driver who cuts us off with his car, or only seems to us to cut us off, giving a motive for us to be roused to anger. Even if, through self-restraint, our anger is not outwardly expressed or is not heard by the one who provoked it, it is still a sin, because it harms our soul and our heart It is an action against one’s own self, under the temptation of the devil to be angry.
The savior warns us in severe terms concerning anger that gives birth to verbal conflicts and the use of abusive words.
I say unto you, that whosoever is angry with his brother shall be in danger of the judgment: and whosoever shall say to his brother, Raca, shall be in danger of the council: but whosoever shall say, Thou fool, shall be in danger of hell fire (Matt 5:22).
...No one thinks evil without corrupting the heart in which God should dwell…
[….]
I counsel my penitents that before they express their anger, be it in speech or gestures, be it only mentally, to utter three or five times, “Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me, a sinner.” And if they say the prayer quickly and inattentively under the oppression of anger, then they should concentrate with humility upon the word “sinner,” and their anger will abate. Many of them have succeeded inn making their life, their family relationships, their relations with other people, and even their interior life change for the better.
All the conflicts in the world have their origin in unabated anger. One is angry and wounds the other, who then responds with greater violence and strength. Once this chain is begun, it cannot be stopped except through the appeal of prayer––genuine prayer.
[...]
The Name of Jesus is sweet to utter. It casts our the demons and brings the angels back into the heart, into the mind, and you will bear yourself in meekness before others.
Fr. George Calciu (1925-2006) a great Romanian Orthodox confessor and spiritual father.
Excerpts from article “A Word on Anger” in The Orthodox Word No.261

Sunday is the day set aside to honor God and should be spent differently from all other days. It is a day we raise our minds and hearts to God with deep reverence towards Him and with profound gratitude and prayer. In the Old Testament it was the Sabbath that was such a day but in the New Testament it is Sunday, the Lord's Day.
Moses was told, "Remember the sabbath day, to keep it holy. Six days shalt thou labor, and do all thy work: But the seventh day is the sabbath for the Lord thy God: in it thou shalt not do any work" (Exodus 20:8-10). In the Old Testament the penalty for not keeping it holy was the death of the soul.
What were the reasons for this commandment from God?
a. It was hallowed by God in memory of the creation of the world. In Genesis ti says, "On the sixth day God ended His work which He had made; and He rested on the seventh day from all His work He had made. And God blessed the seventh day, and sanctified it: because in it he had rested from all His work which God created and made" (Gen 2:2-3).
b. The other reason is the remembrance of the liberation of the people of Israel from Egyptian bondage as we are instructed in Deut 5:12-15. Similarly the people of the New Testament were delivered from the bondage of sin by the death of Jesus Christ and it is prescribed also for us to consecrate the day of the Old Testament Sabbath on the day of the Resurrection, Sunday.
Metropolitan Gregory of St. Petersburg puts it this way: "The Lord has granted us six days of every week to carry out our business necessary for our earthly life, but the seventh day–only ne day–He appointed for rest under pain of eternal death for violating it..."
Saint John Chrysostom says: "It was the Lord's good will to prescribe that we dedicate one day in the weekly cycle to spiritual matters."
In the book of Acts we see that original Christians gathered on Sunday for the breaking of bread and listened to His teachings (Acts 20:7).
There are several obligation that Sunday imposes on us.
1. We should set aside all the business we need to engage in during the six days of the week to support ourselves.
2. We should turn away from all impious acts that distract our souls from the remembrance of the Lord God, reverence towards Him, gratitude and a prayerful disposition of soul towards Him. This includes all unedifying reading, conversations and games where our soul might lose remembrance of God and potentially be carried away by delights and sin.
3. We are to attend the Divine Liturgy. This service is the ultimate remembrance of God's various blessings. In our attendance we reverence God, give Him thanks, and seek through our prayers that His blessings will continue to be given to us. We join in communion with Him as we partake of His body and Blood.
4. We should reflect on all of God's creation and His All-Powerful nature, His Wisdom, Goodness and unconditional Love for us. We should experience the wonder and awe of His creation in the natural environment. We should reflect on His life and the path He laid out for us through His death and Resurrection.
Metropolitan Gregory says. "You who love God: follow the path unto which the Lord has directed you and fear nothing...only try to please the Lord God, and then, remembering the words of the Holy Apostle, "If God be for us, who can be against us?" (Rom 8:31)... Do not be afraid, just try and avoid all occasions of sin through which our enemy always more easily lures us into his nets and ruins us."
You should contemplate His passion and death, how he suffered for us and think of what is written in the Gospel of John, "Behold how God so loved the world, that He gave His only begotten son, that whosoever believes in Him shall not perish, but have everlasting life." (John 3:16).
5. We should read the Scripture on this day just like the first members of His Church (Acts 20:7). We are all called to live a holy life in His image. "God has chosen us in Him before the foundation of the world, that we should be holy and without blame before Him." (Eph. 1:4)
6. Metropolitan Gregory reminds us: "We must examine ourselves every day in relation to our salvation, so much more should it be our obligation on Sundays... Sunday before all other days should be a day on which we make the most attentive and detailed examination of our spiritual state in relation to salvation, and make a new, firm intention to root out from ourselves everything "opposed to God and our salvation."
Reference: How to Live a Spiritual Life, pp 112-137

