Sunday, July 7, 2013

Φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου ( Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης )


Πολλοί είναι εκείνοι που δεν προσεύχονται. Τους φαίνεται, λένε, πως δεν έλαβαν καμιά δωρεά από το Θεό όταν προσευχήθηκαν. Την προσευχή τη λογαριάζουν περιττή. Λένε ακόμα πως ο Θεός τα γνωρίζει όλα, δεν έχει ανάγκη να του θυμίσουμε εμείς τι χρειαζόμαστε. Ξεχνούν όμως ότι ο Κύριος είπε: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ, ζ’ 7). Οι προσευχές μας είναι απαραίτητες για να μας στερεώσουν στην πίστη. Και χωρίς πίστη δεν μπορούμε να σωθούμε. «Τη γαρ χάριτι εστέ σεσωσμένοι διά της πίστεως» (Εφεσ. β’ 8), είπε ο απόστολος Παύλος. Κι ο Κύριος είπε στη Χαναναία: «Ω, γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. ιε’ 28). Γι’ αυτό το λόγο ο Κύριος άφησε τη Χαναναία να προσευχηθεί επίμονα, για να ξυπνήσει μέσα της την πίστη, να τη δυναμώσει. Αυτοί που δεν προσεύχονται δεν βλέπουν κάτι που είναι πολύ απλό· πως τους λείπει η πίστη, που είναι η πιο ανεκτίμητη κληρονομιά του χριστιανού, απαραίτητη όσο κι η ίδια η ζωή. Δεν καταλαβαίνουν ότι με την απιστία τους κατηγορούν ως ψεύτη τον ίδιο το Θεό (πρβλ. Α’ Ιωάν. α’ 10), ότι έτσι γίνονται τέκνα του διαβόλου, ανάξια να δεχτούν τις δωρεές του Θεού και οδηγούνται σίγουρα στον όλεθρο.
Την ώρα της προσευχής η καρδιά μας πρέπει να φλέγεται από την επιθυμία των πνευματικών χαρισμάτων κι από αγάπη για το Θεό. Πρέπει να έχουμε ζωηρά στο νου μας το μέγα Του έλεος προς το ανθρώπινο γένος, πως ο Θεός είναι πάντα έτοιμος ν’ ακούσει με πατρική αγάπη όλες τις προσευχές μας. «Ει ουν υμείς, πονηροί όντες, οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;» (Ματθ. ζ’ 11).
Ο Θεός είναι η αιώνια Αλήθεια. Δεν ανέχεται από μας ν’ αμφιβάλλουμε στην αλήθειά Του ούτε για μια στιγμή. Ο Θεός είναι το αιώνιο έλεος, θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμοθ. β’ 4). Εμείς, τα παιδιά του Φιλεύσπλαχνου Θεού, έχουμε την υποχρέωση να επιθυμούμε μ’ όλη μας την καρδιά τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, ακόμα και των εχθρών μας. Και πρέπει να φροντίζουμε και ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτό.
Όσο ζεις, φρόντιζε να παρακολουθείς την καρδιά σου. Να την ερευνάς, να την ακούς και να ψάχνεις να βρεις τι είναι αυτό που την εμποδίζει για να ενωθεί με τον Υπερευλογημένο Κύριο. Αυτό να το λογαριάσεις σαν την επιστήμη που είναι πάνω από κάθε επιστήμη. Και με τη βοήθεια του Θεού θα διαπιστώσεις εύκολα τι σε αποξενώνει από το Θεό και τι σε προσεγγίζει και σε ενώνει μαζί Του. Εκείνο που στέκεται περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στις καρδιές μας και το Θεό, είναι το πονηρό πνεύμα. Ο διάβολος μας αποξενώνει από το Θεό με διάφορα πάθη, με τις επιθυμίες της σάρκας ή των οφθαλμών και με τη ματαιοδοξία του κόσμου.
Είναι υπέροχο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κύριος, ο δημιουργός όλης της κτίσης, ορατής και αόρατης, μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα. Στο δικό Του πάναγνο Σώμα και το δικό Του πάναγνο Αίμα. Με τον άρτο και τον οίνο ο Υιός του Θεού δεν ενσαρκώνεται ξανά. Μια φορά ενσαρκώθηκε, κι αυτή είναι αρκετή για τους αιώνες των αιώνων. Αλλά μετουσιώνεται σ’ αυτό το ίδιο το σώμα, το οποίο έλαβε κατά τη σάρκωσή Του, με τον ίδιο τρόπο που πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και έθρεψε χιλιάδες ανθρώπους.
Υπάρχουν πάρα πολλά μυστήρια στη φύση τα οποία δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου. Αν κι έχουν συγκεκριμένη μορφή, όμως υφίστανται μέσα στο μυστήριο. Το ίδιο γίνεται και με το μυστήριο του ζωοποιού σώματος και αίματος. Πώς το σώμα και το αίμα μεταμορφώνονται σε Σώμα και Αίμα του ίδιου του Κυρίου; Αυτό είναι ακατανόητο για μένα, όμως το μυστήριο υπάρχει.
Είμαι σκέτος πηλός. Ο δημιουργός μου έδωσε σάρκα και αίμα, μορφή και ψυχή. Ο Πάνσοφος και Παντοδύναμος Κύριος έχει απειράριθμα μυστήρια. Εγώ ο ίδιος είμαι ένα μυστήριο, σαν πλάσμα των χειρών Του. Για την ψυχή μου υπάρχει το Πνεύμα του Κυρίου- για την ψυχή και το σώμα μου υπάρχουν το Σώμα και το Αίμα Του.
Όπως η ψυχή φέρει το σώμα της, έτσι κι ο Θεός φέρει το σύμπαν ολόκληρο, όλους τους κόσμους, αφού ο ίδιος είναι άπειρα πιο αχανής απ’ αυτούς. Η ψυχή γεμίζει όλο το σώμα.
Το Πνεύμα του Κυρίου «πεπλήρωκε την οικουμένην» (Σοφ. Σολ. α’ 7). Μόνο που η ψυχή περιορίζεται στο σώμα, αν κι αυτό δεν είναι απόλυτο, μιας και μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε. Το Πνεύμα του Κυρίου δεν περιορίζεται από το σύμπαν, δεν εμπεριέχεται στον κόσμο, όπως η ψυχή στο σώμα.
Ο Χριστός οδηγείται στην καρδιά με την πίστη και κατοικεί εκεί με ειρήνη και χαρά. Δεν ειπώθηκε χωρίς λόγο πως ο Θεός «είναι Άγιος και αναπαύεται εν τοις αγίοις».
Δεν πρέπει να προσέχεις το κάλλος του ανθρώπινου προσώπου, αλλά την ψυχή. Δεν πρέπει ν’ ασχολείσαι με το ένδυμα του ανθρώπου (το σώμα είναι το προσωρινό ένδυμά του), αλλά με εκείνον που είναι ντυμένος μ’ αυτό. Μη θαυμάζεις τη μεγαλοπρέπεια του πύργου, αλλά δώσε προσοχή στον ένοικο που ζει εκεί, τι λογής άνθρωπος είναι. Βλέποντας διαφορετικά τον άνθρωπο, θα προσβάλλεις την εικόνα του Θεού. Θ’ απαξιώσεις το βασιλιά προσκυνώντας το δούλο, δε θα του απονείμεις ούτε την ελάχιστη τιμή που του αξίζει. Μην προσέχεις την εξωτερική ομορφιά του βιβλίου, αλλά το περιεχόμενό του. Διαφορετικά θα υποτιμήσεις το πνεύμα και θα εκθειάσεις τη σάρκα. Τα γράμματα κι η εμφάνιση του βιβλίου είναι η σάρκα· το περιεχόμενό του είναι το πνεύμα. Μη μαγεύεσαι από τους μελωδικούς ήχους ενός οργάνου ή μιας φωνής, αλλά από την επίδραση που ασκούν στην ψυχή, από τα λόγια του τραγουδιού. Να εκτιμήσεις το πνεύμα τους. Αν οι ήχοι προκαλούν στην ψυχή σου ειρήνη, σεμνότητα και αισθήματα ιερά, τότε άκουσέ τους, τάϊσε την ψυχή σου με τους ήχους αυτούς. Αν όμως διεγείρουν τα πάθη σου, τότε μην τους ακούς. Να εγκαταλείψεις τόσο τη σάρκα (τη μελωδία) όσο και το πνεύμα (τα λόγια) τέτοιας μουσικής.
Μέσα στην εγκόσμια ματαιότητα και το σκοτασμό της
σάρκας, ο εσωτερικός άνθρωπος νιώθει πιο ελεύθερος νωρίς το πρωί. Τότε δεν επηρεάζεται πολύ από τους πειρασμούς του πονηρού. Με το που ξυπνάει, αισθάνεται σαν το ψάρι που μερικές φορές πετάγεται παιχνιδιάρικα στην επιφάνεια του νερού. Την υπόλοιπη μέρα είναι σχεδόν ολόκληρη κλεισμένος σε αδιαπέραστο σκοτάδι. Τα μάτια του είναι καλυμμένα σαν με επίδεσμο, που τον αποστερεί από τη δυνατότητα να βλέπει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, φυσικών και πνευματικών. Αυτές τις πρωινές ώρες κοίταξε να τις επωφεληθείς. Είναι οι ώρες μιας καινούργιας ζωής. Μιας ζωής που ανανεώθηκε μετά από έναν πρόσκαιρο ύπνο. Οι ώρες αυτές μας προϊδεάζουν κατά ένα μέρος για την κατάσταση στην οποία θα βρεθούμε όταν αναστηθούμε αναγεννημένοι το μεγάλο και παγκόσμιο εκείνο πρωινό της ανέσπερης μέρας της ανάστασης, ή όταν θ’ απαλλαγούμε από το φθαρτό σώμα μας.
Ακόμα και την ώρα της προσευχής ο άνθρωπος κατά κανόνα δεν είναι γιός της ελευθερίας, αλλά δούλος της ανάγκης και του καθήκοντος. Πρόσεξε κάποιους ανθρώπους που συμπαθείς, ακόμα και ιερείς. Πόσοι απ’ αυτούς προσεύχονται με ανοιχτή καρδιά, με ζωντανή πίστη κι αγάπη;
Την ώρα της προσευχής μερικές φορές υπάρχουν στιγμές που κυριαρχεί πνευματική αγωνία, μαύρο σκοτάδι νεκρικό, που προέρχεται από την απιστία. Γιατί η απιστία είναι σκοτάδι. Τέτοιες στιγμές μην αφήσεις την ψυχή σου σε απόγνωση. Θυμήσου ότι αν έχεις δεχτεί το θείο φώς, αυτό εξακολουθεί να λάμπει πάντα σαν αστραπή, με όλη τη μεγαλοσύνη του, στην Εκκλησία του Χριστού, στον ουρανό και τη γη, μα και στον υλικό κόσμο, όπου «η αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης» (Ρωμ. α’ 20) είναι ορατή. Μη νομίζεις πως έχασες την αλήθεια, γιατί αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός. Όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο έχουν αιτία τους τον Κύριο, θεμελιώνονται σ’ Αυτόν. Η δική σου αδύναμη, αμαρτωλή και σκοτισμένη καρδιά είναι που εκπίπτει από την αλήθεια. Γιατί πολλές φορές δεν μπορεί ν’ αντέξει τη δύναμη που έχει το φως της αλήθειας, δεν είναι πάντα ικανή να δεχτεί την καθαρότητά του, παρά μόνο αν έχει καθαριστεί από τις αμαρτίες της.
Η αμαρτία είναι η πρώτη αιτία του πνευματικού σκότους. Κι αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις στον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν στην καρδιά σου κατοικεί το φως της πίστης, η αλήθεια του Θεού, τότε μόνο νιώθει ειρηνική, δυνατή και ζωντανή. Όταν όμως η πίστη υποχωρήσει, τότε η καρδιά σου γίνεται ανήσυχη, αδύνατη σαν ένα καλάμι που το φυσάει ο άνεμος, χωρίς ζωή. Μη δίνεις καμιά σημασία σ’ αυτό το σκότος του σατανά. Διώξε το μακριά από την καρδιά σου, κάνοντας το σημείο του ζωοποιού σταυρού!
Ακόμα κι αν όλη τη μέρα την πέρασες με πολλές ασχολίες και σκοτούρες, μη λυπηθείς τον εαυτό σου και αμελήσεις το ιερό έργο της προσευχής. Να κάνεις την προσευχή σου στο Θεό ως το τέλος με προθυμία, μ’ όλη σου την καρδιά, γιατί είναι ένα καθήκον που το οφείλεις στο Θεό. Όταν βάλεις το χέρι σου στο αλέτρι, μην κοιτάζεις πίσω (πρβλ. Λουκ. θ’ 62). Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να προσευχηθεί αδιάφορα κι απρόσεκτα κι όχι από την καρδιά σου, τότε μην κοιμηθείς προτού κλάψεις με δάκρυα μπροστά στο Θεό, ζητώντας Του να σε συγχωρήσει για την αμαρτία σου. Αυτό βέβαια δε γίνεται με όλους τους ανθρώπους, αλλά με τους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή. Γι’ αυτό να προσέχεις, να μη βάζεις τη σάρκα σου πάνω από το Θεό. Για χάρη Του να περιφρονείς τη σωματική ξεκούραση.
(Αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης, «Η εν Χριστώ ζωή μου». Αθήνα 2003, σ. 31-36)

Τα «γουρουνάκια» της Παναγίας..




Στο περιβόλι της Παναγίας μας, η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
Μια από τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί, οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της «μέθης». Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της «μέθης» τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν».
Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπήκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπήκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει «Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας.

Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Aναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τους δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν «τα γουρουνάκια»στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της «μέθης», αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως, το Άγιο Όρος να ονομάζεται «περιβόλι της Παναγίας», διότι περιέχει όλων των ειδών τα «λουλούδια», αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα «γουρουνάκια»…

Οι σύζυγοι πρέπει να αγαπούν τις συζύγους τους, ως αγαπούν τον εαυτό τους





ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ)

Στη συζυγία η αγάπη επιβάλλεται και για ένα ακόμη λόγο, ας πούμε καλύτερα από κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτός είναι η φύση της γυναίκας, που αποδεικνύεται ότι είναι γέννημα και προϊόν αγάπης (δημιουργήθηκε από την πλευρά του Αδάμ που ήταν κοντά στο μέρος της καρδιάς) και επομένως δεν ισορροπεί, όταν τη στερείται. Η ίδια πηγάζει αγάπη μέσω της μητρότητάς της και δίκαια απαιτεί να αγαπάται, αφού και η ίδια κατά φύση και θέση αγαπά.


Η ιστορία και τα πράγματα μαρτυρούν ότι αν οι σύζυγοι θέλουν να πετύχουν την αρμονία και την ομαλότητα μεταξύ τους, πρέπει να υπάρχει μόνιμα μεταξύ τους η αγάπη. Ειδικά όμως του άνδρα προς τη γυναίκα του. Αυτό ακριβώς έκανε και ο Χριστός προς την Εκκλησία του. Παρέδωσε τον εαυτό του για να την καταστήσει ένδοξη.


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αυτός ο μέγιστος ιεράρχης, προκαλεί τον άνδρα να μην κουράζεται να δείχνει στη σύζυγό του την αγάπη του και ότι όλη η θέληση και η προσπάθεια του είναι η ευτυχία της.


Αυτό, δυστυχώς, πολύ απουσιάζει σήμερα και τα αποτελέσματα είναι απελπιστικά. Η σημασία και η φύση της συζυγίας παραχαράχθηκε από την επίδραση του ευρωπαϊκού κυκεώνα, που τίποτε δε σεβάστηκε από την ανθρώπινη προσωπικότητα και τις πνευματικές και ηθικές αξίες, που οι πρόγονοί μας με αυτοθυσία κράτησαν.


Επειδή η αύξηση των ανθρώπων γίνεται με τη νόμιμη συζυγία με λύσσα ο αδίστακτος εχθρός του άνθρωπου, ο διάβολος, προσπαθεί να διαλύσει τα ήθη και να καταλύσει το δεσμό της αγάπης και της ενότητας. Το τόσο σοβαρό θέμα του γάμου δεν πρέπει να παραμεληθεί με τις παραχαράξεις του ένοχου και ανώμαλου βίου για να μην ακούσουμε και εμείς, όπως οι παλαιοί αποστάτες των ηθικών αξιών, που αποκήρυξε ο Θεός: «ου μη καταμείνει το πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις τούτοις διά το είναι αυτούς σάρκας» (Γέν. 6,3). Και επέφερε τον κατακλυσμό για να τιμωρήσει την αποστασία.


