Tuesday, May 14, 2013
Why Does Humility Lead Us to Righteousness?
. To repent we must not boast of our spiritual feats, but humble ourselves like the Publican who longs for a change of mind. We are called to learn this secret of the inward poverty of the Publican rather than the self-righteousness of the Pharisee who is convinced of his perfectness and not open to change because of his pride.
Saint Gregory Palamas answers the question, Why does Humility lead us to righteousness?
Why does humility lead up to the heights of righteousness, whereas self-conceit leads down to the depths of sin? Because anybody who thinks he is something great, even before God, is rightly abandoned by God, as one who thinks that he does not need His help. Anybody who despises himself, on the other hand, relies on mercy from above, wins God's sympathy, help and grace. As it says, “The Lord resists the proud: but he gives grace to the lowly” (Proverbs 3:34 Lxx).
When we compare ourselves to the calling of God, being made in His image, we can be no other than humble. Unless we think this way, why do we need God's help? We will remain stuck in our own ego-centeredness, condemned to the heights of our own making. Our end when it comes will also be of our own making. We will die with only our own thoughts to comfort us. Humility is the key to knowing and becoming united with God so we can live in His grace. All we need is a little bit of humility and God will widen our perspective little by little until we find His full glory. As we prepare for this Lenten period, let us all seek to find one new limitation we have that keeps us from a full union with our God.
Reference: Saint Gregory Palamas: The Homilies, pp 6-7
Η ησυχαστική παράδοση στο Άγιον Όρος από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά έως σήμερα. Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν κυρίως Αγιορείτης. Στη θεοφώτιστη διδασκαλία του διδάσκει αυτό που συνάντησε και βίωσε στο Άγιον Όρος. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν Αγιορείτης πριν γίνει Αγιορείτης, αφού είχε συνεχή τον σύνδεσμο με την ασκητική, ησυχαστική, αθωνική ζωή. Όταν αναγκάσθηκε να εξέλθει του φίλτατου Αγίου Όρους προς υπεράσπιση του ησυχασμού, παρέμεινε ακραιφνής Αγιορείτης παρά τις πολεμικές, τις διώξεις, τις τιμές και τις δόξες, μέχρι τη μακαρία κοίμησή του.Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά συμπύκνωση όλης της παλαιότερης διδασκαλίας της Εκκλησίας, στη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού, που συναντούμε στην Αγία Γραφή, στους Αποστολικούς Πατέρες, στους Καππαδόκες Πατέρες, ιδίως στον Μ. Βασίλειο και κατόπιν στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Η παλαμική διδασκαλία παρουσίασε θαυμάσια τις διαστάσεις και τις συνέπειες της σωτήριας αυτής διδασκαλίας.
Ο Βαρλαάμ αποτελεί τον κανονάρχη των ορθολογιστών φιλοσόφων, που αμφισβητούσαν βάναυσα
την ησυχαστική ζωή των νηπτικών πατέρων του παραδοσιακού αθωνικού Ορθόδοξου μοναχισμού. Η τυχόν επικράτηση των αιρετικών βαρλααμικών απόψεων θα σήμαινε κατάργηση του μοναχισμού και της νηπτικής του εργασίας. Ο άγιος Γρηγόριος σταθερά επέμενε ότι ο αληθινός δρόμος της θεογνωσίας είναι η καθαρότητα της καρδιάς κι όχι η έξαρση της λογικής που οδηγεί στον
αγνωστικισμό. Ένα από τα πρώτα έργα του αγίου το «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» αναφέρεται με
σαφήνεια στην παιδεία κι ότι η φιλοσοφία δεν οδηγεί στη γνώση του Θεού, καθώς επίσης στη νοερά προσευχή και στο άκτιστο φως.
Ο άγιος Γρηγόριος μετέβη στο Άγιον Όρος ως μαθητής και όχι ως διδάσκαλος. Η πολυετής προσευχή του ήταν «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος!». Διετέλεσε υποτακτικός θεοφώτιστων Γερόντων, παρέμεινε σιωπηλός και μόνο όταν υπήρξε απόλυτη ανάγκη μίλησε και έγραψε κι εξήλθε
του Όρους, για να μεταφέρει την Παράδοση της Εκκλησίας, που μελέτησε και διδάχθηκε, και το καθαρό βίωμα της εμπειρίας του. Ο ησυχασμός είναι η ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως, το βασικό γνώρισμα της αγιοπατερικής διδασκαλίας και αυτό μετέφερε, καθώς αναφέρει ο άριστος βιογράφος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο επίσης νηπτικός και ησυχαστής. Ας δούμε τις ιερές μορφές Αθωνιτών όσιων και τη νοερά εργασία τους την εποχή του αγίου Παλαμά και μετά από αυτόν:
Ο άγιος Φιλόθεος ως Λαυριώτης μοναχός υπογράφει τον Αγιορείτικο Τόμο του 1339. Πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Παλαμά. Το 1346, ενώ ήταν ακόμη στη Μ. Λαύρα, έγραψε δύο λόγους περί του Θαβωρείου Φωτός και κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη Σύνοδο του 1351 ως μητροπολίτης Ηρακλείας για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον Τόμο των Πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά και καθώρισε τη μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών συνθέτοντας την ακολουθία του. Στα πολλά έργα του ο άγιος Φιλόθεος χρησιμοποιεί με χάρη τη χαρακτηριστική ησυχαστική ορολογία ως γνήσιος ησυχαστής.
Γέροντας του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος τον ενέπνευσε και μύησε στα καλά της ησυχαστικής ζωής, είναι ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής, ο οποίος ασκήθηκε στα ερημικώτερα μέρη του Αγίου Όρους και διέδωσε τις ησυχαστικές αντιλήψεις μεταξύ των Αγιορειτών. Καρπός της αθωνικής ησυχίας είναι η σοφή πραγματεία του «Περί νήψεως και φυλακής καρδίας», που βρίσκεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. Εκτός της μελέτης και της συγγραφής μόνιμο μέλημά του ήταν η άσκηση της νοεράς προσευχής, που έχοντας πηγή τους λόγους των αγίων Αντωνίου του Μεγάλου, Μακαρίου Αιγυπτίου, Ιωάννου της Κλίμακος, Διαδόχου Φωτικής και Συμεών του Νέου Θεολόγου, έγινε κτήμα της φωτισμένης καρδιάς του. Γι’ αυτό μπορεί να μιλά τόσο καθαρά περί νήψεως στα έργα του: «Την μεν προσοχήν τινές των αγίων νοός τήρησιν έφησαν, άλλοι δε καρδιακήν φυλακήν, έτεροι δε νήψιν και άλλοι νοεράν ησυχίαν και άλλοι άλλως. Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, Ούτω και περί τούτων νόει. Τι δε εστί προσοχή και τι τα ταύτης ιδιώματα, ακριβώς μάνθανε. Προσοχή εστί μετανοίας ακραιφνούς γνώρισμα, προσοχή εστίν αθέτησις αμαρτίας και αρετής επανάληψις, προσοχή εστίν συγχωρήσεως αμαρτιών ανενδοίαστος, πληροφορία· προσοχή εστίν αρχή θεωρίας, μάλλον δε υπόθεσις θεωρίας· δια ταύτης γαρ ο Θεός, παρακύψας, εμφανίζεται τω νοΐ· προσοχή εστίν αταραξία νοός, ή μάλλον, στάσις αυτής, δι' ελέους Θεού τη ψυχή βραβευθείσα· προσοχή εστί καθαίρεσις μεν λογισμών, Θεού δε μνήμης ανάκτορον και της των επερχομένων υπομονής ταμειούχος· προσοχή εστί πίστεως, ελπίδος και αγάπης παραίτιος»5. Ο ησυχαστής όσιος Νικηφόρος υπήρξε ένας από τους πρώτους και σημαντικούς προδρόμους της μεγάλης ησυχαστικής κινήσεως του 14ου αιώνα.
Επίσης Γέροντας του αγίου Παλαμά υπήρξε ο όσιος Νικόδημος ο Ησυχαστής (1322), ο οποίος κατά τον άγιο Φιλόθεο υπήρξε «ανήρ θαυμαστός κατά τε πράξιν και θεωρίαν», ασκητής έξω της μονής Βατοπαιδίου, τον οποίο ανακάλυψε ο θείος Παλαμάς, θαύμασε τον βίο του κι έζησε πλησίον του εν νηστεία και αγρυπνία και νήψει και αδιαλείπτω προσευχή επί μία τριετία (1319-1322) και από αυτόν έλαβε το μέγα και αγγελικό των μοναχών σχήμα.
Ο άγιος Παλαμάς συνδεόταν επίσης με τον Αθωνίτη φιλοησυχαστή κι αντιλατινόφρονα άγιο Θεόληπτο, μητροπολίτη Φιλαδέλφειας (1324/26). Είναι γεγονός και πρέπει να τονισθεί πως όλοι οι οπαδοί της ησυχαστικής κινήσεως ήταν και πρόκριτοι της ανθενωτικής, γι' αυτό και είχαν πρώτους αντιπάλους τους λατινόφιλους. Ο άγιος Θεόληπτος σε λόγο του «Περί του μοναδικού επαγγέλματος» γράφει προς μοναχό: «Την οδό της διανοίας οδεύων, τα ρήματα της ευχής αναλέγου· και διαλέγου τω Κυρίω αεί βοών και μη εκκακών πυκνά δεόμενος και την αναίδειαν μιμούμενος τής τον αμείλικτον κριτήν δυσωπησάσης χήρας. Τότε πνεύματι περιπατείς και σαρκικαίς επιθυμίαις ου προσέχεις και λογισμοίς κοσμικοίς ου διατέμνεις της ευχής την συνέχειαν ναός δε Θεού χρηματίζεις, απερισπάστως τον Θεόν εξυμνών. Ούτω κατά διάνοιαν ευχόμενος, αξιούσαι και εις μνήμην Θεού διαβαίνειν και εν τοις αδύτοις του νου εισιέναι και μυστικαίς θεωρίαις τον αόρατον κατοπτεύειν και γνωστικώς ενιαίως και αγαπητικαίς εκχύσεσι, μόνος τω Θεώ μόνω κατά μόνας λειτουργών. Ο άγιος Θεόληπτος υπήρξε συμμαθητής του αγίου Παλαμά του ιερού «φροντιστηρίου» του οσίου Νικηφόρου Περί φυλακής της καρδίας και της τέχνης της προσευχής. Ο άγιος Θεόληπτος μαθητή είχε τον λόγιο μητροπολίτη Εφέσου Ματθαίο και τη μοναχή Ευλογία, πρώην αυτοκράτειρα Ειρήνη Χουμναίνα Παλαιολογίνα. Θεωρείται πρωτεργάτης ενός αναγεννητικού πνεύματος στο Βυζάντιο, βασισμένο στην πατερική παράδοση. Πρόκειται για λαμπρό εισηγητή του ησυχαστικού πνεύματος στις κοινωνίες του κόσμου και συνεχιστή του έργου του Αθωνίτη Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου, που έγινε φορέας των ησυχαστικών ιδεών μέσω των μαθητών του στον κόσμο και η προσευχή του Ιησού έγινε κτήμα πολλών, φτερουγίζοντας από τις έρημους και τις μονές, για να σκηνώσει σε όλη την Εκκλησία, ακόμη και στα αυτοκρατορικά δώματα, αφού ο άγιος Αθανάσιος υπήρξε σύμβουλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β' του Παλαιολόγου και στην εποχή του πραγματοποιείται μια θεοκρατία στην πόλη του, στην καλύτερη μορφή της.