Να πώς πρέπει να ζητάς κάτι, από το Θεό: «Κύριε, Εσύ βλέπεις ότι χρειάζομαι το τάδε πράγμα ή ότι υποφέρω από τη δείνα συμφορά. Βοήθησέ με, όπως ξέρεις και όπως θέλεις! Γενηθήτω το θέλημα Σου ...;»,
Μ' αυτή την εσωτερική τοποθέτηση, να προσεύχεσαι πολύ. Όχι μια φορά, εστω και παρατεταμένα, ούτε για μια μέρα μόνο,αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια ...; Όλο να ικετεύεις, όλο να κραυγάζεις: «Κύριε, βοήθησέ με! Κύριε, λύτρωσέ με! Ωστόσο, ας μη γίνει ό,τι θέλω εγώ, μα ό,τι θέλεις Εσύ». Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Χριστός στη Γεθσημανή, όταν προσευχόταν στον Πατέρα Του.
Και η χήρα της ευαγγελικής παραβολής βρήκε τελικά το δίκιο της από τον άδικο εκείνο δικαστή, μόνο και μόνο επειδή δεν κουράστηκε να τον παρακαλάει για πολύ καιρό. Κάποιος σοφός είπε το λόγο τούτο: «Πρέπει να γίνεις φορτικός στο Θεό και στους άγιους Του!».
Γιατί ο Κύριος δεν εκπληρώνει πάντοτε τα αιτήματά μας;
Η προσευχή ποτέ δεν πάει χαμένη, είτε ο Θεός μας εισακούει είτε όχι. Και φυσικό είναι να μη μας εισακούει πάντα, γιατί συχνά Του ζητάμε πράγματα άχρηστα και ανώφελα. Και τότε όμως, εκτιμώντας τον κόπο της προσευχής μας, μας δίνει, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, κάτι άλλο, χρήσιμο και ωφέλιμο.
Αυτός που σας είπε, "Και τί κέρδισες ως τώρα από την προσευχή;", είναι ανόητος. Εμείς όταν προσευχόμαστε, ζητάμε από το Θεό κάτι που θεωρούμε αγαθό. Αν, όμως, στην πραγματικότητα είναι ή θα αποβεί επιζήμιο - και αυτό το ξέρει ο Παντογνώστης- τότε Εκείνος δεν εκπληρώνει το αίτημά μας.
Μη εκπληρώνοντάς το, λοιπόν, μας ευεργετεί, γιατί αλλιώς θα παθαίναμε κακό, κακό που δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
10 πρακτικές συμβουλές που θα μας βοηθήσουν να μάθουμε να συγχωρούμε τους άλλους.
1. Σκεφτείτε ότι στο κάτω-κάτω της γραφής δε ζημιωθήκατε και τόσο σοβαρά.
2. Λογαριάστε όλα τα καλά που σας έχουν γίνει ακόμα κι από το πρόσωπο που σας έβλαψε.
3. Απαριθμήστε τα ελέη και τις ευλογίες που απολαμβάνετε από μέρους του Θεού που δεν αξίζατε.
4. Ευχαριστείτε το Θεό για τη συγχώρεση που Εκείνος έχει προσφέρει σε σας.
5. Προσευχηθείτε για εκείνον που σας φέρθηκε άσχημα.
6. Αναζητήστε μια ευκαιρία να βοηθήσετε τ πρόσωπο που σας έβλαψε.
7. Προσπαθήστε να τον αιφνιδιάσετε με μια καλή πράξη ή να του δείξετε την καλή σας διάθεση.
8. Όταν θυμηθείτε την κακή ενέργεια που έγινε σε βάρος σας να την αντιπαρατάξετε με μια καλή σκέψη ή πράξη.
9. Αν το κακό που σας έγινε είναι ιδιαίτερα μεγάλο, προσπαθήστε να το ξεχάσετε σκεπτόμενοι άλλα ευχάριστα πράγματα, προτού κοιμηθείτε το βράδυ.
10. Επαναλάβετε αργά και προσεκτικά τη φράση της προσευχής του Κυρίου:«άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέτας ημών».
Πηγή:agiotokos-kappadokia.gr
What saves and makes for good children is the life of the parents in the home. The parents need to devote themselves to the love of God. They need to become saints in their relation to their children through their mildness, patience and love. They need to make a new start every day, with a fresh outlook, renewed enthusiasm and love for their children. And the joy that will come to them, the holiness that will visit them, will shower grace on their children. Generally the parents are to blame for the bad behaviour of the children. And their behaviour is not improved by reprimands, disciplining, or strictness. If the parents do not pursue a life of holiness and if they don't engage in spiritual struggle, they make great mistakes and transmit the faults they have within them. If the parents do not live a holy life and do not display love towards each other, the devil torments the parents with the reactions of the children. Love, harmony and understanding between the parents are what are required for the children. This provides a great sense of security and certainty.
The behaviour of the children is directly related to the state of the parents. When the children are hurt by the bad behaviour of the parents towards each other, they lose the strength and desire to progress in their lives. Their lives are constructed shoddily and the edifice of their soul is in constant danger of collapsing. Let me give you two examples.
Two sisters came to see me. One of them had gone through some very distressing experiences and they asked me what was the cause of these. I answered them:
'It's because of your home; it stems from your parents.' And as I looked at the girl I said:
'These are things you've inherited from your mother.'
'But,' she said,' my parents are such perfect people. They're Christians, they go to confession, they receive Holy Communion and we had a religious upbringing. Unless it is religion that is to blame...'
I said to them:
'I don't believe a word of all that you're telling me. I see one tiling only, and that is that your parents don't live with the joy of Christ.'
On hearing this, the other girl said:
'Listen, Maria, the Father's quite right. Our parents go to confession and receive Holy Communion, but did we ever have any peace at home. Our father was constantly complaining about our mother. And every day either the one refused to sit at the table or the other refused to go out somewhere together. So you see what the Father is saying is true.
'What's your father's name?' I asked her,
She told me.
'What's your mother's name?'
She told me.
'Well,' I said,' the feelings you've got inside you towards your mother are not at all good.'
You see, the moment she told me her father's name I saw his soul, and the moment she told me her mother's name, I saw her mother and I saw the way her daughter looked at her.
Another day a mother came to visit me with one of her daughters. She was very distressed and broke down in tears.
'What's the matter?' I asked.
'I'm in total despair over my older daughter. She threw her husband out the house and deceived us all with a pack of lies.'
'What kind of lies?' I inquired.
'She threw her husband out the house ages ago and she didn't tell us anything. We would ask on the phone, "How's Stelios doing?', and she would reply, "Oh, he's fine. He's just gone out to buy a newspaper." Each time she would think up some new excuse so that we wouldn't suspect anything. And this went on for two whole years. A few days ago we learned the truth from Stelios himself when we bumped into him by chance.'
So I said to her:
'The fault's your own. It's you that's to blame, you and your husband, but you most of all.'
'What do you mean!' she said indignantly. 'I loved my children to the point that I was never out of the kitchen. I had no life of my own at all. I took them to the church and I was always telling them the right thing to do. How can you say that I'm to blame?'
I turned to her other daughter who was with her and asked:
'What do you think about the matter?'
'The Father's right, Mum,' she said. 'We never ever enjoyed a single day when you weren't quarrelling with Dad.'
'Do you see then, how I'm right? It is you that are to blame. You traumatised the children. They are not to blame, but they are suffering the consequences.'
Elder Porphyrios
Wounded by Love: The Life and the Wisdom of Elder Porphyrios, trans. by John Raffan (Limni, Evia, Greece: Denise Harvey, 2005), 195-205.