Ο σύζυγος για να πετύχει εύκολα αυτό το ρόλο -ανάλογα με τις περιστάσεις-, θα πρέπει να φέρεται στη σύζυγό του άλλοτε σαν πατέρας, άλλοτε σαν αδελφός, άλλοτε σαν φίλος και πάντοτε σαν άνδρας της. Αν το κάνει αυτό θα πετύχει την ατάραχη και αρμονική διάθεση της συζύγου, που ενώ σε πολλά σημεία είναι περισσότερο φιλότιμη και έχει αυτοθυσία, σε μερικά μικρής σημασίας συμβάντα αποθαρρύνεται και μικροψυχεί.


Δεν είναι υπερβολή ούτε προσποίηση η εκδήλωση αγάπης του συζύγου προς τη γυναίκα του, αφού μόνο στη νόμιμη συζυγία μπορεί να εκδηλωθεί η γνήσια και πραγματική αγάπη, εφ’ όσον «έσονται οι δυο εις σάρκα μίαν». Καμιά άλλη εκδήλωση τρυφερότητας και συμπάθειας δεν μπορεί να παραλληλι­σθεί με το «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» της νόμιμης συζυγίας από την οποία προέρχεται η καταβολή της ανθρώπινης ζωής. Άλλωστε και η περιγραφή του γυναικείου φύλου, που είναι και το ασθενές μέρος, απαιτεί την πρακτική του συμπλήρωση από την ανδρική αγάπη και αυτός είναι ο λόγος της ζήλειας που πλεονάζει στη γυναίκα. Ο καλύτερος τρόπος δαμασμού της γυναικείας ζήλειας είναι πρακτικά η γνήσια και έμπρακτη εκδήλωση αγάπης του συζύγου προς τη γυναίκα του.


Στη γενική διαστροφή που επικράτησε λόγω της αποστασίας από το Θεό «ανένδεκτον του μη ελθείν τα σκάνδαλα» (Λουκ. 17,1). Χρειάζεται πολλή προσοχή στη συγκράτηση του δεσμού της συζυγίας. Να μη λαμβάνονται υπ’ όψιν τα σκάνδαλα, από τα οποία πηγάζουν οι παρεξηγήσεις. Συνιστούμε, ειδικά στον άνδρα, ως την κεφαλή, να μην προδίδει την αγάπη και το σύνδεσμο με τη σύζυγό του, γιατί ο διάβολος και τα όργανά του ουδέποτε θα παύσουν να πολεμούν για να πληγώσουν τη ρίζα της ζωής.


Ένα δείγμα πραγματικής παρηγοριάς και στηριγμού, που μας συμβούλευσαν οι γέροντες σύμβουλοί μας, και των δύο φύλων, για τις δύσκολες ώρες είναι: «Μην ξεχνάτε ποτέ την πρώτη εβδομάδα του γάμου σας». Είστε οι ίδιοι όπως και τότε. Τίποτε δε σας χωρίζει.


Υπενθυμίζουμε στους άνδρες το «συνοικούντες κατά γνώσιν, ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω» (Α’ Πέτ. 3,7). Αυτό σημαίνει ότι η παρεκτροπή της συζύγου θεραπεύεται με την αγάπη και την τρυφερότητα, παρά με την επίπληξη και το θυμό. Μην κάνεις παρατήρηση στη σύζυγό σου, σε περίπτωση λάθους, ειδικά την ώρα του πειρασμού και της αιχμής. Εφάρμοσε το λόγο του Δαβίδ: «Εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον, και ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού» (Ψαλμ. 37,13). Σε άλλη ώρα, όταν είστε μόνοι σας, μακριά από τα παιδιά, εάν υπάρχουν, πάρε με τρυφερότητα τη σύζυγό σου στην αγκαλιά σου και πες της. «Αγάπη μου, δεν ξέρεις πόσο σε αγαπώ; Εγώ θέλω να είσαι μια αξιοπρεπής κυρία. Αυτό που έκανες δεν σε τιμά». Τότε μόνο δέχεται το σφάλμα και ζητά συνειδητά συγγνώμη. Αυτά είναι γεννήματα της πείρας. Εάν την ώρα του λάθους ή της ζημιάς, την ελέγξεις, θα πεισμώσει, θα ανταπαντήσει, θα μουτρώσει, θα επικαλε­σθεί προφάσεις και θα πει ψέματα! Η σύνεση προλαμβάνει, εάν χρησιμοποιηθεί το φάρμακο της αγάπης.


Από τη μικρή ερευνά μας, από όσα ακούσαμε και είδαμε, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι την περισσότερη ευθύνη για ό,τι κακό συμβαίνει στους γάμους έχουν οι άνδρες, γιατί δεν δείχνουν αγάπη στις συζύγους τους. Αγαπούν, δυστυχώς τις γυναίκες, αλλά όχι τις δικές τους. Αυτή είναι η ρίζα του κακού. Τότε φυτρώνει η ζήλεια και η υποψία -με τα γνωστά αποτελέσματα-, ιδίως όταν και οι γύρω διατείνονται ότι μάλλον κάτι συμβαίνει!


Το γραφικό «άφετε και αφεθήσεται» και το «ανεχόμενοι αλλήλων εν σπλάχνοις Ιησού Χρίστου» πρέπει να επικρατεί απαραιτήτως για να υπάρχει ομαλότητα στην οικογένεια. Πολλά λάθη και σκληρότητα έχουν οι άνδρες. Συνήθως πλεονάζει η απροσεξία και η υποχώρηση στα θέματα ηθικής, που στους καιρούς μας πέρασε τα όρια. Αν συμβεί κάτι τέτοιο στη γυναίκα, τότε ο πέλεκυς της παιδείας και εκδικήσεως πέφτει βαρύς.


Η αγάπη προς τη σύζυγο είναι ως προς τον άνδρα και δικαιοσύνη, γιατί το μόνο πρόσωπο που αχώριστα και πρακτικά θα παραμείνει στο πλευρό του είναι η σύζυγός του, αφού όλα τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του σιγά-σιγά θα εκλείψουν, ενώ στους ευσεβείς συζύγους η συζυγία συνεχίζεται και στην αιωνιότητα.




Ο νόμος της επιρροής
Υπάρχει και άλλος λόγος σοβαρότερος, που απορρέει από την έμπρακτη συζυγική αγάπη και ενότητα, σύμφωνα με το νόμο της επιρροής. Αν οι πιστοί σύζυγοι εφαρμόζουν το νόμο της αγάπης μεταξύ τους, τότε η υπερφυσική ενέργεια της αγάπης, που είναι θεία και ζωοποιός, επιδρά οργανικά από τη σύλληψη, την εγκυμοσύνη και τον τοκετό στη διάπλαση του ακέραιου και σωστού χαρακτήρα του παιδιού. Έτσι, πρακτικά και πραγματικά το παιδί αποκτά χαρακτήρα και προσωπικότητα που περιείχε η πρώτη «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Δημιουργού ανθρώπινη υπόσταση.


Αν οι σύζυγοι με προσοχή και πίστη εφαρμόζουν στη ζωή τους την εντολή της θείας αγάπης, οι καρποί είναι εμφανείς στην αρμονική και ειρηνική οικογενειακή ζωή καθώς και στο χαρακτήρα των παιδιών που θα γεννηθούν αφού δε θα είναι μόνο γεννήματα και προϊόντα της σάρκας αλλά και του πνεύματος, εφ’ όσον «το γεγεννημένον εκ του πνεύ­ματος πνεύμα έστιν» (Ιω. 3, 6).

Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Συζητήσεις στον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά

Prayer Rope οr Design Bracelet, which is it ?





Many of the Orthodox Christians piously wear at their hands a "bracelet" made of wool knots or wooden beads. Fewer however know its true significance. The first thing we should stress is that it is not a piece of jewelry but an actual prayer rope. Its purpose is not just as decoration or to show others we are Orthodox, as many believe, but to be used as an aid in accomplishing our daily prayers.



The use of the prayer ropes is ancient in itself, going back to the origins of Christian monasticism. The prayer rope, creation attributed to Saint Pachomius in the fourth century, was intended as an aid for monks that could not read to accomplish a consistent number of prayers and prostrations in their cells. The use of the rope made it possible to pray the Jesus Prayer unceasingly, whether inside the cell or out, in accordance with Saint Paul's injunction to "Pray without ceasing" (I Thessalonians 5:17).
The method of tying the prayer rope also goes back to the fathers of monasticism. Saint Anthony the Great it is said to have started by tying a leather rope with a simple knot for every time he prayed Kyrie Eleison ("Lord have Mercy"), but the Devil would come and untie the knots to throw off his count. He then devised a way--inspired by a vision he had of the Theotokos--of tying the knots so that the knots themselves would constantly make the sign of the cross. This is why prayer ropes today are still tied using knots that each contain seven little crosses being tied over and over. The Devil could not untie it because the Devil is vanquished by the Sign of the Cross.
The prayer ropes are not to be confused with worry beads used as a pass-timer or calming device. The prayer ropes are to be used only in prayer. They come in various shapes and sizes but always they have a fixed number of knots or beads. This can be 33 (for the normal "bracelets") or 40, 50, 100, 200, 300, etc. for the longer ropes.



The use of the Jesus prayer with prostrations is sanctioned by our Church, which directs that one can (in cases of need) replace the common worship services with a definite number of prostrations and the Jesus Prayer (which would be difficult to carry out without the rope). Here is a guide we find at the end of some Psalter books.


Instead of the entire Psalter: 6000 Jesus Prayers
One kathisma: 300 prayers; for each stasis: 100
Midnight Service: 600
Matins: 1500
Vespers: 600
Great Compline: 700
Small Compline: 400
An Akathist to the Blessed Theotokos: 500
All those who are zealous for their salvation are invited to this unceasing remembrance of the saving name of Jesus, both laymen and monastics, for the spirit of life in Christ is one and the same for both. Many of our spiritual elders, men of prayer, ascetics and directors in faith and piety, down to the most recent time have recommended the use of the prayer rope to laymen and at times have even given them their own prayer ropes as a blessing.
For this reason we also recommend to the lay people today to properly use the prayer ropes around their hands to pray wherever they are, at home, at work, or driving, with a simple prayer: "Lord Jesus Christ Son of God have mercy on me the sinner" or simply "Lord Jesus Christ have mercy on me".

Τα μάτια της Μοναχής




Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

῎Εκλεισαν ἁπαλά τήν πόρτα πίσω τους. Διέσχισαν τό ἥσυχο δρομάκι κι ἔστριψαν ἀριστερά γιά τόν μεγάλο δρόμο πού ἔβγαζε στήν ᾽Εκκλησία τῆς περιοχῆς τους. Δέν ἄργησαν νά φτάσουν. ῎Αναψαν τό κεράκι τους καί ἀποσύρθηκαν σέ μιά ἥσυχη καί σκοτεινή γωνιά. Σιωπηλές προσεύχονταν. ῾Η ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γιά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς δέν εἶχε ἀκόμη ξεκινήσει.



῎Ενιωθαν πολύ τυχερές πού σέ τόσο μικρή ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι τους βρισκόταν ὁ ναός καί μποροῦσαν

νά πηγαίνουν στίς θεῖες λειτουργίες, τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές. Δέν ἦταν βέβαια λίγες καί οἱ φορές πού ἐπισκέπτονταν τόν ναό γιά νά προσφέρουν τρόφιμα, ροῦχα, χρήματα γιά τούς ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους. Οἱ ἐλεημοσύνες τους ἦταν συνεχεῖς καί εἶχαν γίνει γνωστές, παρ᾽ ὅλες τίς προσπάθειες νά τίς κρατήσουν μυστικές. ῞Οσο περισσότερο μάλιστα κρύβονταν, τόσο καί πιό πολύ τίς φανέρωνε ὁ Θεός.





Τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ἑβδομάδας τό περνοῦσαν στό σπίτι, πού τό ᾽χαν μετατρέψει σέ μοναστήρι. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη ξεκινοῦσαν τίς προσευχές μπροστά στό εἰκονοστάσι τους καί συνέχιζαν μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος ἀνέβαινε ψηλά. Συνέχιζαν μέ τά διακονήματά τους: τό μαγείρεμα, τό καθάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, τόν ἀργαλειό γιά τά ὑφαντά τους, πού τούς ἀπέφεραν ἀρκετά γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί τίς προσφορές τους. ῾Ο κόπος τῆς ἐργασίας ἦταν μέσα στόν καθημερινό τους πρόγραμμα. Τό ἀπόγευμα οἱ προσευχές ἔπαιρναν καί πάλι τήν θέση τους. Τό βράδυ ἐπίσης. Οἱ ἀγρυπνίες τους πολλές. Δέν ὑπῆρχε προσευχή καί ἀκολουθία πού νά μήν τήν ἔλεγαν καί νά μήν τήν ἔψελναν.
῾Οἱ μοναχές᾽, ἔλεγε ὁ κόσμος μόλις τίς ἔβλεπε, κι ἔνιωθε ἕνα δέος κι ἕναν ξεχωριστό σεβασμό στό πέρασμά τους. Δέν ἦταν λίγες μάλιστα οἱ φορές πού γυναῖκες ταλαιπωρημένες καί κακοποιημένες ἔπαιρναν τό θάρρος νά διαβοῦν τό κατώφλι τους, γιά νά βροῦν λίγη βοήθεια καί παρηγοριά.

῾Η μία ἦταν πράγματι μοναχή. ῾Η ἀδελφή ᾽Ιωάννα. ᾽Από νεαρή εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί εἶχε δώσει τούς ὅρκους της στό γυναικεῖο μοναστήρι λίγο ἔξω ἀπό τήν ᾽Αλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς της πού ἔτρεφαν ὄνειρα νά τήν δοῦν ἀποκαταστημένη μέ τήν δική της οἰκογένεια, λόγω τῆς μόρφωσής της καί τῆς ἰδιαίτερης ὀμορφιᾶς της, στήν ἀρχή ἀντέδρασαν, ἀλλά γρήγορα πείστηκαν ὅτι αὐτό ἦταν πού ποθοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλα ἡ μονάκριβη θυγατέρα τους. ῎Εδωσαν τήν συγκατάθεσή τους κι ἄρχισαν κι αὐτοί νά χαίρονται τήν προκοπή της. Γιατί πράγματι πολύ γρήγορα ἡ καλόγρια κόρη τους προχώρησε πνευματικά. ῾Η ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη της τήν ἔκαναν σύντομα νά ξεχωρίσει.
᾽Αναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι μετά ἀπό λίγα χρόνια. Πέθανε ὁ πατέρας της, ἀρρώστησε ἡ μάνα της. Πῆγε κοντά της νά τήν ὑπηρετεῖ. Μαζί της εἶχε καί τήν ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ τους, τήν Μαρία, μιά πολύ πιστή στόν Θεό μεσήλικη γυναίκα, τήν ὁποία βεβαίως ἀντιμετώπιζε ὄχι μόνο ὡς ἀδελφή, ἀλλά σάν τόν ἑαυτό της καί τά σπλάχνα της, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μιά ψυχή σέ δυό σώματα, πού λέγανε γιά τόν ἅγιο Βασίλειο καί τόν ἅγιο Γρηγόριο.

῞Οταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή μετά ἀπό κάποιο διάστημα καί ἡ μάνα της, σκέφτηκε ἡ ᾽Ιωάννα νά παραμείνει στό σπίτι καί νά τό κάνει ἡσυχαστήριο. Θά ᾽χε βοηθό καί συναγωνίστρια τήν Μαρία, πού συγκατένευσε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση. Κι ἐκείνη δέν εἶχε κανέναν στόν κόσμο. Μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης τοῦ μοναστηριοῦ πράγματι ἄρχισε ἕναν ἄλλον ἀγώνα. ῾Ησυχάστρια μέσα στόν κόσμο.
Ποιό καλό ἔργο ὅμως μένει ἥσυχο καί ἀνέπαφο στόν κόσμο αὐτό; Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς πού παλεύουμε μέ τά πάθη μας. Εἶναι καί ὁ Πονηρός, ὁ ὁποῖος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.
Δέν ἄργησε λοιπόν ὁ τρισκατάρατος νά φθονήσει τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους καί τό ἐλεῆμον ἔργο τους καί νά σηκώσει κουρνιαχτό, κατά τό λεγόμενο, ἐναντίον τους καί μάλιστα κατά τῆς ἀδελφῆς ᾽Ιωάννας. Τοῦ παρεχώρησε ὁ Κύριος καί ἄρχισε τά σκάνδαλά του. Καί βρῆκε ἕναν πολύ ὕπουλο τρόπο γιά νά ταράξει τήν ἥσυχη ζωή τους: προξένησε σατανικό πόθο σ᾽ ἕναν νέο γιά τήν… μοναχή. ῾Ο νέος ἄρχισε νά τήν σκέφτεται νυχθημερόν κι ἔβαλε σκοπό του νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά, νά τήν φέρει στά δικά του νερά, νά τήν κάνει δική του.