Την ίδια εποχή στο Άγιον Όρος εργάζεται ο μεγάλος νηπτικός πατήρ και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (+1346), ο οποίος διέδωσε τον ησυχασμό σε όλα τα Βαλκάνια δια των αγίων μαθητών του. Ο βιογράφος και μαθητής του άγιος Κάλλιστος γράφει περί αυτού: «Πάσαν σχεδόν την των μοναχών πληθύν και νύκτωρ και μεθημέραν εδίδαξε και εφώτισε, και δια της καθαράς ησυχίας και προσευχής τω Θεώ μετά σπουδής πάντας τους προσερχόμενους προσωκειώσατο». Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στην παράφραση του ωραιότατου βίου του Καλλίστου αναφέρει πώς ο όσιος Γρηγόριος «είχε διαπαντός έργον περισπούδαστον να δράμη Αποστολικώς όλην την Οικουμένην, και να σύρη όλους τους Χριστιανούς εις την θείαν ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον όπου με το μέσον της πρακτικής αρετής να τους ανεβάση, ωσάν και τον εαυτόν του, εις το ύψος της θεωρίας με την συχνήν δέησιν της νοεράς προσευχής, καθώς και έγινε με το έργον τη αλήθεια δια της θείας χάριτος».
Αξιόλογοι μαθητές του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και θερμοί ακόλουθοι της ησυχαστικής παραδόσεως ήταν Μάρκος ο νηπτικός από τις Κλαζομενές, Ιάκωβος Επίσκοπος Σερβίων, Ααρών ο διορατικός, Μωυσής, Κλήμης από τη Βουλγαρία, Λογγίνος, Κορνήλιος και Ησαΐας. Οι τρεις τελευταίοι είναι αυτοί που βρήκε ο Γρηγόριος ασχολούμενους με τη θεωρητική ζωή στη σκήτη του Μαγουλά. Απέκτησαν και αυτοί αρκετούς μαθητές και τους μύησαν στα μυστικά της ιεράς ησυχίας: «Τη μελέτη και σπουδή των κρειττόνων προστετηκότες και μέχρι τελευτής τη νοερά και σωτηριώδει εργασία εμμελετώντες και ασχολούμενοι» κατά τον άγιο Κάλλιστο.
Ο άγιος Κάλλιστος (+1363) συνδέεται στενά, εκτός του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτη, και με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, του οποίου υπήρξε ενθουσιώδης ακόλουθος, τον συνόδευσε στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, υπέγραψε τον Αγιορείτικο Τόμο (1339), συγκάλεσε σύνοδο στα ανάκτορα των Βλαχερνών, που επικύρωσε την παλαμική διδασκαλία. Αναδείχθηκε και σημαντικός συγγραφέας, όπου καθαρά φαίνεται η καθαρή καρδιά και η αγάπη της ησυχίας: «Νους καθαρθείς δια της νήψεως, ραδίως σκοτίζεται, ει μη τη συνέχει μνήμη του Ιησού απασχολείται πάντη των έξωθεν. Ο δε την πρακτικήν συναρμόσας τη θεωρία, οιονεί τη του νοός τηρήσει, ψόφους ουκ απαναίνεται κτύπους ανάρθρους ή και ενάρθρους ουκ αποσείεται, τρωθείσα γαρ η ψυχή τω θείω έρωτι του Χριστού, ως αδελφιδώ τούτω γε κατακολουθεί
Οι άριστα βιογραφούμενοι από τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο Αγιορείτες όσιοι· Γερμανός ο Μαρούλης (1336) ο λάτρης της ησυχίας, ο ισόβιος υποτακτικός, ο θεωρητικός, Σάββας ο Βατοπαιδινός (+1394), ο δια Χριστόν σαλός, ο «λιμώ τε και δίψει και παννύχοις προσταλαιπωρών αγρυπνίαις, ώσπερ άσαρκος τις και άυλος ων η πτηνός μάλλον και ουκ άνθρωπος, μηδέν έχων μεθ' εαυτού το παράπαν, ει μη το σώμα», ο αγωνισθείς κατά του Ακίνδυνου, Ισίδωρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1350), του οποίου ο βίος είναι γεμάτος από θεοφάνειες, αγγελοφάνειες κι αγιοφάνειες, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον έστειλε στον κόσμο και στάθηκε ένας από τους πρωτοστάτες του αντιβαρλααμικού αγώνος, μεταλαμπαδευτής της νοεράς προσευχής σε περισσότερα στρώματα ανθρώπων, το μοναχικό σχήμα έλαβε από τον άγιο Παλαμά, του οποίου υπήρξε συνοδοιπόρος στους αντιαιρετικούς αγώνες και ως Πατριάρχης τον αποκατέστησε και τον χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.
Ορισμένοι των μαθητών του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου μετέφεραν το ησυχαστικό αθωνικό πνεύμα στα Βαλκάνια και πέραν αυτών, όπως οι όσιοι Ρωμύλος (+1375), που μετέφερε στον σερβικό μοναχισμό την ασκητική και μυστική παράδοση του διδασκάλου του, με τους δικούς του μαθητές Νέστορα, Δανιήλ, Σισώη, Μαρτύριο και Γρηγόριο κι έχουμε μια μεγάλη εξάπλωση του ησυχασμού στη Σερβία και Βουλγαρία, Θεοδόσιος (+1362), που στη μονή που ίδρυσε στο Κελιφάρεβο Τυρνόβου, καλλιέργησε τα γράμματα και τη νήψη και την έκανε κέντρο ησυχασμού, παιδείας και πολιτισμού, σε δύο συνόδους που κλήθηκε υπεράσπισε σθεναρά την αλήθεια των ήσυχαστών, ως και ο μαθητής του Ευθύμιος Τυρνόβου (+1401/2), σημαντικός Βούλγαρος συγγραφέας, ο οποίος έγραφε στον συνέκδημό του άγιο Κυπριανό Κιέβου περί των καλών της ησυχίας: «Η έρημος είναι μήτηρ της ησυχίας, νηστείας διδάσκαλος, σύζυγος πνευματική, κλίμαξ προς ουρανόν φέρουσα, οδός προς Θεόν απλανής, άλυσις ευεργετική, ησυχία και νηστεία, αγνεία παρακλητική, σοφίας καθηγητής». Φίλος των παραπάνω αγίων ήταν ο άγιος Νικόδημος της Τισμάνα (+1406) ως και των αγίων Φιλόθεου Κόκκινου και Γρηγορίου του Παλαμά. Καλλιέργησε μακροχρόνια τη νοερά προσευχή κι αξιώθηκε χαρισμάτων. Στις μονές που ίδρυσε στη Βουλγαρία και Ρουμανία, μετέφερε τις ησυχαστικές ιδέες. Θεωρείται πατέρας του ρουμάνικου μοναχισμού. Παρόμοιο έργο επιτελεί στη Ρωσία ο Αθωνίτης ησυχαστής άγιος Κυπριανός μητροπολίτης Κιέβου (+1406) με τις μεταφράσεις ασκητικονηπτικών κειμένων και την εδραίωση της περί τον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ ησυχαστικής κινήσεως και της προς το Άγιον Όρος στροφής των Ρώσων. Η μυστική ζωή ήρεμα γίνεται δεκτή, παρά τις κάποιες αντίθετες ιδέες, υιοθετούνται οι παλαμικές αντιλήψεις και δημιουργείται η σημαντική κίνηση των πέρα του Βόλγα σπουδαίων στάρετς.
Μεγάλη μορφή ησυχαστή είναι του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου η συνομιλία με τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη αποτελεί σταθμό στη νηπτική γραμματεία. Αναφέρει λοιπόν πώς με τη βοήθεια της Θεοτόκου «άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν, και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου, και της Θεοτόκου μου, και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών, και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου… Εποθούσα την ησυχίαν πάντοτε, δια να απολαύσω πλέον περισσότερον τον καρπόν της προσευχής ο οποίος είναι μία αγάπη υπερβολική εις τον Θεόν, και μία αρπαγή του νοός προς τον Κύριον… Όταν έλθη η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον δια μέσου της προσευχής, τότε παύει η προσευχή· επειδή και ο νους κυριεύεται όλος από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και δεν ημπορεί πλέον να ενεργήση τας δυνάμεις του, αλλά μένει αργός, και υποτάσσεται εις το Άγιον Πνεύμα, και όπου θέλει το Άγιον Πνεύμα τον πηγαίνει, ή εις αέρα άυλον θείου φωτός, ή εις άλλην θεωρίαν ανεκδιήγητον ή και πολλάκις εις ομιλίαν θεϊκήν και εν συντομία, καθώς θέλει το Πνεύμα το Άγιον, έτσι παρηγορεί τους δούλους του καθώς πρέπει εις τον καθένα, έτσι του δίδει και την χάριν του».