Force yourself to get up early and on a set schedule. As soon as you wake up, turn your mind to God: make the Sign of the Cross, and thank Him for the night that has passed and for all His mercies towards you. Ask Him to guide all your thoughts, feelings and desires, so that everything you say or do will be pleasing to Him.
After washing yourself, get down to morning prayers. Pray kneeling, with concentration, and with reverence. Ask Him to give you faith, hope, and charity, as well as calm strength to accept all that the coming day may bring to you - its hardships and troubles. Ask Him to bless your labors. Ask for help: to accomplish some particular task that you face; to steer clear of some particular sin.
If you can, read something from the Bible, especially from the New Testament and the Psalms. Read with intent to receive some spiritual enlightenment, inclining your heart to compunction.
Try to devote at least fifteen minutes to spiritually contemplate the teachings of the Faith and the profit to your soul in what you have read.
Start every morning as if you had just decided to become a Christian and to live according to God's commandments.
As you enter upon your duties, strive to do everything towards the glory of God. Start nothing without prayer, because whatever we do without prayer later turns out to be futile or harmful. The words of the Lord are true: "Without me, you can do nothing."
If your labors are successful, give thanks to the Lord; If not accept all hardships as a penance for your sins - in the spirit of obedience and humility.
Before every meal, pray that God will bless the food and drink; and after the meal give thanks to Him and ask Him not to deprive you of spiritual blessings. In everything, avoid excess. Following the example of Christians of old, fast on Wednesdays and Fridays.
Do not be greedy. Be content having food and clothing, imitating Christ Who became impoverished for our sake.
Strive to please the Lord in everything, so that you will not be reproached by your own conscience. Remember God always sees you, and so be carefully vigilant concerning the feelings, thoughts and desires of your heart.
Never argue or make excuses. Be gentle, quiet and humble; endure everything, according to the example of Jesus. He will not burden you with a cross that exceeds your strength. He will also help you carry the Cross that you have.
Having done a good deed, do not expect gratitude, but temptation: for love towards God is tested by obstacles. Do not hope to acquire any virtues without suffering sorrows. In the midst of temptations do not despair, but address God with short prayers: "Lord, help... Teach me to... Do not leave... Protect me... " The Lord allows temptations and trials; He also gives the strength to overcome them.
Ask God to take away from you every thing that feeds your pride, even if it will be bitter. Avoid being harsh, gloomy, nagging, mistrustful, suspicious or hypocritical, and avoid rivalry. Be sincere and simple in your attitude. Humbly accept the admonitions of others, even if you are more wise and experienced.
When you feel slack, or a certain coolness, do not leave off the usual order of prayer and pious practices which you have established. Everything that you do in the name of the Lord Jesus, even the small and imperfect things, becomes an act of piety.
If you desire to find peace, commit yourself completely onto God. You will find no peace until you calm down in God, loving Him alone.
From time to time seclude yourself, following the example of Jesus, for prayer and contemplation of God. Contemplate the infinite love of our Lord Jesus Christ, His sufferings and death, His Resurrection, His Second Coming and the Last Judgment.
Visit the church as often as possible. Confess more often and receive the Holy Mysteries. Doing so you will abide in God, and this is the highest blessing. During Confession, repent and confess frankly and with contrition all your sins; for the unrepented sin leads to death.
Devote Sundays to works of charity and mercy; for example, visit someone who is sick, console someone who is in sorrow, save one who is lost. If anyone will help the lost one turn towards God he will receive a great reward in this life and in the age to come. Encourage your friends to read Christian spiritual literature and to participate in discussing spiritual matters.
Let the Lord Jesus Christ be your teacher in everything. Constantly address Him by turning your mind to Him; ask yourself: what would He do in similar circumstances?
Before you go to sleep, pray frankly and with all your heart, look searchingly at your sins during the past day. You should always compel yourself to repent with a contrite heart, with suffering and tears, lest you repeat past sins. As you go to bed, make the Sign of the Cross, kiss the cross, and entrust yourself to the Lord God, who is your Good Shepherd. Consider that perhaps this night you will have to appear before Him.
Remember the Lord's love towards you and love Him with all your heart, your soul and your mind.
Acting in this way, you will reach the blessed life in the Kingdom of Eternal Light.
The grace of our Lord Jesus Christ be with you. Amen.
Bishop Platon of Kostroma

[Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Ησυχαστοῦ, γραμμένης ἀπὸ τὰ σπήλαια τῆς Μικρᾶς ῾Αγίας ῎Αννης τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ ἔτος 1947 πρὸς Μοναχική Αδελφότητα στὸ ὁποῖο μὲ εκπληκτική χάρη καὶ τόλμη εἰσδύει στὰ βάθη καὶ πετᾶ στὰ ὕψη τῆς γνωστῆς εἰς αὐτὸν πνευματικῆς πραγματικότητος, γιὰ νὰ μᾶς μυήση στὰ «μυστήρια τοῦ Θεοῦ» καὶ μάλιστα στὸν τρόπο «συγγενείας» μας μὲ τὴν Παναγία Μητέρα μας.]
«... Ἀκούσατέ μου, λοιπόν, ἐνωτίσασθέ μου τούς λόγους, ὅτι μέλλω εἰπεῖν εἰς ὑμᾶς ὄντως φοβερόν καὶ ἀπόκρυφον καί τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ τό μέγα Μυστήριον. Οὐ φθονῶ τήν ὠφέλειαν, οὐ κρύπτω ὅ οἶδα ὡς ὁ κρύψας τό τάλαντον, οὐ δειλιῶ τάς ἀπειλὰς τῶν δαιμόνων ὅπου ὠρύονται κατ' ἐμοῦ ἐμφανίζοντος τοιαῦτα μυστήρια, ἀλλ' ἐλπίζω εἰς τάς εὐχάς σας.
Ἐλᾶτε λοιπόν πᾶσαι ὅμου κατά τάξιν καθάρατε στόματα δι’ ἀληθείας, ἁγνίσατε σώματα διά νηστείας καί ἁγιάσατε πνεύματα διά προσευχῆς- γίνετε νήπια σώματα καὶ ἡγεμονικά πνεύματα- πτεροφυήσατε καὶ ἀπό σκώληκες γίνετε πεταλοῦδες- μηδέν γήινον ἀφήσετε εἰς τόν νοῦν σας- πετάσθητε πλησίον μου, κἀγὼ ὑμῶν προπορεύομαι- μέλλει γάρ νά διέλθωμεν τόν αἰθέρα! Μή φοβῆσθε ποσῶς, κἀγὼ πολλάκις ἀνῆλθον καὶ γινώσκω τόν δρόμον. Ἀκολουθῆτε λοιπόν δορκάδες τοῦ Ἰησοῦ μοῦ κατόπιν ἡ μία τήν ἄλλην- ἀφήσατε τόν νοῦν σας ἐλεύθερον νά φαντασθῆ τά οὐράνια καί ἰδού μᾶς ἀνοίγεται ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου!...
Ἔνθεν κἀκεῖθεν οἱ Ἄγγελοι παραστέκονται, Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ- Ἑξαπτέρυγα περιΐπτανται δεξιά καὶ ἀριστερά- ἀδαμάντινα τείχη- μυρίπνοα ἄνθη χρυσοφαῆ εὐωδιάζουν τά πέριξ, ἔνθα στρουθία διάφορα μυριόχρωμα μελιρίζουν διάφορα τερερίσματα καί τόν νοῦν μας ἀπό θεωρίας εἰς θεωρίαν ἀνάγουν-τό ἔδαφος ὡσεὶ χιὼν λευκόν καί μέσον αὐτοῦ τῆς Ἀνάσσης ἡμῶν καί Πανάχραντου Μητρός τό μέγα Παλάτιον....
Τρεχάτε, λοιπόν, διότι ἐμᾶς περιμένει ἡ γλυκειά μας Μανούλα! Μή προσέχετε εἰς τούς Ἀγγέλους, διότι γέγραπται μήτε οἱ Ἄγγελοι νά μᾶς χωρίσουν ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ...
Καὶ ἰδού, ὁ καλός θυρωρός μᾶς ἀνοίγει, ὁ πυρίμορφος Ἄγγελος καὶ ἡ γλυκειά μας Μανούλα, ὡσεὶ χιὼν λευκή, ἐγείρεται καὶ μᾶς κάμνει ὑποδοχήν!...
Ὦ γλυκειά μας Μανούλα, ὦ φῶς τῆς ψυχῆς μας, ὦ ἀγάπη ἀνόθευτος, ὦ ζωή τῆς ψυχῆς μας! Μέ τό ὄνομά Σου στό στόμα νά ξεψυχίσωμε, μέ ἕνα γλυκύτατον φίλημα νά μᾶς παραλάβης καί εἰς τούς κόλπους Σου νά ὑποδεχθῆς! Ὦ μάννα, μέλι καὶ νέκταρ γλυκύτατον, ὦ εὐωδία καὶ μυρίπνοον ἄρωμα!...
Πέσατε, λοιπόν, χάμω καί ἀσπασθῆτε τήν γλυκειά μας Μανούλα -πόδας, χείρα καὶ στόμα- καὶ λάβετε εὐωδίαν ἄρρητον ἀπό Ἁγίαν Παρθένον! Μή διστάζετε, ὅτι Αὐτὴ μόνη τόν τρόπον μοί ἐδίδαξε καὶ τήν παρρησίαν καὶ ἄγαπην μοὶ ἔδειξε καὶ μοῦ ἔδωσε!...
Φράσον εἰς ἡμᾶς, γλυκειά μας Μανούλα, τό μυστήριον τῆς ἀπορρήτου οἰκονομίας Σου καί τῆς μετά Σοῦ καὶ ἡμῶν συγγενείας. Ἐσύ, Μανούλα γλυκυτάτη, ὅπου βαστάζεις διά παντός τό γλυκύτατον Βρέφος στήν ἀγκαλιά Σου -Ἐκεῖνο ὅπου βαστάζει τά πάντα διά τοῦ νεύματος, τό Μικρουλάκι δι’ ἡμᾶς ἐν χρόνῳ καὶ Ἄχρονον καὶ Παλαιόν Ἡμερῶν- εἶπε εἰς ἡμᾶς μέ τό μυρίπνοον στοματάκι Σου αὐτά, ὅπου οὐ δύνανται Ἄγγελοι παρακύψαι, τά ὁποῖα ἡμεῖς ἠξιώθημεν!...
Καὶ ἀκούσατε, ἀδελφές μου ἠγαπημένες, καὶ πάλιν: ὁπόταν τελῆται ἡ Θεία Μυσταγωγία, δίδει ἡ γλυκειά μας Μανούλα τό Βρέφος, καί θύεται δι’ ἡμᾶς καὶ ὁπόταν ἡμεῖς κοινωνοῦμεν ἀξίως διά προηγησαμένης νηστείας, διά προαιρετικῆς ἀγρυπνίας, διά κατανυκτικῆς προσευχῆς, ἐσθίομεν τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί τό Αἷμα αὐτό ποὺ ἔλαβεν ἀπό τό Πανάχραντον Αἷμα τῆς Παναγίας. Ἐπίσης, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἐσθίοντες, θηλάζομεν συνεχῶς τό γάλα τῆς Παναγίας, ὁπότε τί γίνεται εἰς ἡμᾶς; Γινόμεθα γνήσια τέκνα τῆς Παναγίας καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί κατά χάριν υἱοὶ καί τέκνα Θεοῦ. Καί ὁπόταν ἡμεῖς τόν Χριστόν περιέχομεν ἀπορρήτως εἰς τήν ψυχήν καὶ εἰς τό σῶμα, ἀνουσίως (ὄχι κατ' οὐσίαν, ἀλλὰ κατά χάριν) - ἐπειδή εἶναι σύν Πατρὶ ἀδιαίρετος - καί τόν Πατέρα συνέχομεν ὁμοῦ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα!
Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερφυεστάτη συγγένεια ὅπου ἀπό τήν Παναγία καί γλυκειά μας Μανούλα ἐλάβομεν!
Βλέπετε ὁποίας δωρεὰς μᾶς ἠξίωσε ἡ γλυκειά μας Μανούλα; Βλέπετε πόσον χρεωστοῦμεν νά ἀγαπῶμεν Αὐτήν; Δι’ αὐτό πρέπει ἀδιαλείπτως ὡς βρέφη νά προσεγγίξωμεν καί συχνά τόν θεῖον μαστόν Της νά λαμβάνωμεν νά θηλάζωμεν ὡς ἄκακα τέκνα της. Εἰς κάθε φορὰν ὅπου μέλλει νά κοινωνήσωμεν, νοερῶς νά λαμβάνωμεν τόν μαστόν νά θηλάζωμεν καί ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ὁ μικρούλης εἰς τήν ἀγκάλήν Της, ὑποχωρεῖ καί μᾶς δίδει τήν ἄδειαν- δέν ζηλοτυπεῖ εἰς τήν ἄφθονον διανομήν τῆς Μανούλας Του, ἀλλὰ χαίρεται καὶ μᾶς προσκαλεῖ: Τυλιχθῆτε ὡς βρέφη εἰς τό φόρεμα τῆς Μανούλας μας καί πληρωθῆτε ἁγνείας ἀπό θεῖον σῶμα παρθενικόν- εὐωδιάσατε ἀπ' Αὐτήν! Δέν εἶδα ἐγὼ ἄλλον τι ὅπου τόσον νά ἀρέση ἡ Παναγία ὡς τήν ἁγνείαν, καὶ ὅποιος θέλει νά ἀπόκτηση τήν πολλήν Της ἀγάπην, ἄς φροντίζη νά καθαρεύη καί διαρκῶς θά τόν περιθάλπη στούς κόλπους Της καί κάθε οὐράνιον θά τοῦ δίδη...».
Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής
2 Νοεμβρίου 1912

Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1912, από το λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, αποπλέει Μοίρα του Ελληνικού Στόλου με επικεφαλής το θρυλικό Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, και κατευθύνεται προς το Άγιο Όρος.

Η παρουσία των πολεμικών σκαφών στα ανοικτά της χερσονήσου του Άθω, γίνεται αντιληπτή από τους μοναχούς των παραθαλασσίων μοναστηριών και κελλιών και κάτω από τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων τα πλοία πλησιάζουν τις ακτές του Αγίου Όρους.
Στις 11.30 οι Μονές φέρονται σημαιοστολισμένες ενώ οι μοναχοί αλλαλάζοντας από χαρά κανονιοβολούν και τυφεκιοβολούν. Το Θωρηκτό "Γ. Αβέρωφ" ανταποδίδει με 21 χαιρετιστήριες βολές.

Στη Δάφνη αγκυροβολεί το Αντιτορπιλικό «Θύελλα» και αποβιβάζει άγημα από 40 άνδρες, οι οποίοι ανεβαίνουν και απελευθερώνουν τις Καρυές. Ο επικεφαλής αξιωματικός του αγήματος «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων» επικυρώνει την αποβατική ενέργεια και χαρακτηρίζει τον Καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και τη μικρή τουρκική δύναμη «ως αιχμαλώτους πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενεργείας». Ταυτόχρονα στη Δάφνη και στις Καρυές υψώνεται η Ελληνική Σημαία.


Το «Γ. Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» κατευθύνονται στον όρμο του Πρόβλακα, κοντα στα Νέα Ρόδα, όπου αποβιβάζουν 200 άνδρες, οι οποίοι καταλαμβάνουν την διώρυγα του Ξέρξη. Από τη στιγμή αυτή, στις 2 Νοεμβρίου 1912, μετά από 488 χρόνια υποδουλώσεως, ταπεινώσεων και πολλών περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώνεται. Στις 18.00 τα πλοία αποπλέουν για Λήμνο, εκτός του "Θύελλα" που σπεύδει προς Ικαρία.
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, εκτός της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912.
Έλληνες στρατιώτες στην απελευθέρωση του Αγίου Όρους, το 1912. Αναμνηστική φωτογραφία με μοναχούς στην Κερασιά, στην πορεία τους προς την κορυφή του Άθω (πάνω)
Στρατιώτες στα Kαυσοκαλύβια, 1912 (κάτω)
φωτογραφίες http://www.athosmemory.com

Στις 4 Νοεμβρίου 1912 η Ιερά Κοινότητα αποστέλλει ευχαριστήριο τηλεγράφημα για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος και απάντησε ως εξής:
«Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις τη 25η Νοεμβρίου 1912
Πανοσιολογιώτατοι,
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι, δι' ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες.
Αντισυγχαίρων δε επί ταίς νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.
Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος».-

φωτογραφίες ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ
Η πλειοψηφία των μοναχών, πλην των Ρώσων, πανηγυρίζει το τέλος της αλλόθρησκης οθωμανικής κατοχής και κυρίως για την αυτονόητη προοπτική ενσωμάτωσης του Αγίου Όρους στον Εθνικό Κορμό. Ωστόσο η de jure αναγνώριση της Ελληνικής κυριαρχίας στον Άθω, που αρχικά επιχειρήθηκε να αποτραπεί από άλλα ορθόδοξα κράτη, έγινε το 1919 με τη Συνθήκη του Νεϊγύ και οριστικά το 1920 με τη Συνθήκη των Σερβών.
Και ενώ όλη η Ελλάδα πανηγύριζε την απελευθέρωση της Μακεδονίας και το Άγιον Όρος τη δική του, φανερά πλέον και απροσχημάτιστα στην Ιερά Μονή Ζωγράφου «βρέθηκε» εγκατεστημένος όχι ευκαταφρόνητος σε αριθμό και οπλισμό επίλεκτος για την αποστολή, βουλγαρικός στρατός και η Μονή υπό βουλγαρική κυριαρχία και κατοχή.
Στη φωτογραφία εικονίζεται το απόσπασμα του βουλγαρικού στρατού. Στο πίσω μέρος η φωτογραφία φέρει στα βουλγαρικά την υπογραφή του αρχηγού του αποσπάσματος «Αξιωματικός Γεώργιος Δημητρίεβιτς» και τη σημείωση: «Στρατιώται από την Βουλγαρίαν εις το Άγιον Όρος εις την Μονήν Ζωγράφου, 23 Μαρτίου 1913».
Οι βούλγαροι επιδίωξαν μόνιμη εγκατάσταση στη Μονή Ζωγράφου και στο επίνειο αυτής. Παράλληλα άρχισαν να διεκδικούν μέρος της Αγιορείτικης γης για το βουλγαρικό κράτος. Ύψωσαν τη βουλγαρική σημαία στη μονή και παρέμειναν και όλο το χειμώνα και την άνοιξη του 1913. Εν τω μεταξύ το απόσπασμα προχώρησε μέχρι τις Καρυές, πρωτεύουσα του Όρους, αλλά εκεί η παρουσία Ελληνικών δυνάμεων συνετέλεσε στην επιστροφή των Βουλγάρων στη μονή Ζωγράφου χωρίς να δημιουργηθούν επεισόδια.
Το ελληνικό κράτος όμως άρχισε να ανησυχεί και να λαμβάνει μέτρα προληπτικώς καθώς οι σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων οξύνθηκαν τόσο ώστε να επίκειται η κήρυξη πολέμου μεταξύ τους, που άλλωστε συνέβη. Η δύναμη του Ελληνικού στρατού και της Χωροφυλακής, που είχε εγκατασταθεί στο Άγιον Όρος ήταν μικρή. Έτσι ύστερα από συνεννόηση του Έλληνα αστυνόμου με δύο κελιώτες μοναχούς, τους Γέρομτα Αβέρκιο και Ιωάννη Κομβολογά δημιουργήθηκε εθελοντικό σώμα στις Καρυές από 100 περίπου Έλληνες κελλιώτες και άλλους εργαζόμενους σε διάφορες μονές.