Καθημερινά λοιπόν τήν ἔστηνε ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γυναικῶν. Δέν τολμοῦσαν νά βγοῦν νά πᾶνε στήν ᾽Εκκλησία, τήν μόνη ἄλλωστε ἔξοδό τους, καί τίς ἀκολουθοῦσε, λέγοντας λόγια ἀδιάντροπα στήν μοναχή, καλώντας την νά ἀνταποκριθεῖ στόν ἔρωτά του, νά ὑποταχτεῖ στόν μανιακό πόθο του.
Οἱ γυναῖκες καί πιό πολύ ἡ ἀδελφή ᾽Ιωάννα ταράχτηκαν πολύ. Εἶδαν καθαρά τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου καί μέ σιωπή καί προσευχή προσπάθησαν νά τόν ξεπεράσουν.
῾Κύριε, φώτισε τόν νεαρό καί ἀπάλλαξέ τον ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν στίς προσευχές τους.
Ματαίως ὅμως. ῞Οσο περνοῦσε ὁ καιρός ὁ πειρασμός σάν νά φούντωνε. Σταμάτησαν πιά νά βγαίνουν ἔξω. Τό σπίτι τους ἦταν σάν κάστρο πολιορκημένο. ῾Ο νεαρός εἶχε γίνει ἡ σκιά τους.

Ρίχτηκαν περισσότερο στήν προσευχή. ῾Γνώρισόν μοι ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ, Κύριε, ἦρα τήν ψυχήν μου᾽. Σέ Σένα, Κύριε, καταφεύγουμε, πές μας τί νά κάνουμε.
Φωτίστηκε μιά μέρα ἡ καλόγρια. ᾽Αποφάσισε νά ἀντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τό πρόβλημα.
῾Πές στόν νεαρό νά μπεῖ μέσα στό σπίτι᾽, εἶπε στήν Μαρία. ᾽Εκείνη γούρλωσε τά μάτια της, ἀλλά ὑπάκουσε. ῾῎Ελα μέσα᾽ τοῦ εἶπε. ῾Σέ θέλει ἡ κυρά μου᾽.
Πέταξε ἀπό τήν χαρά του τό ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου. ῾Πέτυχα τόν σκοπό μου᾽ σκέφτηκε. ῾Θά γίνει δικιά μου᾽. Κι ἔνιωσε τήν καρδιά του νά χτυπάει μανιασμένα.
Βρῆκε τήν μοναχή νά κάθεται στόν ἀργαλειό της. ῾Κάθισε᾽ τοῦ πρότεινε ἐκείνη. Τήν παρατηροῦσε ξαναμμένος.
῾Εἰλικρινά, ἀδελφέ μου᾽ εἶπε ἥσυχα καί χωρίς ταραχή ἡ μοναχή, ῾θέλω νά μοῦ πεῖς γιατί μέ στενοχωρεῖς τόσο καί δέν μ᾽ ἀφήνεις νά βγῶ οὔτε ἔξω ἀπό τό σπίτι μου!᾽

῎Εσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ νέος. ῾Εἰλικρινά σοῦ μιλάω κι ἐγώ, κυρία μου, ὅπως σοῦ τοῦ ἔχω ξαναπεῖ, σέ ποθῶ πάρα πολύ. Κάθε φορά μάλιστα πού σέ βλέπω γίνομαι ὁλόκληρος σάν φωτιά᾽. Σάν νά κοκκίνησε λίγο μέ τά λόγια αὐτά, πράγμα πού τό θεώρησε πολύ θετικό ἡ ᾽Ιωάννα. ῾Κάτι καλό ἔχει μέσα του τό παλληκάρι αὐτό᾽, σκέφτηκε. ῾῾Υπάρχει μιά ντροπή πού σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματός του. Φαίνεται ὅμως ὅτι βρῆκε κάποια δίοδο μέσα του ὁ διάβολος καί τό περιπαίζει μέ τόν τρόπο αὐτόν᾽. ῾Κύριε, βοήθησε κι αὐτόν κι ἐμένα᾽ ἔστρεψε νοερά τήν σκέψη της στόν Κύριο ἡ ᾽Ιωάννα.
῾Καί τί καλό εἶδες σέ μένα καί μ᾽ ἀγαπᾶς τόσο;᾽ συνέχισε τήν κουβέντα ἡ μοναχή, πού ᾽νιωσε μιά ἰδιαίτερη δύναμη στήν καρδιά της.

Τήν φορά αὐτή ὁ νέος δέν ἔσπευσε στήν ἀπάντησή του. Πέρασαν κάποιες στιγμές καί τελικά τό ξεστόμισε. ῾Τά μάτια σου. Αὐτά μέ ἀπάτησαν καί μέ ἔκαναν νά χάσω τόν νοῦ καί τόν ὕπνο μου!᾽
῞Ο,τι ἀκολούθησε δέν περιγράφεται μέ λόγια. ῾Η ᾽Ιωάννα σηκώθηκε ὄρθια, ὕψωσε τό βλέμμα της στόν οὐρανό καί πῆρε ἤρεμα τήν σαΐτα τοῦ ἀργαλειοῦ της.
῾Η Μαρία παρακολουθοῦσε τήν σκηνή ἄναυδη, χωρίς νά μπορεῖ νά καταλάβει τί γίνεται κι οὔτε νά ὑποψιαστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθήσει. ῾Ο νεαρός φαινόταν νά τά ᾽χει χαμένα.

Μέ κινήσεις ἀποφασιστικές ἡ μοναχή, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί συναίσθηση τοῦ τί ἔκανε, εἶπε φωναχτά: ῾Κύριε, Σύ εἶπες ὅτι ἄν ὁ ὀφθαλμός σου σέ σκανδαλίσει, βγάλε τον καί πέταξέ τον, γιατί συμφέρει νά μπεῖ κανείς χωρίς μάτια στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρά μέ μάτια καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Κύριε, δέξου τήν θυσία μου αὐτή καί ἀπάλλαξε τόν δοῦλο σου ἀπό τόν πειρασμό του γιά μένα᾽.

῏Ηταν τά τελευταῖα λόγια πού εἶπε ἡ μάρτυρας καλόγρια πρίν γίνει ἐντελῶς ἀόμματη. Γιατί ἀμέσως μετά τά λόγια τῆς προσευχῆς ἔστρεψε τήν σαΐτα ἴσια πάνω στά μάτια της, τά τρύπησε καί τά ἔβγαλε.

᾽Ακούστηκε μιά κραυγή τῆς Μαρίας κι ἀμέσως ἔπεσε χάμω λιπόθυμη.
῾Ο νέος δέν μποροῦσε νά σύρει οὔτε τά βήματά του. ῎Εβλεπε κάτασπρος τό αἷμα νά χύνεται κάτω ποτάμι, τά δυό μάτια χυμένα, τήν μοναχή μ᾽ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, τήν ἄλλη γυναίκα στό πάτωμα. Μαθεύτηκε σέ λίγο καιρό ὅτι ὁ νεαρός πῆγε σέ μία γειτονική μοναχική σκήτη κι ἔγινε καλόγερος. ᾽Αργότερα ἀκούστηκε ὅτι τά δάκρυα δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τά μάτια του κι ὅτι ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας ἀπό τήν μετάνοιά του. 


 http://iliaxtida.wordpress.com/2013/07/06/mnx/#more-13271

Γιατί πρέπει να κάνουμε μπάνια στη θάλασσα…


Τα μπάνια στη θάλασσα δεν αποτελούν μόνο μια μορφή διασκέδασης. Η σύσταση του θαλασσινού νερού συμβάλλει στην αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων υγείας ενώ προσφέρει και ένα αίσθημα αναζωογόνησης και ευεξίας.

Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η επισήμανση του Γάλλου βιολόγου Ρενέ Κεντόν, ο οποίος, τρεις δεκαετίες πριν, επεσήμανε τις ευεργετικές ιδιότητες της θάλασσας για τον οργανισμό αποδεικνύοντας ότι το θαλασσινό νερό έχει ίδια σύσταση με το πλάσμα του αίματος, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην ομορφιά και την υγεία του οργανισμού.
Οι κυριότερες ευεργετικές και θεραπευτικές ιδιότητες του θαλασσινού νερού είναι οι εξής:



Άλατα και ιχνοστοιχεία για τις αρθρώσεις
Το νερό της θάλασσας είναι ιδιαίτερα ευεργετικό σε παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος και όπως έχει αποδειχτεί, τα άτομα που κολυμπούν συστηματικά απαλλάσσονται από τέτοιου είδους ενοχλήσεις.


Θαλασσινή αύρα για το αναπνευστικό
Βελτιώνει σημαντικά την αναπνευστική λειτουργία, ενώ είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στις κρίσεις του άσθματος και της αλλεργικής ρινίτιδας. Ωφελημένα από τη θαλασσινή αύρα βγαίνουν και τα άτομα με χρόνια ιγμορίτιδα, καθώς τους βοηθά στην αποσυμφόρηση του ρινικού συστήματος.


Φύκια για ενυδάτωση και προστασία
Τα φύκια είναι πλούσια σε ιχνοστοιχεία, μέταλλα, πρωτεΐνες και βιταμίνες και χρησιμοποιούνται για την ενυδάτωση της επιδερμίδας, της προστασίας από φλεγμονές, της προφύλαξης από τις ελεύθερες ρίζες και από τη διατήρηση της ελαστικότητάς της καθυστερώντας τη γήρανση.



Ήλιος και θάλασσα θεραπεύουν τις δερματοπάθειες
Ο ήλιος σε συνδυασμό με το θαλασσινό νερό έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε δερματοπάθειες όπως η κνίδωση, το ατοπικό έκζεμα και η ψωρίαση.

Saturday, July 6, 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΑ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ


Οι Άγγελοι είναι υλικά πνευματικά και αθάνατα όντα. Έχουν δηλαδή υλικό σώμα μιας και είναι κτίσματα, αλλά σε σύγκριση με το ανθρώπινο σώμα το δικό τους είναι πολύ πιο «λεπτό».

Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «Άγγελος εστιν ουσία νοερά, αεικίνητος, αυτεξούσιος, ασώματος, Θεώ λειτουργούσα, κατά χάριν εν τη φύσει το αθάνατον ειληφυια». Επομένως είναι πνεύματα άΰλα πάντα με την έννοια της λεπτότατης ύλης-αγ.Μάξιμος Ομολογητής-, ουράνια και αθάνατα. Γι’ αυτό και ονομάζονται και ουράνιες και ασώματες δυνάμεις. Επίσης, οι Άγγελοι είναι «φύσις λογική, νοερά τε και αυτεξούσιος, αθάνατος ου φύσει, αλλά χάριτι».

Οι Άγιοι Άγγελοι υπόκεινται στον χωροχρόνο διότι είναι και αυτοί κτίσματα. Η διαφορά με τους ανθρώπους είναι ότι βιώνουν τον χωροχρόνο τελείως διαφορετικά.

Μπορούν να βρίσκονται από την μία άκρη του κόσμου στην άλλη, όμως δεν μπορούν να είναι πανταχού παρών. Μπορούν να αλλάζουν μορφές διατηρώντας πάντοτε την αγγελική τους φύση.

Οι Άγιοι Άγγελοι σε σχέση με τον πεπτωκότα άνθρωπο είναι «άυλοι και ασώματοι», όμως σε σχέση με τον Άκτιστο Θεό οι Άγγελοι είναι υλικοί και ρυπαροί.

Οι Άγιοι Άγγελοι είναι αρχαιότεροι των ανθρώπων, αρχαιότεροι κάθε κτίσματος όχι όμως και αγιότεροι από κάθε κτίσμα. Η φιλανθρωπία του Θεού ανέδειξε τουλάχιστον έναν άνθρωπο αγιότερο ακόμα και από τους Αγγέλους. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι άλλος από την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία στην οποία δικαιολογημένα ψάλλουμε «Την τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ…».
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο Θεός δίνει την δυνατότητα στους ανθρώπους να ξεπεράσουν ακόμα και του Αγίους Αγγέλους. Ποτέ δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι ο Λόγος του Θεού ΔΕΝ έγινε Άγγελος αλλά Άνθρωπος με αποτέλεσμα να θεώσει την ανθρώπινη φύση και να δώσει στον άνθρωπο την δυνατότητα να γίνει κατά χάριν θεάνθρωπος.

Οι Άγγελοι διαιρούνται σε τρεις ιεραρχικές τάξεις:
1) Σεραφείμ – Χερουβείμ – Θρόνοι,
2) Κυριότητες – Δυνάμεις – Εξουσίες,
3) Αρχές – Αρχάγγελοι – Άγγελοι.

Επικεφαλής δε των αγγελικών δυνάμεων είναι οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Άγγελος σημαίνει αγγελιοφόρος, εκείνος που φέρει μία αγγελία και μάλιστα καλή, χαρμόσυνη αγγελία. Τα ουράνια πνεύματα λέγονται Άγγελοι, διότι αγγέλουν, μεταφέρουν στους ανθρώπους καλές ειδήσεις και προστάγματα και παραγγελίες του Θεού, για την σωτηρία του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην προς Εβραίους επιστολή ονομάζονται «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. α΄ στιχ. 14).

Αποτελεί σταθερή διδασκαλία της Εκκλησίας ότι ο κάθε πιστός έχει τον φύλακα Άγγελό του, και όχι μόνο κάθε άνθρωπος, αλλά και κάθε πόλη και χώρα. Γι’ αυτό και είναι καθημερινή η δέηση της Εκκλησίας προς το Θεό να δίνει στον καθένα μας «Άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχων και των σωμάτων ημων».

Οι Άγιοι Άγγελοι λοιπόν είναι όχι μόνο αγγελιοφόροι αλλά και προστάτες και φύλακες των ανθρώπων. Αυτοί είναι που μας βάζουν τον καλό λογισμό, αυτοί είναι που χαίρονται με την πνευματική μας πρόοδο και λυπούνται με την αμαρτία μας. Αυτοί είναι οι όντως φίλοι μας οι οποίοι είναι πάντα δίπλα μας. Το ότι δεν τους βλέπουμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν, το ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την βοήθειά τους δεν σημαίνει ότι μας την δίνουν. Πάρα πολλές φορές όλοι μας έχουμε γλιτώσει από διάφορα κακά λόγο της επεμβάσής τους.

Σοφά λοιπόν η Εκκλησία μας έχει βάλει και στην βραδινή μας καθημερινή προσευχή την προσευχή προς τον Άγγελό μας, την οποία καλό είναι κάθε ημέρα να την λέμε και με αυτόν τον τρόπο να αναπέμπουμε ευχαριστίες στον Θεό, στον Άγγελό μας αλλά και να του ζητούμε να μην μας εγκαταλείψει ποτέ ακόμα και όταν εμείς με τα έργα και την ζωή μας τον λυπούμε,αλλά πάντα να προστρέχει και να μας βοηθά, να μας σκέπει, να μας φωτίζει και να μας οδηγεί στην οδή της Αλήθειας και της Σωτηρίας μας.

Ευχή εις τον φύλακα Άγγελον
Άγιε Άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαιπώρου μου ζωής, μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν, μηδέ αποστής απ᾿ εμού διά την ακρασίαν μου· μη δώης χώραν τω πονηρώ δαίμονι κατακυριεύσαί μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου σώματος· κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησόν με εις οδόν σωτηρίας. Ναί, άγιε Άγγελε του Θεού, ο φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τας ημέρας της ζωής μου, και ει τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν· σκέπασόν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επηρείας του αντικειμένου, ίνα μη εν τινι αμαρτήματι παροργίσω τον Θεόν· και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον του επιστηρίξαι με εν τω φόβω αυτού και άξιον αναδείξαί με δούλον της αυτού αγαθότητος. Αμήν.