Βλαστός της αθωνικής ησυχαστικής χορείας είναι και ο όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης (1380), μαθητής των σπουδαίων ησυχαστών Γρηγορίου και Μωυσή της σκήτης του Μαγουλά, των οποίων το πνεύμα μετέφερε στη μοναστηριούπολη των Μετεώρων. Επίσης ο άγιος Κάλλιστος ο Β', ο Παντοκρατορινός και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1397), ο οποίος μαζί με τον όσιο Ιγνάτιο τον Ξανθόπουλο έγραψαν περί των καλών της θεοποιού ευχής: «Αδιαλείπτως τοίνυν παράμεινον τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ίνα καταπίη η καρδία τον Κύριον και ο Κύριος την καρδίαν και γένηται τα δύο εις εν. Και αύθις μη χωριζέτω την καρδίαν υμών από του Θεού, αλλά προσμένετε και φυλάσσετε αυτήν μετά της μνήμης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάντοτε έως ου εμφυτευθή το όνομα του Κυρίου έσω εν τη καρδία και μηδέν έτερον εννοή, ίνα μεγαλυνθή Χριστός εν υμίν». Ο άγιος Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης συνεχίζοντας θα πει: «Όταν το του νοός πρόσωπον νεύον είσω καρδίας, δρα την του πνεύματος έλλαμψιν εξ αυτής αείβλυτα πηγάζουσαν, τότε πάνυ καιρός του σιγάν».
Παρατηρούμε πώς κεντρική μορφή του 14ου αιώνα αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359). Τα έργα του τον κατατάσσουν μεταξύ των μεγάλων θεολόγων και πατέρων της Εκκλησίας. Ύστερα από τις γνωστές ησυχαστικές έριδες μας άφησε δωρεά ανεκτίμητη, ογκώδη μυστική γραμματεία. Ο Αθωνίτης ασκητής, ύστερα από πολλούς και μακρούς αγώνες, δικαιώθηκε από τρεις συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως 1341,1347 και 1351. Ο σοφός ιεράρχης της Θεσσαλονίκης ανανέωσε με το έργο του τις περί του ακτίστου φωτός θείες εμπειρίες της Εκκλησίας. Το έργο του αυτό επηρέασε βαθειά τη μετέπειτα θεολογία και τη μοναστική ζωή. Η νίκη του αγίου Παλαμά κατά των αιρετικών, ήταν νίκη του Αγίου Όρους, κατά των ρευμάτων του ουμανισμού και της κυριαρχίας του ορθού λόγου και της γνώσεως, που έθεταν την πίστη σε δεύτερη μοίρα και αλλοίωναν το νόημα της ευαγγελικής αγάπης, προσευχής και ασκήσεως. Ο 14ος αιώνας με την παρουσία εμπνευσμένων μορφών και με κορυφαίο τον άγιο Παλαμά δύναται να χαρακτηρισθεί ως ο λαμπρότερος στην ιστορία της αθωνικής αγιότητος. Η πνευματική ζωή είχε φθάσει σε υψηλό βαθμό και η αρετή των μοναχών κυριαρχούσε.
Θα μπορούσαμε να πούμε πώς η δόξα του 14ου αιώνα ήταν μια πλούσια δωρεά, που θα έπρεπε να φυλαχθεί στις δυσκολίες που θα ακολουθούσαν. Όμως και μέσα στους αιώνες της δουλείας ο Άθωνας δεν υστερήθη οσίων ησυχαστών: Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης (+1411) μαθητής των οσίων Νείλου του Εριχιώτη, Θεογνώστου και Μαξίμου του Καυσοκαλύβη με υπερθαύμαστη άσκηση και υψηλή θεωρητική ζωή, Νείλος της Σόρας (+1508), ο οποίος χρησιμοποίησε στα συγγράμματά του την ησυχαστική ορολογία των Αθωνιτών, την οποία παρουσίασε σε μοναχούς και λαϊκούς, γιατί η άσκηση και η προσευχή ως μέθοδος τελειοποιήσεως του πνεύματος είναι εξ ίσου απαραίτητη σε όλους, ως και ο ομόφρονας μαθητής του Ιννοκέντιος τού Βολογκόντσκυ (+1521), Διονύσιος ο εν Ολύμπω (+1541), ο λάτρης της ησυχίας και νήψεως, Θεωνάς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1542), όπου κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ησύχαζεν εκεί (στο ασκητήριό του) μόνος, μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και πάλιν συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρήγορων αυτούς πολλάκις με την θείαν διδασκαλίαν του… συνομιλεί με τον Θεόν, και εις την αγάπην αυτού ανεφλέγετο, είναι απόδειξις, ότι ηγάπησε τον Θεόν εξ όλης ψυχής του, και εξ όλης καρδίας του, και εξ όλης ισχύος του, και εξ όλης της διανοίας του».
Φορέας των παλαμικών ιδεών στη Ρωσία ήταν και ο Βατοπαιδινός μοναχός Μάξιμος ο Γραικός (+1556), ο οποίος παρά τις πικρές του περιπέτειες, μέσα στη φυλακή έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, κι αναδείχθηκε για το αναμορφωτικό του έργο το πιο λαμπρό ελληνικό όνομα στη Ρωσία.
Ο όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης (+1651) «καταφλεγόμενος από τον πόθον της ησυχίας, εζήτει τόπον ερμημικώτερον και εύρων σπήλαιον κατάκρημνον και από τα δύο μέρη, φοβερόν εις την θέαν δια το κρημνώδες, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας και κατήλθεν εις αυτό. Έμεινε δε εκεί ο αείμνηστος, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και καταγινόμενος εις θεωρίας, άλλος δε κανείς δεν εγνώριζε τούτο, ει μη μόνος εκείνος, όστις τον ωδήγησεν εις αυτό. Εις αυτό δε και έμεινεν έως τέλους άγνωστος και αγωνιζόμενος ο μακάριος… πόσας δε αγγελικάς οπτασίας και παρηγορίας είδεν, αδύνατον είναι να διηγηθή τις».
Πράγματι ο «ΙΗ' αιών ομοιάζει εν Άθω εις πολλά τον ΙΔ'». Πρώτος της πνευματικής αυτής κινήσεως υπήρξε ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+1730), τον οποίο δικαίως ο ομόφρονας υποτακτικός του παπα-Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης (+1765) εξαίρει ως πρότυπο ασκητή-ησυχαστή, νηστευτή-σπηλαιώτη, αλείπτη νεομαρτύρων, διδάσκαλο της νοεράς προσευχής, όταν προσευχόταν «έβγαινε φλόγα πυρός από του στόματός του». Του ίδιου πνεύματος ήταν και ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+1745), περί του οποίου ο πρώτος βιογράφος του όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, γράφει περί των μεγάλων ασκητικών του αγώνων και προσευχών του «μετά δακρύων πολλών και στεναγμών (έλεγε) το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Είχεν έργον παντοτινόν ο αείμνηστος, και εσπούδαζεν, αν ήτον τρόπος, και δεν εμποδίζετο από τους ανθρώπους, να μην την αφίνη, ούτε από τον νουν του ούτε από το στόμα του». Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (+1779), μετά εικοσαετή άσκηση στη μονή Φιλόθεου και εσωτερική πληροφορία εξήλθε στον κόσμο και κατά τις εθνοσωτήριες και ψυχωφελείς ιεραποστολικές του περιοδείες μοίραζε σταυρούς και κομποσχοίνια, μιλώντας απλά αλλά μεστά, για τη δύναμη της νοεράς προσευχής: «Να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον, και το κομπολόγιόν σας να έχη τριάντα τρία σπυρία, και να προσεύχεσθε να λέγητε το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Μέσα εις το Κύριε Ιησού Χριστέ, αδελφοί μου, τι θεωρεί; θεωρεί η Αγία Τριάς, ο Θεός μας, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας. Και πάντες οι Άγιοι με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ επήγαν εις τον παράδεισον. Και όποιος λέγει αυτόν τον λόγον και κάμνει και τον Σταυρόν του, καν άνδρας, καν γυναίκα, ευλογεί τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ ιατρεύονται κάθε αρρωστείες. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ, οι Απόστολοι αναστούσαν νεκρούς και ιάτρευαν πάσαν ασθένειαν. Με τον σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αποστομώνει ο άνθρωπος κάθε αιρετικόν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αγιάζει ο άνθρωπος και πηγαίνει εις τον παράδεισον, να χαίρεται και να ευφραίνεται ωσάν οι Άγγελοι».