Μετά την έναρξη του Β' Βαλκανικού πολέμου και την άρνηση του βουλγαρικού στρατού να παραδοθεί σε μονάδα του Ελληνικού στόλου, ομάδα κελλιωτών και λαϊκών με επί κεφαλής τον αστυνόμο, πολιόρκησε την οχυρωμένη μονή Ζωγράφου και έριξε μερικές εκφοβιστικές βολές. Η στενή πολιορκία και η πάροδος του χρόνου ανάγκασαν το βουλγαρικό τμήμα να παραδοθεί στις 21 Ιουνίου και να μεταφερθεί αιχμάλωτο στον Πειραιά. Εν τω μεταξύ είχε αναγγελθεί η νικηφόρος προέλαση και καταδίωξη του βουλγαρικού στρατού από τον Ελληνικό στις μάχες Κιλκίς- Λαχανά. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό όπου οι Βούλγαροι εξεδιώχθησαν με μάχη.
Οι Έλληνες δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια κατά των Ζωγραφιτών μοναχών εφόσον είχαν αποχωρήσει και τα στρατεύματα από εκεί.

ΚΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ
του Παναγιώτη Μελικίδη
Το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1912. Στο σημείωμα αυτό θα αναφερθούμε σε κάποιες πτυχές, αρκετά ενδιαφέρουσες πιστεύω, που αφορούν την απελευθέρωση του Άθωνα από τον τουρκικό ζυγό, βασισμένοι κυρίως στο πόνημα του ιστορικού Α. Στιβακτάκη «Το Άγιον Όρος και η Κρήτη».
Η διαταγή για την κατάληψη του Αγίου Όρους απευθυνόταν στο Πρώτο Ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών-Τάγμα Κολοκοτρώνη- επικεφαλής του οποίου ήταν ο στρατηγός Ιωάννης Σ. Αλεξάκης. Το Τάγμα αυτό είχε ως πεδίο επιχειρήσεων την περιοχή της Χαλκιδικής και πήρε εντολή να κινηθή προς την Ιερισσό, την πύλη του Αγίου Όρους στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου του Άθω. Αποστολή των Κρητικών ήταν να αποτραπή πιθανή προσπάθεια των βουλγαρικών στρατευμάτων να καταλάβουν το Περιβόλι της Παναγίας με την πρόφαση ότι η Ι.Μ. Ζωγράφου ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας. Πράγματι η παρουσία ελληνικού στρατού στην πόλη της Ιερισσού έπαιξε αποτρεπτικό ρόλο ακόμα και στη σκέψη των Βουλγάρων να «ελευθερώσουν» πρώτοι τον Άθωνα από τους Τούρκους.
Για την επίτευξη του δεύτερου στόχου ο λόχος των Κρητών ξεκίνησε την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 1912 και στις 10, περίπου, η ώρα για να πραγματοποιήση τη δεύτερη φάση του σχεδίου που ήταν η απελευθέρωση του Όρους, χωρίς όμως να γνωρίζη ότι δυό μέρες πριν τμήματα του ελληνικού στρατού και του ναυτικού κατέλαβαν τη μοναστική πολιτεία. Αφού, λοιπόν, προχώρησαν και φτάσανε στον λεγόμενο Ισθμό του Ξέρξη, πληροφορήθηκαν ότι το Όρος καταλήφθηκε ήδη από ελληνικές δυνάμεις και δίνονταν εντολή να μην προχωρήσουν άλλο αφού δεν υπήρχε πλέον λόγος.
Η μεταφορά της διαταγής στενοχώρησε τους Κρήτες, οι οποίοι εκείνες τις ημέρες ζούσαν με την ελπίδα, την χαρά και το όραμα ότι αυτοί πρώτοι θα απελευθέρωναν το Άγιον Όρος. Έτσι συγκεντρώθηκαν οι στρατιώτες ανά ομάδες και άρχισαν να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους. Οι ζωηρότεροι, κατά τη μαρτρυρία του στρατηγού Αλεξάκη, έλεγαν: «Ίσαμε επαέ ναρθούμε, στο κατώφλι του Αγίου Όρους, και να μην πάμε παραμέσα, να ίδωμεν έστω μίαν Μονήν, ποιός Θεός το θέλει;». Μάλιστα στην αναφορά του Λόχου (6 Νοεμβρίου 1912) παρουσιάστηκαν μερικοί στρατιώτες που ζητούσαν να μεταβούν στην Αθωνική πολιτεία, αλλά ο λοχαγός τους εξήγησε ότι βάσει των διαταγών κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.
Πως όμως εξηγείται η αγάπη των Κρητικών για το Άγιον Όρος; Πέρα από την αίγλη που έχει σ' όλη την Χριστιανωσύνη, οι Αγιορείτες πατέρες συχνά έφερναν στη Κρήτη ιερά άμφια, θαυματουργές εικόνες, ιερά λείψανα κατά τη διάρκεια κυρίως των συχνών και αιματηρών κρητικών επαναστάσεων εναντίον του τουρκικού ζυγού, προκειμένου να ανυψώσουν το ηθικό των Κρητικών. Επίσης Αγιορείτες έφερναν το εργόχειρά τους για να τα πουλήσουν στο νησί. Ακόμη οι στρατιώτες του λόχου είχαν ακούσει για την ζωή αγιασμένων μοναχών του Άθω, για τα κειμήλια που φυλάσσει κάθε Μονή, για τις θαυματουργές εικόνες και για τα άγια λείψανα, όπως επίσης ξέρανε και για το μοναδικό φυσικό περιβάλλον της περιοχής αυτής.
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2011/11/134.html
Ένας εφημέριος ενός χωριού συνιστούσε στους πιστούς να λένε τους οκτώ αυτούς μακαρισμούς που συνέταξε ο ίδιος.
1. Μακάριο το σπίτι εκείνο όπου προσεύχονται, εκεί είναι η κατοικία του Κυρίου.
2. Μακάριο το σπίτι που δεν το αφήνουν για να συχνάσουν σε διεφθαρμένα ή επικίνδυνα κέντρα, εκεί μέσα θα βασιλεύει η χαρά.
3. Μακάριο το σπίτι όπου δεν εισέρχεται ούτε η βλασφημία, ούτε τα κακά αναγνώσματα, ούτε η ακράτεια, γιατί θα πληρωθεί από ευλογίες και από ειρήνη.
4. Μακάριο το σπίτι όπου ο ένας ανέχεται και εύκολα συγχωρεί τον άλλο, γιατί εκεί θα βασιλεύει η γλυκειά πνευματική γαλήνη.
5. Μακάριο το σπίτι που έχει στην πιο καλή γωνιά του την εικόνα του Χριστού και της Αγίας του Μητέρας, της Παναγίας, γιατί από αυτές ο καθένας θα αντλεί τη δύναμη για τον αγώνα της ζωής.
6. Μακάριο το σπίτι όπου καλούν εγκαίρως τον ιερέα πλησίον των ασθενών γιατί ο θάνατος θα είναι ευλογημένος.
7. Μακάριο το σπίτι όπου η κατήχησις, η ιερά Ιστορία και η ζωή των αγίων αναγινώσκονται, μελετώνται από κοινού, γιατί η πίστις θα παραμένει μέσα σ’ αυτό ζωηρή και πάντα φωτεινή.
8. Μακάριο το σπίτι, όπου τα παιδιά ακούουν και σέβονται τους γονείς και όπου βλέπουν σ’ αυτούς το παράδειγμα όλων των αρετών, γιατί θα είναι ο προθάλαμος του ουρανού.
Πηγή: http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?f=141&t=3700
(Ο Γέροντας θυμάται τα παιδικά του χρόνια).
Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι μαζί. Κάναμε πρώτα προσευχή και υστέρα αρχίζαμε να τρώμε. Αν άρχιζε κανείς να τρώει, πριν ευλογηθεί το τραπέζι, λέγαμε: «αυτός πόρνευσε».
Την έλλειψη εγκράτειας την θεωρούσαμε πορνεία.
Είναι διάλυση της οικογενείας να έρχεται ο καθένας στο σπίτι, οποία ώρα θέλει, και να τρώει μόνος του χωρίς να υπάρχει λόγος.
Εσείς γέροντα την έλλειψη της εγκράτειας στο φαγητό τη θεωρούσατε πορνεία
Όσοι από εμάς θεωρούμε την πορνεία αρετή, άλλά και τα κουσούρια τα ονομάσαμε υπέρβαση και απελευθέρωση σε τι σειρά αρετής κατατασσόμαστε;
Αν αυτό που τότε λέγατε εσείς ήταν το αποκορύφωμα της εγκράτειας, αυτό που τώρα κάποιοι λένε από εμάς είναι προφανως το αποκορύφωμα... της διαφθοράς!
Γεροντας Παϊσιος
The Holy Angels and the Saints of God are our best, kindest, truest, brethren and friends, so often helping us in circumstances in which no one on this earth can do so.
As these brothers, who load us with benefits, are invisible, whilst we, on account of our corporality, wish to have them before our eyes, we have images of them; and looking upon these images we call upon these images, we call upon them in our prayers, knowing that they have great boldness before God, to help us.
St. John of Kronstadt