Μετάφραση
Άγιε Άγγελε, ο προστάτης της κακής ψυχής μου και ταλαίπωρης ζωής μου, μη μ᾿ εγκαταλείψεις τον αμαρτωλό, ούτε να φύγεις από κοντά μου, επειδή είμαι ασυγκράτητος μην επιτρέψεις στο διάβολο να με κυριεύσει με τη τυραννία του σώματος, που είναι θνητό. Κράτησε το κακό κι εξαντλημένο χέρι μου και οδήγησέ με στο δρόμο της σωτηρίας. Πραγματικά, άγιε Άγγελε του Θεού, που είσαι φύλακας και σκεπαστής της αμαρτωλής μου ψυχής και του σώματος, όλα να τα συγχωρέσεις όσα έκανα μέχρι σήμερα και με τα οποία σ᾿ επίκρανα. Να με προστατεύσεις κι αυτή τη νύχτα από κάθε κακή διάθεση του αντιπάλου, για να μη λυπήσω το Θεό με κάποιο σφάλμα. Καί να μεσιτεύεις για μένα στον Κύριο για να με στηρίξει στο σεβασμό απέναντί Του και να με κάνει άξιο υπήκοο της καλοσύνης Του. Αμήν.

Πῶς διαλύονται οἱ σχεδιασμοί τῶν δαιμόνων



Οἱ σχεδιασμοί τοῦ διαβόλου καί ὅλων τῶν δαιμόνων καί μάλιστα τῶν Ἀρχηγῶν τους γιά τήν αἰώνια καταστροφή-κόλαση τοῦ ἀνθρώπου καταλύθηκαν καί ματαιώθηκαν ἀπό τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας.

Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στήν εἰσαγωγή του στή Φιλοκαλία : «Εὐδόκησε ὁ ἴδιος ὁ Θεαρχικώτατος Λόγος τοῦ Πατρός στίς ἔσχατες ἀπό τίς ἡμέρες ἐξ αἰτίας τοῦ σπλαχνικοῦ [Του] ἐλέους, νά ἀθετήσῃ τίς ἀποφάσεις τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους [τῶν δαιμόνων], καί νά περατώσῃ καί νά προωθήσῃ σέ ἔργο τήν ἀρχαία μαζί καί ἀληθινή ἀπόφασι, τήν ὁποία ὅρισε».

Ἡ πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀπόφαση τῆς Ἁγίας Τριάδος ἦταν ὁ ἄνθρωπος νά θεωθεῖ. Αὐτή ἡ προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ ἔπρεπε νά ἐκπληρωθεῖ ὁπωσδήποτε. Καί πράγματι ἐκπληρώθηκε διά τοῦ Χριστοῦ ὁ Ὁποῖος συνέπηξε στή γῆ τό «ἐργαστήριο τῆς θεώσεως» τοῦ ἀνθρώπου, τήν Ἐκκλησία Του.

Ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ μέ κεφαλή Της τόν Ἴδιο, εἶναι αὐτή πού ἀφ’ ἑνός πραγματοποιεῖ τήν ἀρχική ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ γιά τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀφ’ ἑτέρου καταλύει τά ἔργα τοῦ διαβόλου.
Εἶναι Αὐτή πού διά τοῦ ἔργου της ἀκύρωσε καί συνεχίζει νά ἀκυρώνει τίς ἀποφάσεις καί τά σχέδιά του.
Ὡς «κοινωνία θεώσεως» πού εἶναι, ὁδηγεῖ διά τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ὅλης θεραπευτικῆς Της τά μέλη της στήν σωτηρία-θέωση.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐκκλησιαστικά, εὐχαριστιακά ὅταν μετέχει στήν Θεία Λειτουργία καί Θεία Κοινωνία , ὅταν τελεῖ τήν ἀδιάλειπτη ἐν πνεύματι λατρεία στήν καρδία του μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, αὐτός μέ τήν Θεία Χάρη καταλύει τά ἔργα, τίς πλεκτάνες καί τίς παγίδες τοῦ διαβόλου.

Γιά τοῦτο καί εἶναι ὠφελιμότατο ὁ χριστιανός ὅσο γίνεται συχνότερα νά μετέχει στή Θεία Λειτουργία καί Θεία Κοινωνία μέ τήν ἄδεια τοῦ Πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ.
Εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητο νά διατηρεῖ «ἄληστο» τήν μνήμη τοῦ ζωοποιοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀδιάλειπτη ἐπίκλησή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με».
Ἔτσι παραμένει σέ συνεχή κοινωνία μέ τόν ζωοδότη Χριστό τόν καταλύσαντα τήν δύναμην τοῦ ἐχθροῦ καί τίς ἀνθρωποκτόνες ἀποφάσεις-σχέδιά του.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!


Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Εργο τοῦ πονηροῦ





Ὁ τί­τλος αὐ­τός εἶ­ναι ἕ­νας ὅ­ρος πού ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας χρη­ση­μο­ποίη­σε γιά τούς χρι­στια­νούς ἐ­κεί­νους πού πρό­βαλ­λαν καί προ­βάλ­λουν καί ἀ­κού­ου­μεν καί σή­με­ρα συ­χνά πυ­κνά νά προ­βάλ­λε­ται αὐ­τή ἡ δι­και­ο­λο­γί­α⁺ «Εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός, καί ἀ­νά­ξιος πῶς νά κοι­νω­νή­σω;» Καί μέ τήν πρό­φα­ση αὐ­τή στε­ροῦν­ται τῆς ζω­ῆς καί δέν συμ­με­τέ­χουν στό με­γά­λο αὐ­τό Δεῖ­πνο τοῦ Κυ­ρί­ου, πού κα­τά τόν θεῖ­ο Χρυ­σό­στο­μο⁺ «Μέ­νουν ἄ­γευ­στοι καί παν­τε­λῶς ἀ­μέ­το­χοι τοῦ ἁ­για­σμοῦ καί τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος».
Με­ρι­κοί ἀ­πό ἀ­μέ­λεια καί ἄλ­λοι ἀ­πό ἄ­γνοι­α, ζη­μι­ώ­νον­ται ἀ­φάν­τα­στα, ἐ­πι­κα­λού­με­νοι μι­ά «ἐ­πι­ζή­μιον εὐ­λά­βεια», τήν ὁ­ποί­αν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ ἅ­γιος, «πα­γί­δα καί βρό­χον ἔρ­γον τοῦ πο­νη­ροῦ δι­α­βό­λου».
Στά ὑ­πο­μνή­μα­τά του, ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, στό κα­τά Ματ­θαῖ­ον καί Ἰ­ω­άν­νην εὐ­αγ­γέ­λια, ἀ­να­φέ­ρε­ται στό θέ­μα μέ τά ἑ­ξῆς:« Ναί μέν μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά πεῖ», «εἶ­ναι γραμ­μέ­νον· ὥ­στε ὅς ἄν έ­σθί­η τόν ἄρ­τον τοῦ­τον ἤ πί­νη τό πο­τή­ριον τοῦ­το ἀ­να­ξί­ως, ἔ­νο­χος ἔ­σται τοῦ σώ­μα­τος καί τοῦ αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου»(Α΄ Κορ.ι­α΄27), «Ἐ­γώ λοι­πόν ἐ­ξέ­τα­σα καί βρῆ­κα τόν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νά­ξιο, καί δέν κοι­νω­νῶ». Σ’ αὐ­τόν πού λέ­γει αὐ­τά θά ἀ­κού­σει. «Πό­τε θά γί­νεις ἄ­ξιος, πό­τε θά στα­μα­τή­σεις νά γλυ­στρᾶς στήν ἁ­μαρ­τί­α; Πό­τε θά πα­ρα­στή­σεις τόν ἑ­αυ­τό σου κα­θα­ρό ἐ­νώ­πιον τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­ταν συ­νε­χῶς φο­βᾶ­σαι ὅ­τι θά πέ­σεις; Θά πρέ­πει νά γνω­ρί­ζεις ὅ­τι πο­τέ δέ θά στα­μα­τή­σεις νά γλυ­στρᾶς καί νά πέ­φτεις σέ κά­τι, ἑ­πο­μέ­νως δέν ἔ­χεις δί­και­ο.»Συ­νε­χί­ζον­τας στό ἴ­διο θέ­μα ὡς ἑ­ξῆς: «Δέ θά μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος νά ἔ­χει τε­λεί­ως κα­θα­ρήν τήν ψυ­χήν του ἔ­στω κι’ ἄν εἶ­ναι ἀ­πό τούς πιό προ­σε­κτι­κούς καί ἐρ­γα­τι­κούς στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, ἀ­φοῦ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο:«Ποι­ός μπο­ρεῖ νά καυ­χη­θεῖ ὅ­τι ἔ­χει ἁ­γνήν τήν ψυ­χή του; ὅ­ταν αὐ­τός πού φταί­ει καί στό πιό μι­κρό εἶ­ναι ἔ­νο­χος καί πα­ρα­βά­της ὅ­λων»; Κα­νέ­νας λοι­πόν δέ μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φύ­γει τήν ἁ­μαρ­τί­α ὅ­σο προ­σε­κτι­κός καί ἄ­γρυ­πνος ἄν εἶ­ναι, για­τί ὑ­πάρ­χει καί ἡ κα­τά νοῦν ἁ­μαρ­τί­α, καί ποι­ός μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νά τήν ἀ­πο­φύ­γει; Ἡ ἀ­να­μαρ­τη­σί­α μό­νο στό Θε­ό ἀ­νή­κει. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ φύ­ση μας, καί ἄν θέ­λα­με μό­νοι μας νά σω­θοῦ­με δέ θά μπο­ροῦ­σα­με, ἄν δέν μᾶς ἔ­σω­ζε ἡ ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Κυ­ρί­ου.
Καί ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος στήν ὁ­μι­λί­α του «στά Σε­ρα­φείμ» ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στούς ἀ­κρο­α­τές του λέ­γει:«Γνω­ρί­ζω ὅ­τι ὅ­λοι μας βρι­σκό­μα­στε κά­τω ἀ­πό ἐ­πι­τί­μια, ( γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας) καί κα­νέ­νας δέν μπο­ρεῖ νά καυ­χη­θεῖ ὅ­τι ἔ­χει ἀ­γνήν ψυ­χή, ἀλ­λά αὐ­τό δέν εἶ­ναι τό τρο­με­ρό, ὅ­τι δέν ἔ­χο­μεν κα­θα­ρή ψυ­χή⁺ Τό τρο­με­ρό εἶ­ναι ὅ­τι ἐ­νῶ γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι δέν ἔ­χο­μεν κα­θα­ρή ψυ­χή, δέν πη­γαί­νο­μεν σ’ Ἐ­κεῖ­νον πού δύ­να­ται νά κα­θα­ρί­σει τήν ψυ­χή μας.»
Ὁ δέ Νι­κό­λα­ος Κα­βά­σι­λας συ­στή­νει:
«Δέν πρέ­πει νά ἀ­πέ­χου­μεν ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο χρει­ά­ζε­ται μέ τή δι­και­ο­λο­γί­α ὅ­τι δέν εἴ­μα­στε κα­θό­λου προ­ε­τοι­μα­σμέ­νοι γιά τά μυ­στή­ρια, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά κα­θι­στοῦ­με τήν ψυ­χή ἀ­σθε­νέ­στε­ρη καί χει­ρό­τε­ρη ἀ­πό κά­θε πλευ­ρά.­.. Καί νά μήν ἀ­πο­φεύ­γουν τό θε­ρα­πευ­τή προ­φα­ζι­ζό­με­νοι τήν ἀ­σθέ­νεια, γιά τήν ὁ­ποί­α ἔ­πρε­πε νά τόν ἀ­να­ζη­τοῦν»
Νο­μί­ζω ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη δι­ευ­κρί­νι­ση γιά νά ἀν­τι­λη­φθοῦν οἱ χρι­στια­νοί ὅ­τι ὅ­σο καί νά προ­σπα­θή­σουν μό­νοι τους δέ θά κα­τα­φέ­ρουν νά ἀ­παλ­λα­χθοῦν ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, για­τί κα­νέ­νας γεν­νη­μέ­νος ἀ­πό γυ­ναί­κα δέν μπό­ρε­σε μό­νος του νά γί­νει ἀ­να­μάρ­τη­τος. Ἄν μπο­ροῦ­σε νά ἐ­λευ­θρω­θεῖ μό­νος του ­ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, δέ θά ἐρ­χό­ταν καί νά σαρ­κω­θεῖ ὁ Θε­ός γιά νά τόν κα­θα­ρί­σει.
Θά με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ ἕ­να κεί­με­νο, ἀ­πό τήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, στήν πρώ­την ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, στό στί­χο 7 ὡς 8, τοῦ πρώ­του κε­φα­λαί­ου, γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση. Για­τί πρέ­πει νά μά­θει ὁ χρι­στια­νός ὅ­τι ἄν δέν προ­σέλ­θει στή Θεί­α Με­τά­λη­ψη δέ μπο­ρεῖ νά κα­θα­ρι­σθεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α.
Λέ­γει λοι­πόν ὁ ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος: «Ἀλ­λ' ἐ­δῶ ἤ­θε­λεν ἀ­πο­ρή­ση τι­νάς. Πῶς ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής οὗ­τος '­Ἰ­ω­άν­νης λέ­γει ὅ­τι τούς πε­ρι­πα­τοῦν­τας ἐν τῷ φω­τί χρι­στια­νούς, τό αἷ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­αν;
Ὁ γάρ ἐν τῷ φω­τί πε­ρι­πα­τῶν δέν ἁ­μαρ­τά­νει.'­Ἐ­άν γάρ ἁ­μαρ­τά­νη, δέν πε­ρι­πα­τεῖ πλέ­ον εἰς τό φῶς; ἀλ­λά εἰς τό σκό­τος, κα­θώς εἶ­πεν ἀ­νω­τέ­ρω. (δη­μι­ουρ­γῆ­ται ἐ­δῶ μιά ἀ­πο­ρί­α⁺ ὅ­ταν λέ­γει ὅ­τι τό αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ κα­θα­ρί­ζει αὐ­τούς πού περ­πα­τοῦν μέ­σα στό φῶς, ἀλ­λά αὐ­τοί πού περ­πα­τοῦν μέ­σα στο φῶς δέν ἀ­μαρ­τά­νουν. Για­τί τό εἶ­πεν αὐ­τό ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής;) Ἡ λύ­σις τῆς ἀ­πο­ρί­ας εἶ­ναι, κα­τά τόν ἱ­ε­ρόν Μη­τρο­φά­νη, ὅ­τι εἶ­πε τοῦ­το ὁ θε­ο­λό­γος, ἀ­πο­βλέ­πον­τας εἰς τήν ἀ­σθέ­νειαν τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως καί γνώ­μης, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­αν ἡ­μεῖς νι­κώ­με­νοι, θέ­λον­τες καί μή θέ­λον­τες ἁ­μαρ­τά­νο­μεν. '­Ἐ­πει­δή μέ τό νά ἔ­χω­μεν τρε­πτήν φύ­σιν, ἀ­κο­λού­θως τῆ τρε­πτό­τη­τι ταύ­τη, με­τα­βαλ­λό­με­θα ἀ­πό τά κα­λά εἰς τά κα­κά, κάν ἀ­πό κα­κά πά­λιν ἐ­πι­στρέ­φω­μεν εἰς τά κα­λά. Δια­τί δέν εἰ­με­θα δυ­να­τοί νά μέ­νω­μέν πάν­το­τε εἰς τήν αὐ­τήν κα­τά­στα­σιν, ἀλ­λά, ἡ πρός ἄ­το­πον πρά­ξιν πί­πτο­μεν ἡ πρός ἀ­παί­σιον λό­γον. Εἰ δέ καί ἀ­πό τά δύ­ο ταῦ­τα φυ­λα­χθῶ­μεν, ὅ­μως ἀ­πό τάς προ­σβο­λᾶς καί συν­δυα­σμούς τῶν πο­νη­ρῶν καί αἰ­σχρῶν λο­γι­σμῶν, δέν ἠμ­πο­ροῦ­μεν τε­λεί­ως νά μεί­νω­μεν ἐ­λεύ­θε­ροι, Καί διά ταῦ­τα πάν­τα ἀ­να­μαρ­τη­σί­αν νά κα­τορ­θώ­σω­μεν εἰς τήν ζω­ήν μας δέν δυ­νά­με­θα, μέ τό νά πο­λε­μού­με­θα πάν­το­τε ἀ­πό τά πά­θη καί ἀ­πό τόν ἐ­χθρόν μας δι­ά­βο­λον. Καί ὁ­ποῖ­ος εἰ­πῆ πώς εἶ­ναι ἀ­να­μάρ­τη­τος, αὐτός ψεύ­δε­ται καί ἀ­πα­τᾶ τόν ἑ­αυ­τόν του, δια­τί ὁ τοι­οῦ­τος εἶ­ναι πι­α­σμέ­νος ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν καί μά­την καυ­χᾶ­ται με­γα­λορ­ρη­μο­νῶν, ἐ­πει­δή ὁ Κύ­ριος εἶ­πεν, ὅ­τι ὅ­ταν κά­μω­μεν ὅλας τάς ἐν­το­λάς, νά λέ­γω­μεν ὅ­τι «δοῦ­λοι ἀ­χρεῖ­οι ἐ­σμέν ὅ­τι ὅ ὠ­φεί­λο­μεν ποι­ῆ­σαι πε­ποι­ή­κα­μεν» (Λούκ. 17,10).
"Ὀ­σω γάρ γί­νε­ταί τι­νας φω­τει­νό­τε­ρος μέ τά τοῦ φω­τός ἔρ­γα του, καί ὅ­σον πλη­σιά­ζει πρός τό ἀ­λη­θι­νόν καί πρῶ­τον φῶς τόν Θε­όν, τό­σον πε­ρισ­σό­τε­ρον αἰ­σθά­νε­ται καί γνω­ρί­ζει τάς ἁ­μαρ­τί­ας του τάς ὁ­ποί­ας δέν ἔ­βλε­πε πρό­τε­ρον.
Ἐ­πει­δή λοι­πόν κα­νέ­νας, ὅ­σον καί ἄν εἶ­ναι ἅ­γιος καί ὅ­σον καί ἄν πε­ρι­πα­τῆ εἰς τό φῶς τῶν ἐν­το­λῶν καί τῆς α­ρε­τῆς, δέν εἶ­ναι τρό­πος νά φυ­λα­χθῆ ἀ­να­μάρ­τη­τος ἐν τῆ πα­ρού­ση ζω­ῆ, ἀλ­λά πί­πτει εἰς κά­ποι­α τι­νά συγ­γνω­στά ἁ­μαρ­τή­μα­τα κα­θ' ὁ ἄν­θρω­πος. Διά τοῦ­το λέ­γει ἐ­δῶ ὁ θε­ο­λό­γος, ὅ­τι τό αἷ­μα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ὁ­πού ἐ­χύ­θη διά τήν σω­τη­ρί­αν τῶν ἀν­θρώ­πων, αὐ­τό κα­θα­ρί­ζει ἡ­μᾶς ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­αν, ὅ­ταν καί ἡ­μεῖς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ­μεν αὐ­τήν καί με­τα­νο­ή­σω­μεν. Ἀλ­λά καί ὅ­ταν με­τα­λαμ­βά­νω­μεν τό πα­νά­γιον αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ με­τά φό­βου καί συν­τε­τριμ­μέ­νης καρ­δί­ας, πι­στεύ­ο­μεν ὅ­τι αὐ­τό μας γί­νε­ται εἰς ἄ­φε­σιν τῶν τοι­ού­των συγ­γνω­στῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των, ὁ­πού ἐ­πρά­ξα­μεν ἑ­κου­σί­ως ἤ ἀ­κου­σί­ως, ἐν γνώ­σει ἤ ἐν α­γνοί­α κα­τά τι­νά πε­ρί­στα­σιν καί ἀν­θρώ­πι­νην ἀ­σθέ­νειαν".
Δέν εἶ­ναι ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα θα­νά­σι­μα.Ὑ­πάρ­χουν ἁ­μαρ­τή­μα­τα πού δέν μᾶς χω­ρί­ζουν ἀ­πό τόν Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἁ­μαρ­τή­μα­τα ὅ­μως τά ὁ­ποῖ­α μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν κα­τά πό­δας. Αὐ­τά τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα πού δέν ἐμ­πο­δί­ζουν ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, εἶ­ναι τά λε­γό­με­να συ­γνω­στά ἁ­μαρ­τή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α εὔ­κο­λα ἀ­πα­λεί­φον­ται· αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει καί ὀ Ἰ­ω­άν­νης στήν ἐ­πι­στο­λή του.(Α΄. Ἰ­ω­άν. 4, 16)
Ὁ ἅ­γιος Ἀ­να­στά­σιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας λέ­γει: «Οὐ­κο­ϋν, εἰ μέν μι­κρά τι­νά καί ἀν­θρώ­πι­να καί συγ­χώ­ρη­τα πταί­ο­μεν, οἶ­ον δι­ά γλώσ­σης, δι' ἀ­κο­ῆς δι' ὀ­φθαλ­μῶν κλε­πτό­με­νοι, κε­νο­δο­ξί­ας, λύ­πης, θυ­μο­ῦ, ἤ τι­νός τῶν τοι­ού­των, κα­τα­μεμ­φό­με­νοι ἑ­αυ­τούς καί ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νοι τῷ Θε­ῶ, οὕ­τω τῶν ἁ­γί­ων μυ­στη­ρί­ων με­τέ­χο­μεν, πι­στεύ­ον­τες ὅ­τι εἰς κά­θαρ­σιν τῶν τοι­ού­των, ἡ με­τά­λη­ψις τῶν θεί­ων μυ­στη­ρί­ων γί­νε­ται».
Λοι­πόν, ἄν σφάλ­λου­με γι­ά κά­ποι­α μι­κρά καί ἀν­θρώ­πι­να πού εὔ­κο­λα συγ­χω­ροῦν­ται, ὅ­πως μέ τή γλῶσ­σα, τήν ἀ­κο­ή, καί μέ τά μά­τια πού κλέ­πτουν καί μᾶς ὁ­δη­γοῦν στήν κε­νο­δο­ξί­α, τή λύ­πη,τό θυ­μό, ἤ καί κά­ποι­α ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­ταν αὐ­το­κα­τη­γο­ρού­με­θα καί ἐ­ξο­μο­λο­γού­μα­στε στό Θε­ό καί συμ­με­τέ­χου­με τῶν ἁ­γί­ων μυ­στη­ρί­ων πι­στεύ­ου­με στήν κά­θαρ­σιν ὅ­λων αὐ­τῶν μέ τή με­τά­λη­ψη τῶν θεί­ων μυ­στη­ρί­ων.
Καί ὁ σο­φός Νι­κό­λα­ος Κα­βά­σι­λας, ὁ ἑρ­μη­νευ­τής τῆς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, σχο­λι­ά­ζον­τας τήν ἐκ­φώ­νη­ση τοῦ λει­τουρ­γοῦ ἱ­ε­ρέ­α,«Τά ἅ­για τοῖς ἁ­γί­οις», γρά­φει: «­.­..Σάν νά λέ­γει, (ὁ ἱ­ε­ρέ­ας) ἰ­δού ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς πού βλέ­πε­τε. Λοι­πόν τρέ­ξα­τε νά με­τα­λά­βε­τε, ἀλ­λά ὄ­χι ὅ­λοι, μό­νον ὅ­σοι εἶ­ναι ἅ­γιοι. Δι­ό­τι τά ἅ­για στέλ­λον­ται μό­νο στούς ἁ­γί­ους. Ἁ­γί­ους δε, λέ­γει ἐ­δῶ τούς τε­λεί­ους στήν ἀ­ρε­τή, ἀλ­λά καί ἐ­κεί­νους πού βι­ά­ζον­ται νά φθά­σουν καί δέν ἔ­φθα­σαν ἀ­κό­μη. Δι­ό­τι καί αὐ­τοί πού ἀ­γω­νί­ζον­ται γιά τήν τε­λει­ό­τη­τα δέν ἐμ­πο­δί­ζον­ται νά με­τέ­χουν τῶν μυ­στη­ρί­ων καί ἁ­γι­ά­ζον­ται καί εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τή τήν ἄ­πο­ψη ἅ­γιοι ὅ­πως καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α λέ­γε­ται ἁ­γί­α» Ὁ ἴ­διος πά­λιν ἐ­ρω­τᾶ:«Τί λοι­πόν; Κά­θε ἁ­μαρ­τί­α νε­κρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο; Καί ἀ­παν­τᾶ «Κα­θό­λου, ἀλ­λά μό­νον ἡ θα­νά­σι­μη ἁ­μαρ­τί­α, (χω­ρί­ζει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α), γι’ αὐ­τό καί λέ­γε­ται πρός θά­να­το.»
«Γι’ αὐ­τό καί οἰ βα­πτι­σμέ­νοι, ἐ­άν δέν ἔ­χουν πέ­σει σέ θα­νά­σι­μη ἁ­μαρ­τί­α, ὥ­στε νά χω­ρι­σθοῦν ἀ­πό τόν Χρι­στό καί νά ὑ­πο­στοῦν θά­να­το, δέν ἐμ­πο­δί­ζον­ται νά κοι­νω­νοῦν τά ἄ­χραν­τα μυ­στή­ρια καί νά με­τέ­χουν τοῦ ἁ­για­σμοῦ μέ τήν πρά­ξη καί τά λό­για σάν ζων­τα­νά ἀ­κό­μη μέ­λη καί ἑ­νω­μέ­να μέ τήν κε­φα­λή.»
Ἐ­κεῖ­νο πού χω­ρί­ζει τόν χρι­στια­νό ἀ­πό τόν Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, ὅ­πως λέ­γει ὁ προ­φή­της Ἠ­σα­ΐ­ας. Ὁ μο­να­δι­κός καί συ­νε­χής ἁ­γώ­νας κά­θε ἀν­θρώ­που πού πο­θεῖ τήν ἕ­νω­σή του μέ τόν Χρι­στό, εἶ­ναι κα­τά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.
Μέ ὅ­λα αὐ­τά πού γρά­φτη­καν έ­δῶ, μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με ὅ­τι⁺
α) Δέν ὑ­πάρ­χει ἄν­θρω­πος στόν κό­σμο αὐ­τό, πού μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φύ­γει τε­λεί­ως τήν ἁ­μαρ­τί­α, για­τί δέν ἔ­χει φύ­ση στα­θε­ρή, ἀλ­λά με­τα­βαλ­λό­με­νη καί σέ κά­ποι­α στιγ­μή ὅ­σο προ­σε­κτι­κός κι’ ἄν εἶ­ναι κά­που θά πέ­σει.
β)Δέν χω­ρί­ζουν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα πα­ρά μό­νον τά Θα­νά­σι­μα
γ)Ἄν δέν κοι­νω­νή­σει ὁ χρι­στια­νός τό σῶ­μα καί τό αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου δέν μπο­ρεῖ νά ζεῖ πνευ­μα­τι­κά, για­τί στε­ρεῖ­ται τῆς ζω­ῆς.
δ) Θά πρέ­πει νά ἀ­φή­σου­με κα­τά μέ­ρος τήν πρό­φα­ση «εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός», ἀλ­λά κά­θε φο­ρά πού ἁ­μαρ­τά­νου­με νά τρέ­χου­με στόν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ρι νά κα­θα­ρι­ζό­μα­στε καί νά συμ­με­τέ­χου­μεν συ­χνά στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, για­τί «τό αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ θά μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α».
Ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­πό ἄ­γνοι­α ἤ ἀ­μέ­λεια, προ­φα­σι­ζό­μα­στε ὅ­τι εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί καί ἀ­πο­φεύ­γου­μεν τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, τό­τε ἀ­πο­μα­κρύ­νου­μεν τόν ἑ­αυ­τό μας ἀ­πό τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή καί στε­ρού­μα­στε τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­να­γέν­νη­σης.
Ὁ Κύ­ριος σί­γου­ρα βλέ­πει τίς πιό πά­νω ἀ­δυ­να­μί­ες μας καί μᾶς συγ­χω­ρεῖ. Χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως καί ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο νά τίς ἀ­να­γνώ­ρι­ζει καί νά προ­σπα­θεῖ ὅ­σο μπο­ρεῖ νά τίς πε­ρι­ο­ρί­ζει μέ ἕ­να συ­νε­χή ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον ὅ­λων τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν του καί νά φρον­τί­ζει νά ζεῖ πάν­το­τε βί­ον κα­θα­ρό καί ἀ­κα­τη­γό­ρη­το συ­νο­δευ­ό­με­νον μέ ἔρ­γα ἀ­γά­πης καί δι­και­ο­σύ­νης.
Χαραλάμπους Νεοφύτου
Πρεσβυτέρου

Friday, July 5, 2013

Eler Paisios on simplifying one's life....





Often we think how lucky people are who seem to have abundanant finacial resources and can enjoy all the latest gadgets, the finest cars and large beautiful homes in magnificent settings. As the old saying goes, "Beware of what you pray for." The life style that leads to an abundance of material wealth frequently involves much more anxiety and a greater focus on worldly matters, distracting you from spiritual matters which in the end are the most important.



Elder Paisios advises,

These days, I stress simplicity to lay people too, because of many things they do are not necessary and they end up being consumed by Anxiety... I constantly scold them, "If you want to get rid of anxiety, simplify your lives!" That is how most divorces start. People have to do too many things, too many obligations and they get dizzy. Both parents work and abandon the children. The result is fatigue and nervousness, which causes small issues to turn into large quarrels and then to automatic divorces; that's where they end up. But if they simplified their lives, they would find rest and joy. Stress is catastrophic.After this advice he tells the story of an very wealthy man who told him he lived in "Paradise." He replied to him, "You live in Hell." Then he follows with the following story of a simple man who was most cheerful, praising God, full of humility and simplicity. Even though he was very busy, this man came to see the Elder early in the morning to seek prayers for his family which consisted of his seven children and parents who all lived with him.

He spoke with great simplicity. "The room fits us all if we stand up, but if we lie down it is a bit tight. Thank God, now we are constructing a shed to use as a kitchen and we are doing fine. Father," he said "at least we have a roof over our head, while other people live in the open air."
The man was an ironer, He lived in Athens and had to leave everyday before dawn to arrive in Piraeus for work in a dry-cleaning shop. He was suffering from varicose veins as a result of having to stand up all that time and his legs bothered him a lot, but his love for his family made him forget his pain and discomfort. In fact, he pitied himself constantly for not having, as he said, an love in his heart, because he did not do any acts of Christian charity and praised his wife for being charitable. Apparently, besides taking care of her children and her parents in-law, she would wash clothes of some elderly men in the neighborhood, tidy up their homes and even cook a little something, like soup, for them. You could see divine grace depicted on the face of the good family man. He had Christ in his heart and was full of joy, just like his one-room house was filled with heavenly bliss. Compare this man with people who do not have Christ in their heart; they are filled with anxiety. Take two of them and try to fit them in a house large enough for eleven people; they will not find a way to fit.The key to simplicity in life is a Christian life where God is the focus of our life. When God is the center of life, no matter what circumstance we find ourselves in we will be thankful and have joy in our heart. But, this requires humility which usually goes in hand in hand with a simple life.


Resource: With Pain and Love for Contemporary Man, p 184

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος




Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.
῾Δόξα Σοι, ὁ Θεός᾽, ἀκούστηκε ψιθυριστή ἡ φωνή τους.
῾Σέ λίγο φτάνουμε στόν προορισμό μας᾽, εἶπε μέ ἀνακούφιση ὁ μεγαλύτερος, ὁ π. ᾽Αββακούμ, ἕνας λιοκαμένος καλόγερος μεσαίου ἀναστήματος πού τώρα ἔπαιρναν τά γένια του λίγο ν᾽ ἀσπρίζουν.
῾᾽Ελπίζουμε νά βροῦμε καί πάλι τόν Γέροντα, ὅπως καί πέρσι᾽, συμπλήρωσε ὁ νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ψηλός καί ἀρκετά ἀδύνατος αὐτός, μέ ἀραιά λεπτά μαῦρα γένια.