Μια τετράδα οσίων θα σταθεί στην κορυφή της δημιουργικής πνευματικότητας του 18ου και 19ου αιώνος και θα μας δώσει ένα λαμπρό αναγεννητικό έργο, του οποίου τους ευχύμους καρπούς γευόμαστε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τους ομόφρονες νεοησυχαστές Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (+1794), Μακάριο Νοταρά (+1805), Νικόδημο Αγιορείτη (+1809) και Αθανάσιο Πάριο (+1813). Οι τρεις τελευταίοι είναι και οι πρωτοστάτες του λεγόμενου κινήματος των Κολλυβάδων. Το κίνημα αυτό μιλούσε ζωηρά για επιστροφή στη ζωντανή πατερική παράδοση, περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως, συνειδητής συμμετοχής του λαού στη λατρεία, νήψεως και ασκητικότητος. Μάλιστα οι όσιοι αυτοί ασχολήθηκαν με τη ζωή και το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Γέροντα είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Μετά πολυετή παραμονή στον Άθωνα επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου στις μονές που προΐστατο, έτρεφε τους πολλούς μοναχούς του κυρίως με τα νηπτικά έργα, που μετέφραζαν συνέχεια, όπως τη Φιλοκαλία το 1793, και πολλά άλλα, που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν και στη Ρωσία και δημιούργησαν ησυχαστική αναγέννηση με πλουσίους καρπούς. Μεταξύ των έργων αυτών διακρίνονται και έργα του αγίου Παλαμά. Περί της νοεράς προσευχής γράφει ο όσιος Παΐσιος: Οι άγιοι ονομάζουν την προσευχή αυτή τέχνη τεχνών. Ποιος μπορεί ν' ασχοληθεί μ' αυτή χωρίς να διδαχτεί από έναν τεχνίτη, δηλαδή από έναν έμπειρο καθοδηγητή; Η προσευχή αυτή είναι μάχαιρα του πνεύματος, δοσμένη απ' τον Θεό για να συντρίψουμε τον εχθρό των ψυχών μας. Για κείνον όμως που δεν τη χρησιμοποιεί σωστά, υπάρχει φόβος να στραφεί εναντίον του. Η προσευχή αυτή έλαμψε σαν ήλιος ανάμεσα στους μοναχούς.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γνώρισε τον μοναχισμό και τη νοερά άθληση από τους ενάρετους εξόριστους Κολλυβάδες Γρηγόριο, Νήφωνα, Αρσένιο και Σίλβεστρο τον Καισαρέα στην Ύδρα. Η γνωριμία του και συνεργασία του με τον άγιο Μακάριο Κορίνθου τον Νοταρά έφερε ως μεστό καρπό τη συλλογή και έκδοση της περίφημης Φιλοκαλίας, το 1782, η οποία αποτέλεσε σταθμό για την Ορθόδοξη πνευματικότητα και είχε μεγάλη απήχηση στον μοναχισμό και στον πιστό λαό, ώστε αργότερα να χαρακτηρίζει την εποχή αυτή. Η απώλεια των χειρογράφων του οσίου της εκδόσεως των Απάντων του Αγίου Παλαμά μετά δικών του σχολίων τον έκανε κατά τον βιογράφο του «κλαίοντα και οδυρόμενο». Κατά τον άγιο Νικόδημο: «Ο Παλαμάς εις τον ακρότατον ανελθών και ταις θεοπτικαίς λάμψεσι καταυγαζόμενος την διάνοιαν, σοφώτατα και θεολογικώτατα συγγράμματα τη Εκκλησία καταλείπει». Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης εύστοχα παρατηρεί για τον όσιο Νικόδημο: «Τον Παλαμάν εθεώρει ως τον εκφραστικώτερον θεολόγον του Ησυχασμού, υπέρ ου τόσον εμόχθησε και τόσα έπαθεν επί δεκαπενταετίαν δια την Συνοδικήν του δικαίωσιν. Εις τα έργα του ο θειος Πατήρ περισσότερον παντός άλλου επικαλείται τον Παλαμάν, ον μνημονεύει μετά πολλού σεβασμού και αγάπης, οσάκις πρόκειται να υποστηρίξη μίαν άποψίν του θεολογικήν, αναφερομένην εις την Ορθόδοξον πνευματικότητα». Θ' αρκεσθούμε μόνο σε μια φράση του οσίου από το αριστουργηματικό του Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον επί του θέματός μας· «Συνεργούντος σοι του συνεχώς εν τη καρδία σου μελετωμένου γλυκύτατου Ιησού, θέλεις αναβή και εις τα υπέρ φύσιν διότι ανασκαλεύων δια της νοεράς ταύτης εργασίας και εξάγων τον χουν, και την τέφραν των παθών, και πονηρών λογισμών και προλήψεων από της καρδίας σου, η οποία έχει εν εαυτή συγκεχωσμένον τον σπινθήρα της υπερφυσικής χάριτος του Θεού, θέλεις εύρη και αυτόν τον ίδιον σπινθήρα ον ήλθεν ο Χριστός βαλείν επί της γης της καρδίας, και θέλεις χαρή επί τη ευρέσει αυτού χαράν ανεκλάλητον, και από της χαράς σου θέλεις χύση γλυκύτατα δάκρυα.
Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος στο προοίμιο της παραφράσεως του βίου του αγίου Παλαμά, μεταξύ άλλων, αναφέρει πώς γράφει: «από ένα θερμότατον πόθον, όπου αισθάνομαι εις την καρδίαν μου, προς τον μέγαν εν ιεράρχαις Γρηγόριον, τον θαυμάσιον ποιμένα της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, τον λαμπρότατον φωστήρα, όλου του νοητού στερεώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας… Εφρόνει (μετά της Καθολικής Εκκλησίας δηλονότι) και όχι μόνον εφρόνει, αλλά και πολλά έγραψε, και με όλας τας δυνάμεις ηγωνίσθη να απόδειξη και απέδειξεν ότι πάσα θεία ενέργεια και η θεία και θεοποιός χάρις και το φως όπου έλαμψεν ο Κύριος εις την θείαν του μεταμόρφωσιν ήσαν και είναι άκτιστα, και δυσσεβείς και κακόφρονας απέδειχνεν εκείνους, όπου τα εδογμάτιζαν κτιστά.
Παραλείποντες θαυμαστά στοιχεία βίων ιερών μορφών νεοησυχαστών Αγιορειτών του 19ου και 20ου αιώνος, που υπάρχουν σε πολλά σύγχρονα Γεροντικά, θα σταθούμε σε τέσσερις αρκετά γνωστές μορφές των ημερών μας, μακαριστούς πλέον και μακάριους, οι οποίοι πολλούς πολύ ωφέλησαν.
Πρόκειται για τον πολύτεκνο και καλλίτεκνο ασκητή Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (+1959) περί του οποίου γράφει ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αρχιμανδρίτης Εφραΐμ ως πνευματικός εγγονός αυτού: «Μελετώντας κανείς τις επιστολές του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ, το πρώτο που επισημαίνει είναι τον πόθο του, τη νοσταλγία του, την πολλή μεγάλη επιθυμία του να πείση το συνάνθρωπό του να ασχοληθή με την ευχή του Ιησού. Γιατί όταν ήλθε στον Άθωνα έθεσε σαν στόχο του να ζήσει όπως οι παλαιοί ασκητές». Γράφει ο Γέρων Ιωσήφ προς νέο σ' επιστολή του ενδιαφερόμενο για την ευχή του Ιησού: «η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ' ευθείας τους ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί πριν σαράντα χρόνια όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμε οδηγούς. Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτό σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμό μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ. Όταν το συνηθίση ο νους και χόρταση -το μάθη καλά- τότε το στέλνει εις την καρδίαν.
Ο διακριτικός και διορατικός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991), παρ' ότι έζησε πολλά έτη στην Αθήνα, ζούσε ζωηρά τη νοερά εργασία και συμβούλευε «θα λες το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με, με πολύ ηρεμία, απαλότητα και γλυκύτητα. Να μη ταράζεσαι από τις διάφορες εικόνες που θα σου φέρνει ο πονηρός, ούτε να βιάζεσαι όταν λες τις λέξεις αυτές, και να προσέχεις καλά το νόημά τους». Ζώντας αδιάλειπτα τη νοερά προσευχή συχνά έλεγε πώς να λένε την προσευχή: «Χωρίς βία και άγχος, θα τα λέτε ήρεμα, ταπεινά, με αγάπη, με γλύκα» κι άλλοτε «Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία, ήρεμα, με εμπιστοσύνη στην αγάπη και στην Πρόνοια του Θεού. Μην κουρασθής να προσεύχεσαι».
Αν θα προσθέταμε κεφάλαια στη Φιλοκαλία, οπωσδήποτε θα έπρεπε να θέσουμε τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (+1994) μαθητού του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη (+1938) και εξαίρετου βιογράφου του. Ο καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης το βιβλίο του «Περί προσευχής» χαρακτηρίζει ανεκτίμητο θησαυρό στην Ορθόδοξη θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία. Πράγματι το βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό των βιωμάτων του συγγραφέως: «Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, Ιησού Χριστέ, αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής. Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται από του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών….
Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) ζώντας στα βάθη της καθαρής του καρδιάς την προσευχή κι αγαπώντας θερμά την ησυχία μιλούσε συχνά στους πολλούς επισκέπτες του περί προσευχής, ως συνέχεια της προσευχής του: «Ο άνθρωπος να συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και να έχει εμπιστοσύνη κι ελπίδα στο έλεος του Θεού, διότι αυτό θα τον σώσει. Έτσι συγκεντρώνεται ο νους του κι αισθάνεται την ευχή ως ανάγκη. Έτσι αρχίζει να λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελθέ»… και η καρδιά ξεκουράζεται».
Η ησυχαστική παράδοση σε όλη την ιστορία του Αγίου Όρους ήταν και είναι ζωντανή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι λίαν επίκαιρος σήμερα. Η γνήσια μοναχική ζωή, είναι η εμπνευσμένη μυστική ζωή, με πλούσια και μοναδική δημιουργία και προσφορά για όλη την Εκκλησία και τον κόσμο. Με τη νοερά άθληση ο Ορθόδοξος μοναχός βιώνει στην εντέλεια την ενότητα της Εκκλησίας και συνεργεί στη σωτηρία του κόσμου.
Η κύρια εργασία των μοναχών είναι η προσευχή, της οποίας η ευεργετική δύναμη έχει απεριόριστη αξία για όλο τον κόσμο. Η αγάπη αυτών που παρέμειναν κρυμμένοι σε σπήλαια και χαράδρες δεν ήταν λιγότερη από αυτών που εργάσθηκαν εκτός του Όρους.