Τι σημαίνει να σηκώσουμε τον σταυρό μας;
Ό Κύριος λέει ότι ό καθένας από μας πρέπει να σηκώσει τον δικό του σταυρό.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιος είναι αυτός ό σταυρός; Για τον καθένα ό σταυρός είναι διαφορετικός και αυστηρά προσωπικός, διότι για τον καθένα ό Θεός έχει ετοιμάσει τον δικό του σταυρό.
Έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ποιος είναι ό δικός μας σταυρός, να ξέρουμε ότι έχουμε σηκώσει εκείνο ακριβώς τον σταυρό πού μας προτείνει ό Θεός. Είναι πολύ επικίνδυνο να επινοούμε σταυρούς για τον εαυτό μας. Και αυτό δυστυχώς το βλέπουμε συχνά.
Για την πλειοψηφία των ανθρώπων ο Θεός έχει ετοιμάσει τον σταυρό της ζωής μέσα στον κόσμο, τον σταυρό της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής.
Αλλά πολλές φορές άνθρωπος πού αποφάσισε να αρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει στην ζωή του την οδό του Χριστού δεν πετυχαίνει τίποτα επειδή επινοεί για τον εαυτό του σταυρό πού του φαίνεται πιο σωστός. Νομίζει, παραδείγματος χάριν, ότι για να σωθεί πρέπει να γίνει μοναχός ή να πάει στην έρημο.
Αυτόν όμως το δρόμο ό Θεός τον ετοίμασε για πολύ λίγους, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σταυρό πού οι ίδιοι ούτε καν τον θεωρούν σταυρό και όταν τον σηκώνουν δεν καταλαβαίνουν ποιο βάρος έχουν στους ώμους τους.
Ποιο σταυρό έχουν οι περισσότεροι;
Έναν σταυρό απλό, όχι τέτοιο πού σήκωσαν οι άγιοι μάρτυρες και πού σήκωναν όλη τη ζωή τους οι όσιοι πατέρες στην έρημο. Εμείς έχουμε άλλο σταυρό.
Ή ζωή μας, ή ζωή όλων των ανθρώπων, είναι θλίψη και πόνος. Και όλες αυτές οι θλίψεις στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή μας είναι ο σταυρός μας.
Ό αποτυχημένος γάμος, ή ανεπιτυχής επιλογή του επαγγέλματος, δεν μας προκαλούν αυτά πόνο και θλίψη; Δεν πρέπει ό άνθρωπος πού τον βρήκαν αυτές οι συμφορές να τις υπομένει; Οι σοβαρές ασθένειες, ή περιφρόνηση, ή ατιμία, ή απώλεια της περιουσίας, ή ζήλεια των συζύγων, ή συκοφαντία και όλα γενικά τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, όλα αυτά δεν είναι ό σταυρός μας;
Ακριβώς αυτά είναι ό σταυρός μας, σταυρός για την μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτές είναι οι θλίψεις πού υποφέρουν οι άνθρωποι και όλοι μας πρέπει να τις σηκώνουμε, αν και οι περισσότεροι δεν το θέλουν. Άλλα ακόμα και οι άνθρωποι πού μισούν τον Χριστό και αρνούνται να ακολουθήσουν το δρόμο του και αυτοί ακόμα σηκώνουν το δικό τους σταυρό του πόνου.
Γεροντας Παϊσιος
You know what happens when a portrait that has been painted on a panel becomes obliterated through external stains. The artist does not throw away the panel, but the subject of the portrait has to come and sit for it again, and then the likeness is re-drawn on the same material.
Even so was it with the All-Holy Son of God. He, the Image of the Father,came and dwelt in our midst, in order that He might renew mankind after Himself, and seek out His lost sheep, even as He says in the Gospel: '' I came to seek and to save that which was lost. ''
St. Athanasius the Great
Prayer is all-powerful on account of the all-powerful God Who acts in it.
It is the sword of the Spirit, which is the Word of God. Prayer by its nature is communion and union of man with God; by its action it is the reconciliation of man with God, the mother and daughter of tears, a bridge for crossing temptations, a wall of protection from afflictions, a crushing of conflicts,boundless activity, the spring of virtues, the source of spiritual gifts, invisible progress, food of the soul, the enlightening of the mind, an axe for despair, a demonstration of hope, release from sorrow, the wealth of monks.
St. Ignatius Brianchaninov