῾῾Ο Γέροντας δέν φεύγει ἀπό τήν καλύβη του ποτέ, ἐκτός κι ἄν συντρέξει πολύ μεγάλη ἀνάγκη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ τρίτος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ πιό εὔσωμος ἀπό τούς ἄλλους καστανογένης καλόγερος, μέ ρόζους στά χέρια ἀπό τίς πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες.
῾Νά, σάν τήν περίπτωση πρίν λίγα χρόνια, πού ἔμαθε γιά τούς χριστιανούς πού διώκονταν λόγω τῆς πίστης τους στήν ᾽Αλεξάνδρεια. ῎Ενιωσε τήν ἀνάγκη, εἶπε, νά πάει νά τούς δεῖ, νά τούς παρασταθεῖ, νά προσευχηθεῖ γιά τήν καλή ὁμολογία τους. Κι ἀκόμη νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δική του παρουσία. ῞Ολοι δά ξέρουν τήν μεγάλη φήμη του ὡς ἁγίου. Καί μόνο ἡ ἐμφάνισή του στήν δίκη τους – ἄς τήν ποῦμε δίκη βέβαια – ἔκανε τούς ὑποψήφιους μάρτυρες νά πάρουν μεγάλο θάρρος. ῎Ακουσα μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ κριτής σάν νά φοβήθηκε πού τόν εἶδε μπροστά του. Θά ἐπέτρεψε φαίνεται ὁ Κύριός μας τό φῶς τῆς ἁγιότητάς του νά τό δεῖ κι ἐκεῖνος. Σάν φωτιά πού κατακαίει βεβαίως᾽, ἔσπευσε ἀμέσως νά συμπληρώσει.
῎Επεσε σιωπή γιά λίγο. ῾Η ἀνάσα τους ὅλο καί γινόταν καί πιό ἥσυχη καί κανονική. ῾Η ἀνάπαυση καί τό νερό ἀνανέωναν τίς δυνάμεις τους. Βυθίστηκε ὁ καθένας στίς σκέψεις του.
῏Ηταν γνωστοί μεταξύ τους. ᾽Ασκήτευαν καί οἱ τρεῖς σέ κοντινές ἀποστάσεις, ἀλλά ἐκεῖνο πού τούς ἕνωσε περισσότερο ἦταν ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἀποφάσισαν νά πᾶνε νά ἐπισκεφτοῦν μαζί τόν μεγάλο Γέροντα, τόν ᾽Αντώνιο. ῾Ο καθένας εἶχε τούς δικούς του ξεχωριστούς λόγους, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἑνώνονταν κάτω ἀπό τόν κοινό παρανομαστή: ἡ χάρη τοῦ ἁγίου νά τούς καθοδηγήσει στά δύσκολα μονοπάτια τῆς ζωῆς πού εἶχαν διαλέξει νά ἀκολουθήσουν.
Εἶχαν ξεκινήσει μέ ἐνθουσιασμό. Κάποιοι λιγοστοί ἀσκητές στά περίχωρα τῶν χωριῶν τους τούς γοήτευσαν στήν ἐπιλογή τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. ῎Εβλεπαν ἔντονα τήν διαφορά πού εἶχαν αὐτοί ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς τοῦ κόσμου. Οἱ κοσμικοί χριστιανοί μέ τούς ὁποίους ζοῦσαν, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ ἴδιοι, χριστιανοί ἦταν βεβαίως, ἀλλά σάν νά τούς ἔλειπε κάτι: δέν ὑπῆρχε ἐκείνη ἡ μυστική χαρά πού φαίνεται νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά, γιά τήν ὁποία διάβαζαν στά εὐαγγέλια καί τίς ἐπιστολές τῶν ἀποστόλων. Στούς πολλούς ἦταν ἔντονη ἡ στροφή στά πράγματα τοῦ κόσμου. Οἱ δουλειές τους τούς ἀπορροφοῦσαν. Τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς τους τούς κατέβαλλαν. Μιά μελαγχολία καί μιά κατήφεια γυρόφερνε τήν μίζερη ζωή τους. Κι ὅταν συνάντησαν αὐτούς τούς ἀσκητές, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπ᾽ τούς ἄλλους σάν μιά ἀντίδραση στόν ἀποχρωματισμένο χριστιανισμό τους, κι εἶδαν τήν χαρά πού ἀνέβλυζε ἀπό τά μάτια τους, ἔνιωσαν σάν νά τούς καλοῦσε ὁ Θεός νά γίνουν σάν κι αὐτούς. Ναί, ποθοῦσαν μιά ζωή ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Τό ἔκαναν, ἀλλά μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἄρχισαν τά προβλήματα. Λογισμοί ἄρχισαν νά τούς τυραννοῦν μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Τό ξεκάθαρο προηγουμένως τοπίο γινόταν τώρα θολό μέσα στήν ψυχή τους. ῾Η ἀπελπισία ἄρχισε νά ἐμφανίζεται δειλά στήν ἀρχή, πιό ἔντονα ἔπειτα, στήν ζωή τους, χωρίς νά ξέρουν ἀκριβῶς τί γίνεται. ῾Η ἀπειρία στήν πνευματική ζωή ἔδειχνε φανερά τά σημάδια της. Κατέφυγαν γι᾽ αὐτό στούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς τους. ᾽Αλλά οἱ ἀπαντήσεις τους δέν γέμισαν τήν καρδιά. Δέν τούς πληροφόρησαν ὅσο ἤθελαν. Τότε ἦταν πού σκέφτηκαν τόν μεγάλο ἅγιο. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Αντώνιος φάνταζε σάν ἡ μόνη λύση. ῾Θεοφιλή᾽ τόν ὀνόμαζαν ὅλοι. ῏Ηταν βεβαιωμένο ὅτι αὐτός ἤξερε τά μυστικά τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα δοσμένα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί τό ἀποφάσισαν. ῾Ετοιμάστηκαν νά πᾶνε νά τόν δοῦν, νά τόν συναντήσουν, νά τόν ρωτήσουν. Καί τό ἔκαναν μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές. Γιατί στόν ἅγιο βρῆκαν αὐτό πού ἔψαχναν: ὁ ἀββᾶς ᾽Αντώνιος τούς ἔδινε κάθε φορά ὅ,τι διψοῦσε ἡ καρδιά τους. Καί τό συγκλονιστικότερο: χωρίς κάποιες φορές κἄν νά τόν ρωτήσουν. ῾Ο φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νοῦς του διέβλεπε τά μύχια τῆς ψυχῆς τους.

Κάθε φορά ὅμως ρωτοῦσαν οἱ δύο μεγαλύτεροι. ῾Ο π. ᾽Αββακούμ καί ὁ π. Βαρνάβας. Αὐτοί, ἴσως λόγω καί τοῦ μεγαλύτερου θάρρους ἀπό τήν ἡλικία τους ἔθεταν τά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τους. Τό τί τούς ἀπασχολοῦσε κάθε φορά μέ τούς λογισμούς τους. Τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις. Τίς τρικλοποδιές πού τούς ἔβαζε ὁ πονηρός μέ τά ἐκ δεξιῶν ὅπλα. ῾Ο νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ἄκουγε καί δέν ρωτοῦσε τίποτε. ῾Ο μεγάλος ἀββάς τό ἔβλεπε ἀλλά δέν ἔλεγε τίποτε. Ποτέ δέν στράφηκε στόν ᾽Ιωάννη νά τοῦ κάνει κάποια παρατήρηση. Νά ρωτήσει ἐκεῖνος γι᾽ αὐτόν.

Φέτος λοιπόν ἦταν ἡ τέταρτη φορά τῆς ἐπίσκεψής τους. Οἱ λογισμοί καί τά προβλήματα εἶχαν καί πάλι σωρευτεῖ. ῾Ο ἅγιος ἦταν ἡ λύση καί ἡ παρηγοριά τους.
῾Μήπως πρέπει νά φεύγουμε;᾽ ρώτησε σεμνά καί μέ συστολή ὁ ᾽Ιωάννης. ῾῎Αν ἀργήσουμε θά μᾶς πάρει τό βράδυ καί θά κινδυνέψουμε᾽.
Σηκώθηκαν. Μάζεψαν τά πράγματά τους πού τά εἶχαν ἀφήσει παράμερα καί μέ ζωντάνια κατευθύνθηκαν στόν προορισμό τους.
Κάποτε ἔφτασαν. ῾Ο ᾽Αντώνιος σάν νά τούς περίμενε καί ἦταν ἔξω ἀπό τό καλύβι του.
῾Καλῶς τούς ἅγιους πατέρες᾽, φώναξε εὐδιάθετα. ῾Εἴχατε καλή πορεία;᾽
῾Μέ τίς εὐχές σου, δόξα τῷ Θεῷ᾽, εἶπε ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Γέροντα, παρακαλούσαμε τόν Κύριο νά σέ βροῦμε ἐδῶ καί ὑγιῆ᾽, ξανάπε. ῾Σοῦ φέραμε καί κάποια παξιμάδια καί χορταρικά, ἀπό αὐτά πού τρῶς᾽.

῾Εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ᾽, εἶπε ὁ ἅγιος. ῾Καλοδεχούμενα, ἀφοῦ εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρδιᾶς σας. Νά᾽ στε εὐλογημένοι κι ἐσεῖς᾽.
Τούς ὑποδέχτηκε ὁ ἅγιος καί τούς φίλεψε ὅ,τι εἶχε στό φτωχό καλύβι του. ᾽Αφοῦ λίγο ξεκουράστηκαν ἦρθε κατευθεῖαν στό θέμα: ῾Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ αὐτήν τήν φορά, ἀδελφοί μου; Γιατί καί πάλι ὑποβληθήκατε σ᾽ αὐτόν τόν μεγάλο κόπο, νά ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀχρεῖο δοῦλο τοῦ Θεοῦ ᾽Αντώνιο;᾽
῾᾽Αββᾶ, σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγάπη σου᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ π. Βαρνάβας. ῾Κάθε φορά ὁ λόγος σου χύνεται σάν βάλσαμο στίς ψυχές μας καί φεύγουμε μέ μεγάλη παρηγοριά καί δύναμη. Νιώθουμε ἀπό τήν ἄλλη ὅτι οἱ προσευχές σου μᾶς συνοδεύουν ὅλη τήν χρονιά καί μᾶς ἀνοίγουν δρόμο ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἤμασταν στό σκοτάδι. Μά, αὐτήν τήν φορά θέλω νά σέ ρωτήσω γιά κάτι πού μέ ταλαιπωρεῖ καί δέν μέ ἀφήνει νά ἡσυχάσω ὁλάκερες βραδιές. Σάν νά ἔχει κολλήσει ἡ σκέψη μου σ᾽ αὐτό καί μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἀναταραχή᾽.

῾Γιά τί πράγμα πρόκειται;᾽ ρώτησε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὁ ᾽Αντώνιος καί τά μαῦρα μάτια του γεμάτα ἀπό ἀγάπη κοίταξαν ἴσια στά μάτια τοῦ π. Βαρνάβα.
῾Γέροντα, πῶς νά τό πῶ; Διαβάζω στόν λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τά πονηρά πνεύματα πού μᾶς πολεμοῦν, ἐνῶ βλέπω τήν δική μου καθημερινά ἀδυναμία. Πῶς, πατέρα μου, θά μπορέσω νά ἀντιμετωπίσω τόν διάβολο καί τά ὄργανά του; Μέ πιάνει μιά λιποψυχία καί ἔχω ἀρχίσει νά πιστεύω ὅτι δέν θά μπορέσω νά περάσω ἀπό τά τελώνια, ὅταν θά φεύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τό ρυπαρό σῶμα μου. ῾Η κόλαση μοῦ ἔχει γίνει ἐφιάλτης. Νιώθω ἤδη ὅτι βρίσκομαι ἐκεῖ καί βασανίζομαι χωρίς ἐπιστροφή καί διέξοδο. Γέροντα, εἶμαι φοβισμένος καί ἀπελπισμένος᾽. Σταμάτησε ὁ καλόγερος καί δάκρυα ἄρχισαν νά αὐλακώνουν τό πρόσωπό του, πού εἶχε γείρει κατάκοπο πρός τά κάτω.
Σάν φωνή ἀπό τόν οὐρανό ἀκούστηκε μετά ἀπό λίγο ἡ φωνή τοῦ ἁγίου: ῾Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. ῾Ο πειρασμός τοῦ πονηροῦ σοῦ δημιουργεῖ ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση. Γιατί αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει ὁ τρισκατάρατος: νά δημιουργεῖ φόβο. ῾Ο φόβος εἶναι τό κλίμα καί ἡ ἀτμόσφαιρά του. Καταβάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτόν, χάνει τήν ἀνδρειοσύνη του, εἶναι ἕτοιμος νά ὑποταχτεῖ. Τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί στά ἀνθρώπινα; Τί κάνει ἕνας ἐχθρός γιά νά ὑποτάξει τόν ἀντίπαλο; Προσπαθεῖ νά τοῦ δημιουργήσει φόβο. Νά τόν κάνει νά πιστέψει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μεγαλύτερος καί ἰσχυρότερος ἀπό αὐτόν. ῎Αν τοῦ δημιουργήσει κλίμα ἡττοπάθειας, ἤδη τόν ἔχει στό χέρι. ῾Η ὑποδούλωσή του εἶναι θέμα μικροῦ χρόνου. Αὐτή λοιπόν εἶναι καί ἡ τακτική τοῦ διαβόλου. Νά δημιουργήσει φόβο στήν ψυχή. Κι ὅταν δεῖ τόν φόβο σ᾽ αὐτήν, τότε εἶναι εὔκολο νά τήν ὁδηγήσει στά νύχια του.

᾽Εκτός ὅμως ἀπό φόβο δέν μπορεῖ νά προκαλέσει κάτι ἄλλο στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. Γιατί δέν ἔχει τήν ἐξουσία. Καί μάλιστα σ᾽ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους χριστιανούς. Μή ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἕνας ἡττημένος, ἀφότου ἦλθε ὁ Χριστός μας. ῾Ο Χριστός τόν κατήργησε καί τόν ἐξαφάνισε. ῎Αν ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει καί δρᾶ, εἶναι γιατί ᾽Εκεῖνος τόν ἀφήνει καί τόν ἀξιοποιεῖ γιά τό λυτρωτικό Του ἔργο. Ποτέ δηλαδή ὁ Θεός δέν καταστρέφει τά δημιουργήματά Του, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τόν διάβολο, καί ποτέ βεβαίως δέν μᾶς ἀφήνει ἀπροστάτευτους. Λοιπόν, ὁ διάβολος δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. ῞Ο,τι δράση παρουσιάζει εἶναι ἡ δράση πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, κι αὐτό γιά τό καλό μας. ῎Αν ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου θά μᾶς εἶχε ἀφανίσει ὅλους, ὡς ἀνθρωποκτόνος ἀπαρχῆς. ᾽Αλλά δέν ἔχει, εἴπαμε, τήν ἐξουσία.

Εἶπα, ὅμως, ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία ἰδίως σέ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους. Καί ἐδῶ θέλω, ἀδελφοί μου᾽, στράφηκε καί στούς ἄλλους ὁ ἅγιος Γέροντας, ῾νά προσέξετε ἰδιαιτέρως. Γιατί ἄν καταλάβουμε αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας, θά δοῦμε ὅτι ἔχουμε τήν λύση ὅλων τῶν πνευματικῶν προβλημάτων μας στά χέρια μας. Θέλω νά πῶ᾽, ἀνασηκώθηκε λίγο ὁ Γέροντας καί ἄλλαξε λίγο στάση, ῾ὅτι μέ τό βάπτισμα γίναμε μέλη τοῦ Χριστοῦ. Κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. Ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματός Του. ῾Η σχέση μας δηλαδή μέ τόν Χριστό εἶναι μιά σχέση ἄμεση καί οὐσιαστική. Εἴμαστε, θά λέγαμε, ἡ προέκτασή Του. Δέν εἶναι ἄλλο πιά ὁ Χριστός καί ἄλλο ἐμεῖς. Εἴδατε πῶς ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος τό λέει; Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά στόν Θεό. Δέν ζῶ ἐγώ, σημειώνει ἀλλοῦ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ λογισμός μας δέν πρέπει νά ἀποπροσανατολίζεται σέ λογισμούς τοῦ πονηροῦ. ῾Ο λογισμός μας πρέπει νά δένεται, νά εἶναι κολλημένος πράγματι, στήν ἀλήθεια πού ἀποκάλυψε γιά ἐμᾶς ὁ ῎Ιδιος: Τοῦ ἀνήκουμε καί εἴμαστε κομμάτι Του. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ὁ φόβος καί ἡ ἀπελπισία; Ποῦ νά ἀφεθοῦμε ἔτσι στήν κυριαρχία τῆς κόλασης ὡς ζωῆς πού μᾶς περιμένει; Τό μυαλό καί ἡ καρδιά μας στόν Χριστό καί μόνο σ᾽ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ λύση καί ἡ διέξοδος σέ ὅλα. Καί τότε, κατά πόσο σκεφτόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν Κύριο καί κατά πόσο φανερώνουμε αὐτήν τήν ἀγάπη μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας πού εἶναι μιά ἄλλη παρουσία δική Του, ἀρχίζουμε καί αἰσθανόμαστε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή μας τήν χάρη Του, καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μας. Τό μυστικό λοιπόν τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά εἴμαστε στραμμένοι πάντοτε μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Νά νιώθουμε τήν δωρεά πού μᾶς ἔκανε μέ τό βάπτισμά μας. Γι᾽ αὐτό καί μᾶς τρέφει ἔπειτα καί μέ τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του᾽.
Εἶπε ὁ Γέροντας καί σκούπισε τά μάτια του πού εἶχαν πλημμυρίσει ἀπό δάκρυα ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο.