Μέσα από τις κρύπτες τους προσεύχονταν νυχθήμερα υπέρ της σωτηρίας παντός του κόσμου. Η προσωπική τους τελείωση ήταν δύναμη για το ένα σώμα της Εκκλησίας, του οποίου αποτελούσαν δυναμικά μέλη. Οι προσευχές τους ήταν ανυπολόγιστης αξίας για όλη την ανθρωπότητα κι επηρέαζαν τις εκβάσεις της ιστορίας. Οι άσημοι ασκητές βίωναν στα βάθη της καρδιάς τους τα μυστήρια του Θεού, ήσαν οι όντως θεολόγοι. Ο άγιος Μάξιμος έλαβε το χάρισμα της θεολογίας από τη Θεοτόκο στην κορυφή του Άθωνα. Οι θείες ελλάμψεις του ακτίστου και ενυποστάτου φωτός, που χαρίζεται στους κατά χάριν αξίους, ένωναν μυστικά τους νέους μαθητές του Κυρίου, τους ησυχαστές, καθώς θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η ζωή των όσιων του Άθω Πατέρων υπογραμμίζεται από την αναγκαιότητα της πρακτικής αρετής και ασκήσεως για να καθαρισθεί ο νους και η καρδιά και να γίνουν δεκτικοί των θείων θεωρημάτων. Αποκορύφωμα όλων των πρακτικών ασκήσεων η προσευχή, η αγάπη, η οποία αντικαθιστούσε την ιεραποστολή, τη διδασκαλία και τη φιλανθρωπία. Μόνη η προσευχή καταξίωνε τον σκοπό της αναχωρήσεως από τον κόσμο. Θεολογία και προσευχή δεν αποτελούν κάτι ανεξάρτητο. Υπάρχει ενότητα πλήρης στην πράξη ως μία θεωρητική ζωή προσιτή σε όλους. Η Εκκλησία σήμερα καλείται να μελετήσει ιδιαίτερα την πλούσια ησυχαστική της παράδοση και πρώτος ο μοναχισμός και μάλιστα ο αθωνικός.
Κλείνω με τα θεόπνευστα λόγια του οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου: «Εγώ εγνώρισα ότι η προσευχή είναι εύκολος, επειδή βοηθεί η χάρις του Θεού. Ο Κύριος αγαπά ημάς υπερβαλλόντως, και δια της προσευχής καταξιοί ημάς να συνομιλώμεν μετ' Αυτού και να μετανοώμεν και να δοξολογώμεν Αυτόν. Αδυνατώ να περιγράψω οπόσον πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος. Δια του Πνεύματος του Αγίου γνωρίζεται η αγάπη αυτή, και η ψυχή του προσευχομένου γνωρίζει το Άγιον Πνεύμα»
Με τον πόνο μας επισκέπτεται ο Χριστός
Άνθρωπος που δεν περνάει δοκιμασίες, που δεν θέλει να πονάη, να ταλαιπωρήται, που δεν θέλει να τον στεναχωρούν ή να του κάνουν μια παρατήρηση, αλλά θέλει να καλοπερνάη, είναι εκτός πραγματικότητος. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν», λέει ο Ψαλμωδός.
Βλέπεις, και η Παναγία μας πόνεσε και οι Άγιοί μας πόνεσαν, γι’ αυτό και εμείς πρέπει να πονέσουμε, μια που τον ίδιο δρόμο ακολουθούμε. Με την διαφορά ότι εμείς, όταν έχουμε λίγη ταλαιπωρία σ’ αυτήν την ζωή, ξοφλούμε λογαριασμούς και σωζόμαστε. Αλλά και ο Χριστός με πόνο ήρθε στην γη. Κατέβηκε από τον Ουρανό, σαρκώθηκε, ταλαιπωρήθηκε, σταυρώθηκε. Και τώρα ο Χριστιανός την επίσκεψη του Χριστού έτσι την καταλαβαίνει, με τον πόνο.
Όταν επισκέπτεται ο πόνος τον άνθρωπο, τότε του κάνει επίσκεψη ο Χριστός. Ενώ, όταν δεν περνάη ο άνθρωπος καμμιά δοκιμασία, είναι σαν μία εγκατάλειψη του Θεού. Ούτε ξοφλάει, ούτε αποταμιεύει. Μιλάω βέβαια για έναν ο οποίος δεν θέλει την κακοπάθεια για την αγάπη του Χριστού. Σου λέει: «Έχω την υγεία μου, έχω την όρεξή μου, τρώω, περνάω μια χαρά, ήσυχα...», και δεν λέει ένα «δόξα Σοι ο Θεός». Τουλάχιστον, αν αναγνωρίζη όλες αυτές τις ευλογίες του Θεού, κάπως τακτοποιείται η υπόθεση. «Δεν μου άξιζαν αυτά, να πη, αλλά, επειδή είμαι αδύνατος, γι’ αυτό ο Θεός με οικονομάει». Στον βίο του Αγίου Αμβροσίου αναφέρεται ότι κάποτε ο Άγιος φιλοξενήθηκε με την συνοδεία του στο σπίτι κάποιου πλουσίου. Βλέποντας ο Άγιος τα αμύθητα πλούτη του τον ρώτησε να είχε καμμιά φορά δοκιμάσει κάποια θλίψη. «Όχι, ποτέ, του απάντησε εκείνος. Τα πλούτη μου συνέχεια αυξάνονται, τα κτήματά μου ευφορούν, ούτε πόνο έχω, ούτε αρρώστια είδα ποτέ». Τότε ο Άγιος δάκρυσε και είπε στην συνοδεία του: «Ετοιμάστε τα αμάξια να φύγουμε γρήγορα από 'δω, γιατί αυτόν δεν τον επισκέφθηκε ο Θεός!». Και μόλις βγήκαν στον δρόμο, το σπίτι του πλουσίου βούλιαξε! Η καλοπέραση που είχε ήταν εγκατάλειψη Θεού.
Γεροντας Παϊσιος
Jesus Prayer in Different Languages
Arabic: Ayyuha-r-Rabbu Yasū` al-Masīħ, Ibnu-l-Lāh, irħamnī ana-l-khāti’ (ana-l-khāti’a if prayed by a female).
Bulgarian: Господи Иисусе Христе, Сине Божий, помилвай мен грешника.
Church Slavonic: Господи Ісусе Христе Сыне Божїй помилѹй мѧ грѣшнаго. (грѣшнѹю if prayed by a female)
Czech: Pane Ježíši Kriste, Syne Boží, smiluj se nade mnou hříšným.
Dutch: Heer Jezus Christus, Zoon van God, ontferm U over mij, zondaar.
Finnish: Herra Jeesus Kristus, Jumalan Poika, armahda minua syntistä.
Georgian: უფალო იესუ ქრისტე, ძეო ღმრთისაო, შემიწყალე მე ცოდვილი.
German: Herr Jesus Christus, Sohn Gottes, erbarme dich meiner, eines Sünders. (einer Sünderin if prayed by a female)
Greek: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν (τὴν ἁμαρτωλόν if prayed by a female)
Latin: Domine Iesu Christe, Fili Dei, miserere mei, peccatoris. (peccatricis if prayed by a female)
Maltese: Mulej Ġesù Kristu, Iben ta’ Alla l-ħaj, ikollok ħniena minni, midneb.
Norwegian: Herre Jesus Kristus, forbarm deg over meg.
Polish: Panie Jezu Chryste, Synu Boga, zmiłuj się nade mną, grzesznikiem.
Romanian: Doamne Iisuse Hristoase, Fiul lui Dumnezeu, miluieşte-mă pe mine păcătosul. (păcătoasa if prayed by a female)
Russian: Господи Иисусе Христе, Сыне Божий, помилуй мя грешнаго.(грешную if prayed by a female)
Variants: Господи, помилуй (The shortest form).
Serbian: Господе Исусе Христе, Сине Божји, помилуј ме грешног. / Gospode Isuse Hriste, Sine Božiji, pomiluj me grešnog.
Slovak: Pane Ježišu Kriste, Synu Boží, zmiluj sa nado mnou hriešnym.
Spanish: Señor Jesucristo, Hijo de Dios, ten piedad de mi, que soy un pecador.
Ukrainian: Господи Ісусе Христе, Сину Божий, помилуй мене грішного. (грішну if prayed by a female)/Господи, помилуй (The shortest form).
Elder Porphyrios Teaching the Jesus Prayer.
This is a story one of the spiritual children of Elder Porphyrios told about how he taught them to pray.
He placed us towards the east, two of us to his left and two to the right, with him in the middle. “Now we’ll pray noetically. first, I will say the words, and you will repeat them. But be careful, without anxiety or force, you’ll say the words calmly, humbly, with love and sweetness.” The Elder started off with his fine, delicate and eloquent voice, “Lord Jesus Christ, have mercy on me.” He said it very slowly, word by word, without forcing it at all. It was a though he had Christ before and he was begging him, with a log pause after the word “Christ”, Coloring his words “have mercy on me” with an entreating tone. And we repeated it each time, trying to imitate his stance, the color of his voice and if it at all possible his spiritual disposition. At some point, the Elder stopped saying the prayer out loud and just continued whispering it on his lips. We did the same thing. How long did our night-time prayer take? I don’t remember. All I remember was that the Elder imparted an emotion to us that I cannot express with human words.
Monday, May 13, 2013
St. Ephraim and the Greek-American Drug Addict

The following account is a timely story which occurred in 1990 to a young Greek-American teenager, heavily addicted to drugs. The Athenian taxi driver wrote this word-for-word as the young man in the story told it to him while being driven to a drug rehabilitation center after an encounter with Saint Ephraim of Nea Makri, who is the patron saint of those suffering from drug addiction. The taxi driver then had the story published in the Greek newspaper Orthdoxos Typos.
It was afternoon, one of the usual tumultuous afternoons in downtown Athens. There was a line of people at the Omonia taxi-stop.
“To Koukaki, please!”
“With pleasure,” I answered. And that was the extent of our dialogue until the end of the drive, because my passenger’s expression and manner did not leave any room for conversation.
He got out at the summit of Agios Ioannis (in Gargareta) on Veikos Street and, a few meters further on, another hand stopped me with the characteristic wave.
My new passenger was young — around twenty-five to twenty-seven years old — and of medium height, and he was holding a suitcase. As I put his things in the trunk, the young man sat down in the front passenger seat.
And with a poetic phrase that I infrequently used to use in the past: “While departing on your journey to Ithaca, I wish that your road be long and your voyage great.” I meant: “Where to?”
“Yes, my friend, to Ithaca, but not to the island, as you would imagine, but to the Ithaca Detoxification Center,” was his answer, which left me speechless for a few seconds. “To the Larisa train station, please,” he added.
My young passenger’s reply was truly unexpected, because nothing about his outward appearance (eyes, expression, clothing, behavior) betrayed the accursed passion of his addiction to drugs. A multitude of feelings (pain, sorrow, sympathy, love) came over me one after another, an intense wringing of my heart made it move irregularly in my chest, and a tear rolled down my cheek over the plight of my brother, God’s creature. I tried to contain myself, as I wanted to learn under what circumstances he had ended up where he did, because I was also a father with children approaching adolescence.