Πέρασε κάποτε από το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα
να είχε φτάσει. Ο Θεός όμως, που ήθελε να του ταπεινώσει το λογισμό,
του φανέρωσε μια νύχτα στ' όνειρο του πως καλύτερος του ήταν ο μπαλωματής, που
είχε ένα μικρομάγαζο σ' ένα παράμερο δρόμο της Αλεξανδρείας.
Μόλις ξημέρωσε, ο Όσιος πήρε το ραβδάκι του και ξεκίνησε για την πόλι.
'Ηθελε να γνωρίσει από κοντά τον περίφημο μπαλωματή και να δεί τις αρετές του.
Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το μαγαζάκι του, μπήκε μέσα, κάθισε πλάϊ του
στον πάγκο κι άρχισε να τον ρωτά για τη ζωή του.
Ο απλοϊκός άνθρωπος, που δε του πήγαινε ο νους ποιός μπορούσε να ήταν εκείνος ο
γερο-καλόγερος που ήλθε τόσο ξαφνικά να τον εξετάσει, χωρίς να πάρει τα μάτια του
από το παπούτσι που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά-αργά με ηρεμία:
- Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωϊ σηκώνομαι,
κάνω την προσευχή μου κι αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου,
πως όλοι οι άνθρωποι σ' αυτή την πόλι, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα
σωθούν και μόνο εγώ θα καταδικαστώ για τις πολλές μου αμαρτίες.
Κι όταν το βράδυ πάω να πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.
Ο Όσιος σηκώθηκε με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε με συγκίνηση:
- Συ, αδελφέ μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα.
Εγώ γέρασα στην έρημο, ίδρωσα και κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπείνωσύνη σου.

π. Παντελεήμονος Κρούσκου
Το επαναλαμβάνω για να γίνει συνείδηση, ότι άλλο Γέροντας, άλλο πνευματικός, άλλο εξομολόγος.
Γιατί εντοπίζουμε και προσωπολατρίες και αντιεκκλησιαστική φατριαστική συμπεριφορά εκ μέρους των χριστιανών μας.
Επίσης, μπερδεύουμε το μοναχικό ήθος με το κοσμικό ήθος, πράγμα πού είναι προσβολή για το όγδοο μυστήριο, κατά αγ. Γρηγόριο Θεολόγο, του μοναχισμού. Την έννοια του υποτακτικού με το πνευματικοπαίδι και της πνευματικής πατρότητας με την ιερά εξομολόγηση.
Γέροντας είναι ο πνευματικός πατέρας των μοναχών. Οι μοναχοί έχουν Γέροντα. Ένας γέροντας σε μοναστήρι μπορεί να είναι πνευματικός και εξομολόγος κοσμικών πού επισκέπτονται γι αυτό τον λόγο το μοναστήρι, αλλά πάντα θα είναι ο πνευματικός ή ο εξομολόγος τους ή και τα δύο, αλλά όχι ο γέροντας τους. Στον Γέροντα κάνουμε υπακοή σαν μοναχοί και δείχνουμε εμπιστοσύνη σαν κοσμικοί. Υπάρχει διαφορά. Επίσης, οι αδελφότητες στον κόσμο, έχουν Πνευματικό προϊστάμενο και όχι Γέροντα, καν αυτός είναι Γέροντας για τους μοναχούς ή Γέροντας στην Εκκλησία.
Πνευματικός είναι ο άνθρωπος πού έχει χάρη από τον Θεό, να νουθετεί και να μας καθοδηγεί στην εν Χριστώ ζωή, να του εναποθέτουμε τα προβλήματα και τους πνευματικούς μας προβληματισμούς, να μας ποιμαίνει και να μας καθοδηγεί πνευματικά. Πνευματικός μπορεί να είναι ένας απλός μοναχός, ο οποίος δεν είναι εξομολόγος, ακόμα και ένας λαϊκός! Σπάνιο αλλά όχι απίθανο. Το Πνεύμα όπου θέλει πνεί. Πνευματικός ήταν ο γέροντας Παΐσιος, ο οποίος δεν ήταν ούτε ιερέας, ούτε εξομολόγος.
Εξομολόγος είναι ο ιερέας εκείνος, άγαμος ή έγγαμος, πού έχει ειδική άδεια από τον οικείο αρχιερέα, να τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης. Στον εξομολόγο πάμε, αφού έχει προηγηθεί μετάνοια και απόφαση, για να του πούμε τις αμαρτίες μας και αυτός μας διαβάζει την συγχωρητική ευχή εις άφεσιν αμαρτιών και ενίοτε, όποτε και αν χρειαστεί μας δίνει νουθεσίες και ίσως κάποιον κανόνα. Η συγχώρηση των αμαρτιών τελείται με την μετάνοια την δική μας και την συγχωρητική ευχή από χειροτονημένο ιερέα εξομολόγο και όχι με τα επιτίμια και τους κανόνες, πού είναι παιδαγωγικά μέσα στην ευχέρεια του πνευματικού εξομολόγου.
Το ιδανικό είναι ο πνευματικός μας να είναι εξομολόγος, και εξομολόγος μας να είναι ο πνευματικός μας, αλλά όχι απαραίτητο. Πνευματικός εξομολόγος ήταν λχ ο γέροντας Πορφύριος. Έχουμε έναν πνευματικό και πολλούς εξομολόγους.
Ο πνευματικός θα μας οδηγήσει στην εξομολόγηση, ο εξομολόγος θα εξομολογήσει, ο πνευματικός εξομολόγος και τα δύο.
Πηγές: iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr-isagiastriados.com