῾Γέροντα, παρόμοιες σκέψεις ταλαιπωροῦν καί ἐμένα᾽, ψιθύρισε μέ συστολή καί βαθύ σεβασμό καί ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Μέ τά λεγόμενά σου πῆρα ἀπάντηση καί στούς δικούς μου ταραγμένους λογισμούς καί προβληματισμούς. Καταλαβαίνω ὅτι πράγματι εἶναι πειρασμός τοῦ Πονηροῦ νά μήν μένουμε στήν βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας, δηλαδή νά Τόν ἀγαπᾶμε μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας, ὅπως τό ἴδιο καί τόν συνάνθρωπό μας. Τώρα συνειδητοποιῶ ὅτι δίνοντας ὤθηση στήν σκέψη καί τήν καρδιά μου νά βρίσκομαι ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἐντολή Του, δέν ὑπάρχουν περιθώρια γιά ἄλλους λογισμούς πειρασμικούς. Γέροντα, σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ νά συνεχίσεις νά προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι᾽, ἀναστέναξε μέ πόνο.

῾Ο νεώτερος καλόγερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, δέν ἔλεγε καί πάλι τίποτε. Φαινόταν κατανυγμένος κι ἦταν ἀλλοιωμένη ἡ ὄψη του, σάν νά ἀντίκρυζε ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Τό βλέμμα του κοιτοῦσε πότε στό χῶμα, ἐκεῖ πού καθόταν, καί πότε τό ὕψωνε μέ λαχτάρα στό πρόσωπο τοῦ ᾽Αντωνίου. Τό στόμα του ὅμως τό κρατοῦσε κλειστό.
῾Ο ἅγιος δέν ἄντεξε αὐτήν τήν φορά. ῾Παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε, ῾οἱ ἄλλοι ὅλα τά προηγούμενα χρόνια, ὅπως καί φέτος, ἔρχονται καί κάθε φορά κάτι μέ ρωτᾶνε. ᾽Εσύ ἔρχεσαι καί ποτέ δέν μοῦ θέτεις κάποιον προβληματισμό σου. Δέν θέλεις κάτι νά μέ ρωτήσεις; Κάνεις πού κάνεις τόν κόπο, γιατί δέν ἐκμεταλλεύεσαι τήν εὐκαιρία; Δέν εἶναι κόπος γιά ἐμένα νά ἀπαντῶ σέ ὅ,τι ταλαιπωρεῖ τόν ἀδελφό μου. Γιά μένα, ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς εἶναι καί ἕνας Χριστός. ῞Οπως τό εἴπαμε καί προηγουμένως γιά τό βάπτισμά μας. Τό ἀναφέρει ὅμως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου. Μή φοβᾶσαι λοιπόν ὅτι θά μέ κουράσεις. Χαρά μου εἶναι ἡ βοήθεια, ὅταν μπορῶ νά τήν προσφέρω. Πές λοιπόν καί σύ τόν προβληματισμό σου᾽.
῾᾽Αββᾶ᾽, ψιθύρισε ὁ π. ᾽Ιωάννης. ῾Βεβαίως ἔχω καί ἐγώ λογισμούς μέ τούς ὁποίους παλεύω. Βεβαίως ἀντιμετωπίζω κινδύνους στήν πνευματική μου ζωή. ᾽Αλλά ἀπό τήν μιά ἔχω τούς καλούς ἐδῶ ἀδελφούς μου, οἱ ὁποῖοι μέ τά δικά τους ἐρωτήματα ἐκφράζουν καί τούς δικούς μου προβληματισμούς, ὁπότε οἱ ἀπαντήσεις πού παίρνουν ἰσχύουν καί γιά ἐμένα. ᾽Αλλά ἀπό τήν ἄλλη…᾽. Κοντοστάθηκε ὁ καλόγερος. ῾᾽Από τήν ἄλλη…᾽ ξανάπε, χωρίς νά ὁλοκληρώσει.

῾᾽Από τήν ἄλλη;᾽ ρώτησε ὁ μέγας ῞Ηλιος καί τό βλέμμα του καί πάλι σάν ἀκτίνα ἱλαροῦ φωτός χάϊδεψε τό ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ.
῾᾽Από τήν ἄλλη, ἀρκεῖ μοι τό βλέπειν σε, Πάτερ. Μοῦ ἀρκεῖ νά σέ βλέπω, Πατέρα. Μέ μόνη τήν θωριά σου σβήνονται ὅλες οἱ ἀπορίες μου καί οἱ προβληματισμοί μου. Σάν νά βλέπω τόν ἴδιο τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Καί νιώθω ὅτι δέν ὑπάρχουν πιά ἐρωτήματα. Μπροστά σου τά καταλαβαίνω ὅλα᾽.
῞Εν᾽ ἀεράκι φάνηκε νά φυσάει ἁπαλά ἐκείνη τήν ὥρα καί μιά γλυκιά αὔρα δροσιᾶς τύλιξε τούς πνευματοφόρους συνομιλητές, φέρνοντας μιάν ἀπόκοσμη εὐωδία σάν ἀπό πανάκριβο μύρο. ῎Αν κανείς τούς ἔβλεπε ἀπό κάποια ἀπόσταση, θά ἔβλεπε ὅτι καί οἱ τρεῖς μέ τόν μεγάλο ἀββᾶ ἀνάμεσά τους ἦταν μέσα σ᾽ ἕνα γαλαζόλευκο φῶς πού ὅμοιό του στήν γῆ δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντικρύσει.


http://iliaxtida.wordpress.com/2013/07/04/tk-2/#more-13245




Thelogy student gets smacked by Elder Paisios


I once visited Father Paisios with a student of theology who was at a critical stage. He asked him about his studies. The student naively told him about a work of his dealing with the creation of man. At one point he told Father Paisios: "At one point God didn't know what to do, so He formed Adam and Eve, to pass His time." I saw Father Paisios with lightning speed raise his hand and gave him a heavy smack. The student lost it, became dizzy, he stood briefly with bulging eyes trying to realize what happened, and then he began to cry, sobbing like a small child.


Father Paisios was looking at him, not saying anything, and let him cry. After much weeping, he said: "Blessed one, what is this that you said? Come with me." He took him by the hand, like a mother with a young child, and brought him to the sink and said: "Wash your face." Then he gave him a towel to wipe his face of the tears and brought him back to his seat. He then began with humor, tenderness and much love to indicate his error, and to say that we should not speak about God and His work with indecency. Moreover, he even wrote a graceful dedication in one of his books and gave it to him. Needless to say, I followed this entire scene speechless and ecstatic.


When I would visit him, after asking his advice on issues dealing with my personal life, I would ask him about issues I was facing with my spiritual children. I told him about a child who was very lively and reactive and asked for an opinion on how to treat him. He replied disarmingly: "Do what a mule driver does with the animal. Hold him securely by the reins and sit far away so you don't get kicked."


When I recall my memories of that holy figure, I am moved, I shed tears and I pray. May we have his holy prayers.

Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos

Raising children right .....( St. Nikolai Velimirovich )


In our day, you usually hear these words from parents: "We want to secure the life of our child." That is why they work very hard to amass wealth, often unjustly, to educate their child in the calling [vocation] which brings the greatest physical security and material benefit. This is done by so-called Christians! They do this because their concept of a real life and the real security of life is erroneous. See, how a true Christian mother prepares her son for a real life. At the time of her death, Blessed Euphrosyne spoke to her son Clement of Ancyra (Jan. 23):

"Do me the honor, O my son, and bravely stand up for Christ and confess Him strongly and without hesitation! I hope, in my heart, that the crown of martyrdom will blossom on you in my honor and for the salvation of many. Do not be afraid of threats, nor swords, nor pains, nor wounds, nor fire. Let nothing separate you from Christ, but look up to heaven and from there await your great, eternal and rich reward from God. Fear God's majesty; be afraid of His awesome judgment, tremble at His all-seeing Eye, for all those who deny Him will receive the punishment of unquenchable fire and eternally vigilant worm. Let this be my reward from you, my sweet son, for my pain in child-bearing and effort surrounding your education that I may be called a mother of a martyr. The blood that you received from me, do not spare but shed it that, from that, I can also receive honor. Submit your body to torture that I, too, may rejoice at that before our Lord as though I myself had suffered for Him."

St. Nikolai Velimirovich

How will Christ judge our Generation........




By Vladimir Berzonsky

This is the weakness of this generation: Christ is not in command. The whim of the individual is the absolute authority. How fragile our bonds of union must be when they are held together by arbitrariness and whim. Nothing but individual fancy is accepted as supreme. Reason itself has fallen by the wayside, not that it has been killed, it has merely died of atrophy! We have in modern times "no-fault" divorces, which means that no reason is needed to divide a family any more, only the caprice of our partner.

Is it not amazing, this culture we live in, with its "no-fault" divorces and "no-fault" automobile insurance, suggesting a do-as-you-please lifestyle that never requires an explanation? What shall we make of the petition in every Orthodox prayer service that implores from God "A good defense before the dread judgment seat of Christ"? Term is obsolete, a vestige of another day when people feared for their place in heaven, assuming that the Sacred Scriptures are to be taken literally when they speak of heaven, hell, and a final judgment based on our deeds and misdeeds here on earth. What defense shall we give when called upon to account for our lives? Perhaps we ought to shop around for a faith that condones everything a person does, where worship is not so much praise to the Lord as a form of testimonial to good people who come together once a week to celebrate their goodness.

Maybe we might plead innocent by reason of insanity, basing our case on the evidence that the last decades of the twentieth century were dominated by the conviction that this generation believed itself exempt from the rules of right and wrong that had been the governing dynamic of every preceding generation. We might say that we were a people above laws and discipline, taught even in our schools that we can do as we please as long as we are "sincere" and "true to ourselves". Will that hold, I wonder, in the ultimate Supreme Court?

Not likely. From the evidence of the Gospels we must believe instead that on that day Christ Jesus, with all due tenderness and compassion, will listen carefully to such arguments, and then declare: "You know better than that. Surely you understand at the center of your heart that my love is more than merely self-love. My command was not to love yourself, but to 'love one another'. That you failed in your sufficient time on earth. Punish you? No, I have no intention of inflicting any punishment upon you ... It is enough punishment to leave you to the self you love so much. Go now. Love yourself for all eternity. That is the punishment and the 'reward' you have earned."

From The Gift of Love, pp. 177-178.

Difference between Monastics and Missionaries


Unfortunately, we make a split between the grace-bearers, between monks and missionaries. Some think that the monks by their praying do not achieve any work in society, and others undervalue the missionary effort which other Christians make.

However, things are not so simple. Many are the gifts which the Holy Spirit gives for the building up of the Body of Christ. We must value and accept the gifts which are given by the Holy Spirit. To undervalue one gift is blasphemy, according to St. Symeon the New Theologian.

At another point in his teaching St. Symeon the New Theologian says that many people regarded the desert life as blessed, some the coenobitic life, and for others blessedness was to govern the people, to legislate, teach and establish Churches: "But I would not wish to give preference to any of these states or exalt one type of life and discredit another. In all walks of life, whatever our work and activities, blessed is the life lived for God and according to God".

It is not a matter of the work we do in the Church, but of whether we do it by the inspiration of the Holy Spirit, whether we perform it in the fear of God and whether we are aiming at the glory of God. Then, whatever this work is, it is blessed and will have eternal results. Otherwise our work will be burned (1 Cor. 3:12-15).



Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos

Ας προσεχουμε τι λεμε ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )


Δια τούτο βέβαια σου έδωσεν ο Θεός το στόμα, δια να ευχαριστής αυτόν, δια να οικοδομής τον πλησίον, διότι εάν κρημνίζης την οικοδομήν, είναι καλύτερον να σιγάς και ποτέ να μη ομιλής. Διότι και τα χέρια του τεχνίτου, όταν μάθουν να κατεδαφίζουν αντί να αποτελειώνουν τους τοί

χους, θα ήτο δίκαιον να αποκόπτωνται. Καθ' όσον και ο ψαλμωδός αυτό λέγει: «Θα αποκόψη ο Κύριος όλα τα δόλια χείλη». Αυτό είναι η αιτία όλων των κακών, το στόμα, μάλλον δε όχι το στόμα, άλλ' αυτοί που κάνουν κακήν χρήσιν αυτού.

Απ' αυτό προέρχονται αι ύβρεις, αι κακολογίαι, αι βλασφημίαι, η φλόγα των ηδονών, οι φόνοι, αι μοιχείαι, αι κλοπαί, όλα απ' αυτό γεννώνται. Και πως γεννώνται οι φόνοι; θα ειπή κάποιος.

Από την ύβριν έφθασες εις την οργήν, από την οργήν εις τα τραύματα, από τα τραύματα εις τον φόνον. Πως αι μοιχείαι; Η τάδε σε αγαπά, λέγει, είπε κάτι δια σε το καλόν, εχάλασε την διάθεσίν σου, έπειτα και εις σε ανάπτεται η επιθυμία.

Δια τούτο ο Παύλος έλεγεν: «Εάν υπάρχη κάποιος καλός λόγος». Επειδή λοιπόν τα αμέτρητα λόγια είναι πολλά, ορθώς ωμίλησεν ακαθόριστα, παραγγείλας να είναι εκείνοι οι λόγοι μας και δίδων τύπον ομιλίας.

Ποίον δηλαδή τύπον; Ειπών: «Εάν υπάρχη κάποιος λόγος που οικοδομεί». Ή λέγει τούτο, δια να σου οφείλη χάριν ο ακούων. Παραδείγματος χάριν: επόρνευσεν ο αδελφός σου, μη διαπομπεύης την ύβριν.

Ούτε να τον περιφρονής, δεν ωφέλησες καθόλου τον ακούοντα, αλλά και τον έβλαψες, όπως είναι φυσικόν, πήξας μέσα του το καρφί.

Αν όμως τον συμβουλεύης τι πρέπει να πράττη, του παρέχεις μεγάλην χάριν, αν τον διδάξης να έχη εύφημον στόμα, αν τον διδάξης να μη κακολογή κανένα, τότε κυρίως τον εσωφρόνισες και έχεις προσφέρει χάριν εις αυτόν, αν ομιλήσης εις αυτόν περί κατανύξεως, περί ευλάβειας, περί ελεημοσύνης, όλα αυτά καταπραΰνουν την ψυχήν του.

Δι' όλα αυτά θα σου χρεωστά χάριν. Αν όμως προκαλέσης τον γέλωτα, αν ειπής αισχρόν λόγον, περισσότερον τον ηρέθισες, αν επαινέσης την πονηρίαν, τον κατέβαλες και τον κατέστρεψες. Αυτό λοιπόν ημπορούμεν να ειπούμεν, ή δια να κάμη αυτούς κεχαριτωμένους, είπεν έτσι. Διότι όπως ακριβώς το μύρον μεταδίδει χάριν εις τους μεταλαμβάνοντας, έτσι και ο καλός λόγος.

Δια τούτο και κάποιος έλεγε: «Το όνομά σου είναι εκκενωθέν μύρον». Έκαμεν αυτούς να αποπνέουν από την ευωδίαν εκείνην. Βλέπεις ότι εκείνο που συμβουλεύει πάντοτε, αυτό και τώρα λέγει, προτρέπων εις τον καθένα να οικοδομή τον πλησίον του σύμφωνα με την δύναμίν του;





Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«Πάτερ ημών» - Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος




Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.

«Αγιασθήτω το όνομά σου».

Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.

«Ελθέτω η βασιλεία σου». Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.

«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».

Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.

«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».

Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.

«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.

«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».

Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.

«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».

Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Thursday, July 4, 2013

ΜΗΠΩΣ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΫΠΝΙΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΜΑΡΤΩΛΑ ΜΑΣ ΠΑΘΗ;


Δεν μπορώ να κλείσω μάτι! Δεν με πιάνει ο ύπνος με τίποτε! Τι φοβερό μαρτύριο! Να νυστάζεις και να μην μπορείς να κοιμηθείς. Να πέφτεις κατάκοπος στο κρεβάτι και να μην μπορείς να κλείσεις μάτι. Να υποφέρεις αμέτρητες νύχτες περιμένοντας μέσα στο σκοτάδι πότε να ξημερώσει.

Στην εποχή μας το πράγμα έχει παραγίνει. Αμέτρητοι άνθρωποι υποφέρουν από το φοβερό μαρτύριο της αϋπνίας. Κι όταν το πρωί σηκώνονται, κουβαλούν μαζί τους σώμα κουρασμένο, μυαλό θολωμένο και ψυχή ταλαιπωρημένη από την αϋπνία.

Δεν είναι μικρό το μαρτύριο της αϋπνίας. Ο ύπνος αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ανάγκες του ανθρώπου. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος, «ο ύπνος είναι γλυκύτερος και αναγκαιότερος από κάθε άλλη απόλαυση και χρησιμότερος από κάθε τροφή... Δεν είναι τόσο σπουδαίο να κοιμάσαι πάνω σε απαλό στρώμα, όσο το να κοιμάσαι επειδή νυστάζεις» (PG 54, 674). «Ο ύπνος της νύχτας είναι ένα από τα καλύτερα φάρμακα.

Θεραπεύει αρρώστιες και μας απαλλάσσει από μύριους πόνους και κόπους. Δεν αποτελεί φάρμακο μόνο για το σώμα μας αλλά και για την ψυχή, γιατί αναπαύει τις πονεμένες ψυχές (PG 49, 98).Τι φταίει όμως και δεν μας πιάνει ο ύπνος, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα βλέφαρά μας, να κοιμηθούμε;

Ένας λόγος είναι τα καθημερινά προβλήματα της ζωής μας. Είναι διάφορα θέματα που φαντάζουν άλυτα και μας δημιουργούν ένταση και νευρικότητα, που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τη νύχτα. Αυτά μας κάνουν να ασχολούμαστε στο κρεβάτι με λογαριασμούς η να προγραμματίζουμε τα σχέδια της άλλης ημέρας. Κατ’ ανάγκην κατόπιν στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι, πάσχουμε, υποφέρουμε, γινόμαστε κουρέλι.

Όταν μάλιστα όλα αυτά συνδυάζονται με το στρές, το άγχος και την αγωνία που κυριαρχεί στην ψυχή μας όλη την ημέρα, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο. Αν την ημέρα έχουμε αγωνία για το πως θα προλάβουμε τις δουλειές, πως θα πληρώσουμε τους λογαριασμούς, πως θα τα βγάλουμε πέρα, τότε παραλύουμε τελείως. Η υπερκόπωση, σωματική και ψυχική, δεν οδηγεί σε βαθύτερο ύπνο αλλά σε αϋπνία.

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που οι άνθρωποι χρειάζονται ιατρική βοήθεια και φαρμακευτική υποστήριξη. Όταν όμως δεν υπάρχουν παθολογικά αίτια, πως μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της αϋπνίας;

Αυτό που πρέπει κυρίως να καταλάβουμε είναι ότι όλη μας η ζωή είναι στα χέρια του Θεού. Γι’ αυτό και η αγία μας Εκκλησία μας ζητά καθημερινά να την εναποθέτουμε στα χέρια του Θεού! «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», μας λέει. Ολάκερη τη ζωή μας να την παραθέτουμε με εμπιστοσύνη στον Κύριό μας.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του βασιλιά Δαβίδ, ο οποίος ενώ περνούσε φοβερή δοκιμασία, όπου κινδύνευε να θανατωθεί, εμπιστευόταν απόλυτα τη ζωή του στον Θεό κι έγραφε στον 3ο Ψαλμό: «Εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα· εξηγέρθην, ότι Κύριος αντιλήψεταί μου» (γ΄ 6-7). Στις δύσκολες δηλαδή στιγμές που περνώ δεν έχασα το θάρρος μου και την ειρήνη μου, αλλά μολονότι με έχουν κυκλώσει τόσοι εχθροί, κοιμήθηκα τη νύχτα ήσυχος με ήρεμο και βαθύ ύπνο. Καί το πρωί σηκώθηκα γεμάτος θάρρος και ελπίδα, διότι είμαι βέβαιος ότι ο Κύριος θα με βοηθήσει και θα με προστατεύσει.

Αλλά και το παράδειγμα του αποστόλου Πέτρου είναι πολύ διδακτικό. Εκείνος, ενώ ήταν επί μέρες φυλακισμένος στα δεσμωτήρια του Ηρώδη, την τελευταία νύχτα πριν από την ορισμένη ημέρα της θανατικής του εκτελέσεως, κοιμόταν ατάραχος. «Τη νυκτί εκείνη ην ο Πέτρος κοιμώμενος». Καί ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος το γεγονός λέγοντας: «Δες τον Πέτρο πως κοιμάται και δεν βρίσκεται σε αγωνία και φόβο. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα που την επομένη επρόκειτο να οδηγηθεί στον θάνατο, κοιμόταν. Διότι είχε αφήσει τα πάντα στον Θεό». Ένα μόνο βήμα τον χώριζε από τον θάνατο, αυτός όμως ήταν ειρηνικός. Γι’ αυτό και μετά από χρόνια θα γράψει προς τους πιστούς: «Πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί υμών» (Α΄ Πετρ. ε΄ 7). Όλες δηλαδή τις αγωνίες σας αφήστε τες με εμπιστοσύνη στον Κύριο, διότι Αυτός νοιάζεται για σας.

Θα μπορούσαμε εμείς άραγε να μοιάσουμε έστω και λίγο στον απόστολο Πέτρο η στον βασιλιά Δαβίδ; Να εμπιστευθούμε τα βάσανά μας και τα προβλήματα της κάθε ημέρας στον Κύριό μας; Ας το κάνουμε. Καί με θερμή προσευχή να Τον παρακαλούμε να πάρει από πάνω μας το μαρτύριο της αϋπνίας η τουλάχιστον να μας κρατά ειρηνικούς κατά τις δύσκολες ώρες της αϋπνίας μας.

Η Εκκλησία μας στο ιερό Ευχολόγιο έχει ειδική ευχή για τον ύπνο. Αλλά και στο ιερό Απόδειπνο προσευχόμαστε καθημερινά στον Κύριο να χαρίσει σε μας που ετοιμαζόμαστε να κοιμηθούμε,«ανάπαυσιν σώματος και ψυχής» και «ύπνον ελαφρόν».

Με πίστη λοιπόν και προσευχή να πέφτουμε κάθε βράδυ να πλαγιάσουμε. Καί ο άγιος Θεός θα ειρηνεύει την καρδιά μας, θα έρχεται να μας συντροφεύει στοργικά στις τυχόν ώρες της αϋπνίας μας και θα μας χαρίζει ύπνο γλυκύ και ειρηνικό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι άλλος βασικός λόγος που μπορεί να προκαλέσει αϋπνία, είναι τα αμαρτωλά πάθη. Υπάρχουν ασφαλώς και πολλοί άλλοι λόγοι που μπορεί να μας προκαλούν αϋπνία και για τους οποίους μπορεί να μην έχουμε καμιά ευθύνη.

Τα πάθη όμως είναι η πιο σοβαρή αιτία που μπορεί να απομακρύνει την ειρήνη από την ψυχή μας και τον ύπνο από το σώμα μας. Λέει σχετικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι «τα πάθη καταστρέφουν ακόμη και την ανάπαυση που δίνει η φύση μας, και αφαιρούν τελείως τον ύπνο μας.

Αντίθετα όσοι είναι απαλλαγμένοι από τα πάθη έχουν ειρηνική ζωή και τη μέρα και τη νύχτα». Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαβίδ απολαμβάνοντας τέτοια ειρήνη έλεγε: «Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω, ότι συ, Κύριε, κατά μόνας επ᾿ ελπίδι κατώκισάς με» (Ψαλ. δ΄ [4] 9). «Θα κοιμηθώ δηλαδή ήσυχος και ειρηνικός, με την ελπίδα μου ακλόνητη σε Σένα, και θα χορτάσω ύπνο, διότι Εσύ, Κύριε, μου προσφέρεις την προστασία Σου».

Αλλά και οι Παροιμίες του Σολομώντος αναφέρουν ότι ο ειρηνικός άνθρωπος, που τηρεί τις εντολές του Θεού, όταν πέφτει να κοιμηθεί, θα κοιμάται ευχάριστα: «Εάν καθεύδη, ηδέως υπνώ σει» (γ΄ 24). Αντίθετα οι ασεβείς δεν μπορούν να κλείσουν μάτι, διότι «αφήρηται ο ύπνος αυτών, και ου κοιμών ται» (δ΄ 16).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του βασιλιά Δαρείου, τον οποίο εκβίασαν και αναγκάστηκε να ρίξει τον προφήτη Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων· κατόπιν, αναστατωμένος από τις τύψεις του, «απήλθεν εις τον οίκον αυτού και εκοιμήθη άδειπνος... και ο ύπνος απέστη απ’ αυτού» (Δαν. ς΄ 18). Επέστρεψε στο ανάκτορό του και από τη βαθιά του λύπη και τον έλεγχο της συνειδήσεώς του έπεσε να κοιμηθεί χωρίς να φάει τίποτε, και ο ύπνος τον εγκατέλειψε. Έμεινε όλη τη νύχτα άϋπνος μέσα στην αγωνία και την αναστάτωση.

Στο βιβλίο της Σοφίας Σειράχ πάλι διαβάζουμε ότι ο άνθρωπος που είναι κυριευμένος από τα πάθη του δεν μπορεί να κοιμηθεί, διότι κυριαρχούν στην καρδιά του η παραφορά, η ζήλεια, η ταραχή και η αναστάτωση, οι αντιπάθειες και οι φιλονικίες· τελευταίος δε νυκτερινός επισκέπτης του αμαρτωλού ανθρώπου έρχεται ο φόβος του θανάτου, που δεν τον αφήνει να αναπαυθεί καθόλου ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα. Αλλά κι όταν καταφέρει να κοιμηθεί έστω και για λίγο, δεν έχει ήσυχο ύπνο, διότι ταράζεται από τους εφιάλτες του» (μ΄ 5-6). Κι αλήθεια πως να κλείσει μάτι ο φθονερός, όταν όλη τη νύχτα σκέφτεται πως θα βλάψει αυτόν που φθονεί; Πως να κλείσει μάτι ο πλεονέκτης όταν όλη τη νύχτα σαν τον άφρονα πλούσιο σκέφτεται πως θα μεγαλώσει τις επιχειρήσεις του και θα αυξήσει τα κέρδη του; Πως να κλείσει μάτι ο εγκληματίας, όταν όλη τη νύχτα τον βασανίζουν οι τύψεις της συνειδήσεώς του;

«Οι άνθρωποι», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «που είναι αιχμάλωτοι των παθών τους, όπως οι φθονεροί, οι ζηλιάρηδες, οι πλεονέκτες, πουθενά δεν μπορούν να ειρηνεύσουν· ακόμη και στο κρεβάτι τους υποφέρουν από τα βέλη των παθών τους· και γι’ αυτό αισθάνονται μέσα τους και γύρω τους διαρκώς θορύβους, κραυγές, θρήνους και άλλα πολλά. Ενώ οι άνθρωποι που αγωνίζονται να καταπολεμούν τα πάθη τους, κι όταν είναι ξύπνιοι χαίρονται τη ζωή τους, αλλά και τη νύχτα απολαμβάνουν τον ύπνο με μεγάλη ευχαρίστηση». Διότι ο Κύριος χαρίζει «τοις αγαπητοίς αυτού ύπνον» (Ψαλ. ρκς΄ [126] 2).

Φυσικά δεν είναι μόνο τα πάθη του εγωισμού η της σαρκολατρίας που μας κάνουν να χάνουμε τον ύπνο μας. Οι σημερινοί άνθρωποι δυστυχώς έχουμε μάθει στις καταχρήσεις, στην πολυφαγία, στους πολλούς καφέδες, στην άστατη ζωή, και υποφέρουμε. Ιδιαιτέρως η βραδινή πολυφαγία και η μέθη μπορούν να μας κρατήσουν άγρυπνους και ανειρήνευτους όλη τη νύχτα. Γι’ αυτό και οι ιερoι Πατέρες μας συνιστούν να μην είμαστε κοιλιόδουλοι. Ιδιαιτέρως δε το βράδυ να τρώμε λίγο για να έχουμε καλό ύπνο. «Ο καλός ύπνος έρχεται με μισογεμισμένο στομάχι», γρα φει ο ιερός Χρυσόστομος (PG 60, 133). Καί στη Σοφία Σειράχ διαβάζουμε ότι ο άνθρωπος που τρώει λίγο το βράδυ «επί της κοίτης αυτού ουκ ασθμαίνει» (λα΄ 19).

Καθώς λοιπόν όλοι θέλουμε να έχουμε ύπνο γλυκό, ειρηνικό, ξεκούραστο, ας καταλάβουμε πρώτα απ’ όλα ότι χάνουμε κυρίως τον ύπνο μας, όταν είμαστε αιχμάλωτοι των παθών μας, αφού έχουμε έτσι ανάστατη την ψυχή μας. Καί βέβαια, όταν έχουμε αϋπνίες, ακόμη κι όταν δεν φταίμε γι’ αυτές, αντί να στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι, να καταφεύγουμε στη χάρη του Θεού. Ο καλύτερος τρόπος για να κοιμηθούμε είναι να στραφούμε μέσα στη νύχτα στον Θεό. Καί να Τον παρακαλούμε εκείνη την ώρα που δεν μπορούμε να κλείσουμε μάτι, να μας φέρει Εκείνος «ανάπαυσιν σώματος και ψυχής», «ύπνον ελαφρόν και πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον». Καί ο παντοδύναμος Θεός θα γίνει ίλεως και στη δική μας ταλαιπωρία. Καί θα έρχεται να μας συντροφεύει στοργικά τις ώρες της αϋπνίας και να μας χαρίζει ύπνο γλυκύ και ειρηνικό.

Repenting before death closes the door...


Repent before death closes the door of your life and opens the door of judgement.

Repent before death and since you do not know the hour of death, repent today, even now, and cease to repeat your sin.

Thus, St. Ephraim the Syrian prays:

Before the wheel of time stops in my life, have mercy on me;

Before the wind of death blows and diseases, the heralds of death, appear on my body, have mercy on me;

Before the majestic sun in the heights becomes darkened for me, Have mercy on me; and may Your light shine for me from on high and disperse the dreadful darkness of my mind;

Before the earth returns to earth and becomes decay and before the destruction of all the features of its beauty, have mercy;

Before my sins deceive me at the judgment and shame me before The Judge, have mercy O Lord, filled with gentleness;

Before the hosts come forth, preceding the Son of the King to assemble our miserable race before the throne of the Judge, have mercy,

Before the voice of the trumpet sounds before Your coming, spare Your servants and have mercy, O Lord our Jesus;

Before You lock Your door before me, O Son of God, and before I become food for the unquenchable fires of Gehenna, have mercy on me.

St. Nikolai Velimirovich

Remembering Past Sins ( St. Nikolai Velimirovich )





When a man once truly repents, he need not think any more about the sins he committed so that he will not sin again.

St. Anthony counsels: "Be careful that your mind not be defiled with the remembrance of former sins and that the remembrance of those sins not be renewed in you."

Again, in another place, St. Anthony says: "Do not establish your previously committed sins in your soul by thinking about them so that they not be repeated in you. Be assured that they are forgiven you from the time that you gave yourself to God and repentance. In that, do not doubt."

It is said of St. Ammon that he attained such perfection that from much goodness he was not aware that evil exists anymore. When they asked him what is that "narrow and difficult path" (Matthew 7:14), he replied: "That it is the restraining of one's thoughts and severing of one's desires in order to fulfill the will of God."

Whoever restrains sinful thoughts, does not think of his own sins or the sins of others neither of anything corruptible nor of anything earthly. The mind of such a man is continually in heaven where there is no evil. Thus, in him, sin gradually ceases to be, even in his thoughts.

St. Nikolai Velimirovich
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...