After we introduced ourselves to each other, I asked Paul if he could tell me something about his life and his addiction, if recalling such events would not hurt or tire him. He readily agreed to my request, for which I thank him.

"To begin with, it has been two months since I’ve taken that poison, and I now feel like any other normal person. I have no desire whatsoever to put it into my bloodstream again, and I owe this not to any effort of my own, but entirely to the wondrous power of God and His Saints. But let me take it from the start, since you so wish to hear about it.
I was born in Athens, in Koukaki to be precise, where you picked me up, and lived there until I was eight years old. I am an only child and my parents love me pathologically and indulge my every whim. When I was eight, my parents and I left for America for a better life.
My relatives there helped my parents find work and I attended school. As I grew up, however, my senseless desires and vices also grew along with me. On account of my character, I easily got mixed up in bad company and very soon tried marijuana and hashish. As the years went by, the light drugs no longer satisfied me or my friends. So we all threw ourselves into the heavy drugs, which we found in the same surroundings and just as easily as the light drugs. These, however, were expensive, and I did not have a job. At first, I stole from my parents’ pockets and wallets. But when, with time, I was in need of greater doses, and when my parents had found me out, it reached the point that I even beat them to take the money. I understood that my condition was critical, but there was no way I could turn back. My parents rushed me to doctors and psychologists in the hope that they could do something, but to no avail; there was no light from anywhere. Some of them, and eminent scientists at that, told them that if I did not soon get out of that environment, I would not have long to live.
During that time, as I was home alone one day in a state of despair, a strange visitor, whom I had never seen before, appeared in front of me. He was of medium height, had large round eyes that rolled about, and black bushy fur that was over fifteen centimeters in length. He also had horns and a tail. His booming, firm voice and fearsome persuasiveness left no room for objections.
He began to make a thoroughly detailed account of my life from the time that I was born up until that very moment, while I simply said, ‘yes.’ ‘You have enjoyed every-thing,’ he said to me at the end, ‘there is nothing more left for you but to come with me....’ ‘How?’ I asked.
'You will take the car,’ he said, ‘and you will follow such-and-such a road. You will speed along so many miles an hour (I don’t remember the number), and I will be waiting for you there....’ The road in question was straight for many miles and at a certain point it had a slight bend, so that whoever was driving at too great a speed would go off the road and crash into a wall and be killed. I had heard about many such accidents at that spot in the past. Doing exactly as he told me, I, too, ended up smashing into the wall. The car was left almost unrecognizable, but they took me out with only minor injuries. After they gave me first aid, I went home.
About ten days had passed since the accident, when the same strange visitor appeared in my house again, in the kitchen this time. A grimace of displeasure was on his wild and imposing face. With a nod of his head backwards, he said to me in the same distinctive voice, ‘You didn’t accomplish anything.’
I was sitting there staring at him, petrified, and could just barely ask, ‘What should I do?’
‘Now you will take triple your usual dose, and you will surely come with me.’
He disappeared, and I did not even ask myself how he had entered the house or who he was.
I immediately put the plan into action.
I prepared the drug in the syringe and tried to find a place on my much-pierced body. The dose was a large one and I immediately fell unconscious. While I was in this condition, I saw a tall man wearing a cassock and a black monastic cap with a Cross engraved on the front. ‘Do not be afraid,’ he told me. ‘You will get well, and when you return to Greece, come to my house. I am Ephraim.’
I got up as if I had not taken the accursed poison at all. I felt a desire to leave for Greece and, when I told my mother of this desire, she marvelled and considered it a miracle, because my parents had many times before unsuccessfully tried to get me out of that environment.
I related to my mother all that had happened to me, and she wanted to accompany me on my journey. When we arrived in my old neighborhood, we went to the Priest of the parish there, and I learned from him who the strange visitor had been and what he had wanted from me. It was the Devil and he wanted my immortal soul. I thank God from the depths of my soul. Fifteen days after I had confessed and fasted, the Priest gave me Holy Communion. When I saw the Icon of St. Ephraim, I understood that it was he who had delivered me from my terrible addiction.
I went to Nea Makri and had Liturgy served and thanked the Saint. Now I am going to this institution to get away from the world for a while and to make sure that I do not need the drugs anymore."
***
Overdose
I. Monk Ephraim
In the year of 1425 a monk was taken captive and tortured to death in his monastery in Greece for being a Christian. He was slowly tortured to death over a period of a year. After each episode his wounds were allowed to heal, and then he was subjected to new and worse punishments. Finally they executed him. He was hung upside down from a tree in his monastery grounds and run through with a pole which had been sharpened to a point and set on fire. All traces of his life and martyrdom were forgotten until this century, when he appeared to the abbess of a convent and told her of his life and sufferings. He also revealed the spot where his bones, which had never decomposed, were buried. They dug up the bones for the glory of God.
II. The Addict and the Saint
Some years later an American teenager in the Midwest was grappling with his own life. He was heavily using drugs (cocaine and heroin) and was quickly sliding to destruction. He had neither a stable family life nor a religious upbringing, and though still young was in serious trouble.
One night an ugly old man appeared to him and said, "I am your friend, I want to make an appointment with you to meet me." He directed him to get into his car and drive as quickly as he could down a certain road which had a hairpin turn at the end with a sheer cliff at the bend. The young man did as he was told, got into his car and drove as fast as he could down the road. Losing his nerve at the last minute he managed to slam on his brakes and barely made the turn. He arrived home shaken.
Two nights later, the old man appeared again and said with anger and indignation, "I am very disappointed that you didn't meet me. Get into your car again and drive as fast as you can and this time don't put on the brakes." The young man felt strangely compelled to do this. Once again he got into his car, drove as fast as he could and this time didn't stop but drove at high speed off the cliff. The car was demolished but, surprisingly, he escaped with only cuts and bruises, and with a concussion.
A few weeks after he was out of the hospital, the ugly man appeared to him once again and said, "I am furious with you for not keeping our appointment. Tonight without fail you will meet me! Put a double dose of the drug in your needle." Again the boy felt compelled to do this, and after injecting himself went into a coma from the overdose. He was taken to the hospital where doctors told his family that he probably wouldn't live. And if by chance he did live he would only be semi-conscious - in a vegetative state. There was almost no chance of recovery. In two weeks, however, the young man did awake, fully conscious. He told those around him that he had seen a man which looked like some sort of radiant monk. He came to him and said, "I have been praying for you.... God has given you another chance. You will live, but you must correct your life. You are to go to Greece so as to visit the resting place of my bones, giving thanks to God for your salvation. My name is Ephraim".
Διακονία αρρώστων -- Γεροντας Παϊσιος
Χθες
βράδυ, την ώρα που πήγαινα στον ναό για την αγρυπνία, είδα σε
μια άκρη έναν πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι.
Πλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό και τον φίλησα. «Είσαι ένας
άγγελος, του είπα, το ξέρεις;». Και στον πατέρα του είπα:
«Μεγάλη τιμή για σένα να υπηρετής έναν άγγελο. Να χαίρεστε,
γιατί θα πάτε και οι δύο στον Παράδεισο». Έλαμψαν από χαρά τα
πρόσωπά τους, γιατί ένιωσαν την θεϊκή παρηγοριά.
Αυτοί που
διακονούν αρρώστους, αναπήρους κ.λπ. με αγάπη και υπομονή, αν
έχουν αμαρτίες, σβήνουν τις αμαρτίες τους με την θυσία που
κάνουν· αν δεν έχουν αμαρτίες, αγιάζονται. Κάποτε μια γυναίκα
μου διηγήθηκε μερικά γεγονότα από την ζωή της πολύ θαυμαστά.
Απόρησα, γιατί ήταν καταστάσεις που συναντούμε στους βίους των
Αγίων και αυτή ήταν μια απλή γυναίκα. Όταν μου είπε πως είχε
περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, είδα ότι όλη η ζωή
της ήταν μια θυσία. Από νέα ακόμη υπηρετούσε αρρώστους, γιατί
στο πατρικό της σπίτι είχαν και τον παππού και την γιαγιά, που
ήταν άρρωστοι. Όταν παντρεύτηκε, έμενε με τον πεθερό και την
πεθερά της, που ήταν επίσης άρρωστοι. Μετά αρρώστησε ο άνδρας
της, έμεινε κατάκοιτος και τον υπηρετούσε. Όλη την ζωή της
δηλαδή αυτή η γυναίκα την πέρασε διακονώντας αρρώστους.
Διψούσε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήση, να πάη σε κάποια
αγρυπνία, αλλά δεν είχε χρόνο. Επειδή όμως ήταν
δικαιολογημένη, ο Θεός στο τέλος της έδωσε μαζεμένη την Χάρη
Του.
- Γέροντα,
μερικοί άνθρωποι, όταν αρρωσταίνουν, αποκτούν πολλές
παραξενιές.
- Ναι,
αυτό συμβαίνει, αλλά και οι υγιείς πρέπει να δικαιολογούν λίγο
την ανησυχία, την γκρίνια ή την ιδιοτροπία των αρρώστων, γιατί
αυτά είναι φυσικά στους αρρώστους. Ειδικά, όποιος δεν έχει
αρρωστήσει, δεν μπορεί να καταλάβη τον άρρωστο, γιατί δεν έχει
πονέσει και η καρδιά του είναι λίγο σκληρή.
Όσοι
υπηρετούν έναν άρρωστο, έναν κατάκοιτο, χρειάζεται πολύ να
προσέξουν να μην τον κάνουν να γογγύση. Μπορεί να τον
υπηρετούν για χρόνια, αν όμως μια φορά στο τέλος τον κάνουν να
γογγύση, τα χάνουν όλα. Είναι βαρύ να φύγη η ψυχή με γογγυσμό
από αυτόν τον κόσμο. Αλλά και εκείνους μετά ο πονηρός θα τους
βασανίζη, λεπταίνοντας δήθεν την συνείδησή τους.
- Γέροντα,
όταν υπηρετής έναν άρρωστο, δεν σε καταβάλλει μόνον η κούραση,
αλλά και η στεναχώρια, γιατί βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο
σιγά-σιγά να σβήνη.
- Ναι,
αλλά και ο Θεός όλους τους οικονομάει! Βλέπεις, όταν
αρρωσταίνη ένα μέλος από την οικογένεια, όλη η οικογένεια
πονάει. Και αν τυχόν είναι ο πατέρας και δεν μπορή να εργαστή,
ολόκληρη η οικογένεια και πονάει και δυστυχεί. Έχει την
αγωνία, «θα ζήση ο πατέρας, δεν θα ζήση;». Βασανίζεται αυτός,
βασανίζονται και οι άλλοι. Σβήνει αυτός, σβήνουν και οι γύρω
του. Και η μητέρα τότε πρέπει να δουλέψη περισσότερο. Να
φροντίση τα παιδιά, να πάη και στο νοσοκομείο, για να κοιτάξη
τον άρρωστο. Θέλω να πω, όταν κάποιος αρρωστήση από μια βαρειά
αρρώστια, και ο ίδιος υποφέρει, κουράζεται και θέλει να
πεθάνη, αλλά και οι δικοί του που τον υπηρετούν,
στεναχωριούνται, ταλαιπωρούνται και κουράζονται. Και όσο
περισσότερο δεμένοι και αγαπημένοι είναι, επιτρέπει στο τέλος
ο Θεός, και ο άρρωστος και αυτοί που τον υπηρετούν να
ταλαιπωρούνται πιο πολύ, να πονούν πιο πολύ, μέχρι να φθάσουν
να πουν: «ας τον πάρη ο Θεός, για να ξεκουρασθή» - αλλά για να
ξεκουρασθούν και αυτοί. Βλέπετε, όταν μια οικογένεια είναι
πολύ αγαπημένη, και οι γονείς πεθαίνουν στα καλά καθούμενα,
χωρίς να αρρωστήσουν, και δεν ταλαιπωρούνται ούτε αυτοί ούτε
τα παιδιά τους, γιατί χρειάσθηκε να τους υπηρετήσουν, ο πόνος
του χωρισμού για τα παιδιά είναι πολύ οδυνηρός.
- Γέροντα,
ο ψυχικός παράγων πόσο μπορεί να επηρεάση την σωματική υγεία;
- Όταν
κανείς είναι ψυχικά καλά, ο σωματικός πόνος ελαφρώνει. Όταν
δεν είναι καλά ψυχικά, η άσχημη ψυχική κατάσταση επιδεινώνει
την υγεία του. Πάρε έναν καρκινοπαθή που τον έχουν ξεγραμμένο
οι γιατροί. Αν πιστεύη στον Θεό και βρεθή σε μια χαρούμενη
πνευματική ατμόσφαιρα, μπορεί να ζήση περισσότερο, ενώ
διαφορετικά μπορεί να λειώση από την στεναχώρια του και να
σβήση μέσα σε λίγες εβδομάδες. Καμμιά φορά μπορεί κάποιος από
ιατρικής πλευράς να είναι υγιής, οι εξετάσεις να μη δείχνουν
τίποτε, αλλά, αν έχη κάτι που τον σακατεύει ψυχικά, τότε να
μην είναι πραγματικά καλά. Γιατί οι περισσότερες αρρώστιες από
την στεναχώρια ξεκινούν. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο
ευαίσθητο σημείο. Μια στεναχώρια άλλον θα τον χτυπήση στο
στομάχι, άλλον στο κεφάλι.
Το
καλύτερο φάρμακο για μια αρρώστια είναι η πνευματική χαρά,
γιατί σκορπάει την θεία Χάρη στην ψυχή. Η πνευματική χαρά έχει
την μεγαλύτερη ιαματική δύναμη για όλες τις αρρώστιες. Είναι η
θεϊκή αλοιφή που επουλώνει τις πληγές, ενώ η στενοχώρια τις
ερεθίζει.
Οι αρρώστιες βοηθούν τους ανθρώπους
- Τι θα πη, Γέροντα, «Καλό Παράδεισο»;
- Με το καλό να πας στον Παράδεισο.
- Μπορεί, Γέροντα, να εννοή: «Να πας στον καλό Παράδεισο»;
- Άκουσες εσύ ποτέ να μιλούν για κακό Παράδεισο; «Πάντως, για να πάη κανείς στον γλυκό Παράδεισο, πρέπει να φάη πολλά πικρά εδώ, να έχη το διαβατήριο των δοκιμασιών στο χέρι. Τι γίνεται στα νοσοκομεία! Τι δράματα! Τι πόνο έχει ο κόσμος! Πόσες μητέρες, οι καημένες, κάνουν επεμβάσεις, σκέφτονται τα παιδάκια τους και έχουν την αγωνία όλης της οικογένειας! Πόσοι οικογενειάρχες έχουν καρκίνο, κάνουν ακτινοβολίες και τι βάσανο έχουν! Να μην μπορούν να δουλέψουν, να πρέπη να πληρώσουν νοίκια, να έχουν ένα σωρό έξοδα! Εδώ άλλοι έχουν την υγεία τους και πάλι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, πόσο μάλλον να μην έχη κανείς την υγεία του και να ζορίζεται να δουλέψη, για να ανταποκριθή λίγο στις υποχρεώσεις του! Πολύ με έχουν καταβάλει τα προβλήματα των ανθρώπων. Πόσα ακούω κάθε μέρα! Συνέχεια βάσανα, δυσκολίες!... Πίκρα όλη μέρα το στόμα και το βράδυ να πέφτω νηστικός λίγο να ξεκουραστώ. Νιώθω πολλή σωματική κούραση, αλλά και εσωτερική ξεκούραση.
- Γέροντα, πάντα ωφελεί η αρρώστια;
- Ναι, πάντα πολύ ωφελεί. Οι αρρώστιες βοηθούν τους ανθρώπους, να «εξιλεωθούν»[i], όταν δεν έχουν αρετές. Μεγάλο πράγμα η υγεία, αλλά και το καλό που προσφέρει η αρρώστια, η υγεία δεν μπορεί να το δώση! Πνευματικό καλό! Είναι πολύ μεγάλη ευεργεσία, πολύ μεγάλη! Καθαρίζει τον άνθρωπο από την αμαρτία, και μερικές φορές του εξασφαλίζει και μισθό. Η ψυχή του ανθρώπου είναι σαν το χρυσάφι και η αρρώστια είναι σαν τη φωτιά που την καθαρίζει. Βλέπεις, και ο Χριστός είπε στον Απόστολο Παύλο: «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται»[ii]. Όσο περισσότερο ταλαιπωρηθή με κάποια αρρώστια ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο εξαγνίζεται και αγιάζεται, αρκεί να κάνη υπομονή και να την δέχεται με χαρά.
Μερικές αρρώστιες θέλουν μόνο λίγη υπομονή, και τις επιτρέπει ο Θεός, για να πάρη ο άνθρωπος λίγο μισθό και να του αφαιρέση ο Θεός μερικά κουσούρια. Γιατί η σωματική αρρώστια βοηθάει στην θεραπεία της πνευματικής αρρώστιας. Την εξουδετερώνει με την ταπείνωση που φέρνει. Ο Θεός όλα τα αξιοποιεί για το καλό! Ό,τι επιτρέπει είναι για το πνευματικό μας συμφέρον. Ξέρει τι χρειάζεται ο καθένας μας και μας δίνει κάποια αρρώστια, είτε για να ανταμειφθούμε, είτε για να εξοφλήσουμε αμαρτίες.
Γεροντας Παϊσιος
Οι σταυροί των δοκιμασιών- Γεροντας Παϊσιος
Γέροντα, το σταυρουδάκι που μου δώσατε το φορώ συνέχεια και με βοηθάει στις
δυσκολίες.
- Να, τέτοια σταυρουδάκια είναι οι δικοί μας σταυροί, σαν αυτά που κρεμούμε στον
λαιμό μας και μας προστατεύουν στην ζωή μας. Τι νομίζεις, έχουμε μεγάλο σταυρό
εμείς; Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από
αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήση για τον εαυτό Του την
θεϊκή Του δύναμη. Και στην συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου
και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την θεία Του βοήθεια και με
την γλυκειά Του παρηγοριά.
Ο Καλός Θεός οικονομάει
για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογο με την αντοχή του, όχι για να βασανιστή,
αλλά για να ανεβή από τον σταυρό στον Ουρανό – γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι
σκάλα προς τον Ουρανό. Αν καταλάβουμε τι θησαυρό αποταμιεύουμε από τον πόνο των
δοκιμασιών, δεν θα γογγύζουμε, αλλά θα δοξολογούμε τον Θεό σηκώνοντας το
σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη την ζωή θα χαιρόμαστε,
και στην άλλη θα έχουμε να λάβουμε και σύνταξη και «εφάπαξ». Ο Θεός μας έχει
εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον Ουρανό. Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξη από
μια δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε
υπομονή, θα μας δώση και τόκο.
Είναι μακάριος αυτός που
βασανίζεται εδώ, γιατί, όσο πιο πολύ παιδεύεται σ’ αυτήν την ζωή, τόσο
περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. Οι σταυροί των
δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα «τάλαντα», από τα χαρίσματα, που μας δίνει ο
Θεός. Είναι μακάριος εκείνος που έχει όχι έναν σταυρό αλλά πέντε. Μια ταλαιπωρία
ή ένας θάνατος μαρτυρικός είναι και καθαρός μισθός. Γι’ αυτό σε κάθε δοκιμασία
να λέμε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί αυτό χρειαζόταν για την σωτηρία μου».
Γεροντας Παϊσιος
The Laws that Falsely Bind Us

Marcarius the Great says,
Do you feel that you are bound up by social norms? Do you find you schedule controlled by others? Are you driven by some external force to unending busyness? Do feel you have to dress in a certain way and adhere to certain social norms in your group? Is there a part of you that feels like you can't act the way you really want too? Do your Orthodox values and way of life seem to conflict with these other forces?
The children of this age have become like wheat poured into the sieve of this earth, and then scattered among the inconstant dreams of this world, in the presence of the unending turmoil of earthly cares, desires and maze of material concepts. Satan shakes the souls, and with the sieve, that is, the earthly cares, scatters the entire sinful human race. ...The more the wheat in the sieve is shaken about, turned over and cast up, the more the prince of darkness takes over all people with their earthly cares: he shakes them, agitates them and alarms them, forcing them to flee to vain thoughts, unclean desires, earthly and worldly bonds.... The prince of this world disturbs every soul which is not born from God, and he disturbs human ideas, which are like what constantly being shaken in the sieve leading everyone into uncertainty, and ensnaring them with worldly seductions, pleasures of the flesh, terrors and confusions." (Homily 5:1,2)Shaken in the Sieve of earthly cares, we must realize that the chains that seem to bind us are the very forces that are trying to keep you from a God pleasing life. Most of us find ourselves caught up in a life which is lived to satisfy the needs of a godless society that promotes a life based on pride and egoism. We want to be accepted according to others norms and values. The goals of others are impeding on our desire to live a life according to the Will of God. Even the so called good deeds are no more than acts done to satisfy social norms and our own egos.
Here is some advice from Saint Theophan the Recluse:
For you to shun everyone is, of course impossible; but refuse as much as possible to enter into this circle of worldly life. When it does pull you against your will, act as if you were not there; look, but do not see; listen but do not hear. Let what you see pass by your eyes, and what you hear pass by your ears. Outwardly behave like everyone else, be straightforward and sincere; but guard your heart from sympathies and attractions. The main thing is to guard your heart.This is our challenge: to live a live according to Orthodox values while acting in a world which is not based on these values. This requires a strong faith nourished by the Orthodox way of Life.
Source: The Spiritual Life p.39 - 44
Creation
Orthodox Christians believe that God is "the Creator of heaven and earth, and of all things visible and invisible". The world is not eternal; only God is eternal. He created the entire world out of nothing: "for he spoke, and it came to be; He commanded, and it stood forth" (Ps. 33,9).
Man cannot determine the manner in which the world came into being; for it is not an object of scientific examination, for it transcends man's "rational" ability (his logic). Man is part of created reality, he cannot become an "observer" of the manner in which he himself was created!
The world is not of the same nature with God; "by nature" it is entirely different. The world is not a creation from the essence of God, "light from light" but the fruit of God's volition and freedom; there is an insurmountable chasm separating God's essence from the essence of the created world.
God need not have created the world. The world, however, was pre-eternally in God's "thought". Thus the creation of the world does not mean a change in God's life. The world came into being according to God's plan and at a time which pre-eternally existed in God's will.
Before making visible creation, God created the spiritual world, i.e. the angels: "When the stars were created, all my angels with a loud voice praised me", says God to Job (Job 38,7). Neither angels nor men existed pre-eternally. Angels are spiritual persons. They were created in time and are limited by space; the swiftness, however, of the angelic nature allows them to act everywhere; only God is not limited by space.
Also, the angels, like men, were created mutable, but through God's grace and their own disposition, they became firm and unshakable in virtue and remain faithful in their original mission: to glorify God and to minister unto man's salvation (Isaiah, 6,3; Luke 2,14; Hebr. 1,14).
Man was from the beginning created as body and soul; man's soul did not pre-exist. Holy Scripture states: "And God created man, taking earth from the ground and breathed into his face the spirit of life, and man became a living being" (Gen. 2,7).
Underlining the distinction between the Creator and the creatures, the Orthodox Christian does not make an idol of nature or of himself. He does not hope that in "identifying" with nature, he will broaden his existence; he does not seek out certain apocryphal transcendental powers within nature, believing that by "activating" them he will solve the problems he faces. His hope has reference to God the Creator, for He has created us from the beginning "according to His image" with a purpose to achieve the "according to the Image" (Gen. 1,26); he does not refer to the created world or to his own self. The meaning of life is to be found in achieving the "according to the likeness", our Archetype, which is outside our own essence and not "within us".
All that exists was created by God "very good"; "And God saw everything that He had made, and behold, it was very good" (Gen. 1,31). The Orthodox Christian therefore evaluates all of material creation positively.
All things are the fruit of God's love, all things are sanctified in the Orthodox Church: not only man's soul, but his body as well, and all of material creation: all things contain within them the "seed" of perfection and are foreordained to life, free from corruption and death.
Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε
Ο σκοπός
μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την
καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την κατανόηση και βοήθεια θα
σωθεί.
Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις.
Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα.
Εμποδίζεις το Αγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό.
Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
Γέροντας Πορφύριος
Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις.
Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα.
Εμποδίζεις το Αγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό.
Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
Γέροντας Πορφύριος
Πως πρέπει να γίνεται η ελεημοσύνη; Τί ωφελεί να συμπάσχουμε;
Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του· και αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του· την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον, θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια, και αν ακόμη σου φαίνεται, ότι ειλικρινά και προς οικοδομή σε παρακίνησε ο λογισμός σου να μιλήσεις· γιατί ποια η ανάγκη να καταστρέψει κάποιος το σπίτι του, και να διορθώσει το σπίτι του φίλου του;
Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του.
Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους. Σκέψου πόσο μεγάλη είναι αυτή αρετή· στ' αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς, και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς περισσότερο παρά τους δίκαιους· αυτό ο απόστολος Παύλος το αναφέρει ως άξιο θαυμασμού· εάν σε όλα σου τα έργα μπορέσεις να έχεις την συνείδησή σου καθαρή, μην φροντίσεις να εκτελέσεις άλλη αρετή.
Σε όλα σου τα έργα ας προηγηθεί η σωφροσύνη του σώματος σου και η καθαρότητα της συνείδησής σου· διότι χωρίς αυτά τα δύο κάθε άλλη αρετή θεωρείται μάταια για τον Θεό.
Να γνωρίζεις ότι κάθε έργο που κάνεις χωρίς σκέψη και εξέταση υπάρχει μάταιο· καθώς ο Θεός υπολογίζει την αρετή με την διάκριση και όχι με την αδιάκριτη ενέργεια.
ΑΓ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ
Οταν ο άνθρωπος ταπεινωθεί,θα έρθει οπωσδήποτε η Χάρις του Θεού
- Σκοπός είναι να καταλάβης την υπερηφάνεια πρίν πέσης.΄Οταν σου λέη κάποιος ότι έκανες κάτι καλό,να μην αισθάνεσαι ικανοποίηση.Να μην πιάνη,να μην κολλάη επάνω σου ο έπαινος.
- Τι θα με βοηθούσε σ΄αυτό ;
- Το να γνωρίσης τον εαυτό σου.Αν ο άνθρωπος γνωρίσει τον εαυτό του,τελείωσε.Οι έπαινοι είναι μετά ξένα σώματα΄δεν κολλάνε επάνω του.΄
Οταν λ.χ. ένας ξέρη ότι είναι γύφτος,δεν μπορεί να του κολλήση ο λογισμός ότι είναι βασιλιάς.Κι εσύ,αν νομίζης ότι είσαι πριγκίπισσα,θα είσαι λειψή.
- ΄Αν είμαι έτοιμη εκ των προτέρων να μην δέχωμαι τον έπαινο,αυτό θα με βοηθούσε;
- Αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται,αλλά άλλοτε θα είσαι έτοιμη άλλοτε όχι.Σκοπός είναι να γνωρίσης τον εαυτό σου.
Αν δεν γνωρίση κανείς τον παλαιό του άνθρωπο,δεν ταπεινώνεται και δεν μπορεί να γίνη η πνευματική διάσπαση του ατόμου του,για να μπη στην πνευματική τροχιά,και παραμένει στην κοσμική τροχιά.
- Μπορεί,Γέροντα, να γνωρίζω τον εαυτό μου λανθασμένα ;
- Μα δεν μιλάμε για λανθασμένη κατάσταση.Αυτός που γνωρίζει σωστά τον εαυτό του έχει ταπείνωση.Και όταν ο άνθρωπος ταπεινωθή,θα έρθη οπωσδήποτε η Χάρις του Θεού.-
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΊΣΙΟΥ
Sunday, May 12, 2013
Rules for Staying on the Path from Saint Theophan

Saint Theophan offers the following set of rules for staying on the spiritual path to union with God.
1. Fear doubt. it is the primary enemy. Our diligence before God... gives rise to the idea that we have some special quality by comparison with others and even by comparison with ourselves; this is more likely to occur when we have achieved some success along the path... We begin to daydream of ourselves as perfect beings who accomplish wonderful things... The enemy seizes us like a helpless prey.
2. Fear and apprehension will not abandon you. We walk amongst snares. the enemy never immediately temps with what is obviously bad; instead, is more likely to deceive us with the appearance of good.
3. May the fear of death and of judgment and death never leave you. From morning, at the same time you are renewing the memory of the Lord in your heart, take care to add to this the memory of these final things.
4. It is impossible for you to be completely removed from society. however, it is up to you as to how much time you spend in less desirable company. When you are in society, do not forget, to the extent that you are able, to keep your attention on the true Lord, Who is closely by and within, and do not forget the remembrance of death, which is ready to take you. Do not give your heart over to the pleasurable impressions of the eyes, ears or other senses. Life in that world is bad. Too many things, people and activities crowded into the soul; the mental impression of all this then disturbs it. It is also not conducive to proper prayer. There is only one remedy for this: guard your heart as much as possible from the pleasantness of impressions.
5. Do not, however, avoid people, and do not be gloomy... You should spend more time with their own kind. Most likely you have good habits. Do not fall away from them that you make yourself seem something out of the ordinary, and do not run the danger of peoples gossip.
6. Spiritual studies–prayer, reading, and meditation–must be done every day without they'll. What you do when is for you to decide yourself. Get up a little earlier, and before you leave the house, do your spiritual studies to the extent possible. Spend a little more time in prayer, however... After prayer, read meditatively, and apply everything you read to your own situation, or think how to bring in about and your life.
7. Labor with all your strength; bring to the Lord all your concerns about success. Trusting God is the foundation of spiritual life. Nothing will happen all of a sudden; everything will come about in its own time. Everything you seek with faith will come. But when? When the Lord is ready to grant it. be patient, remaining steadfast in the ways you have begun.
Saint Theophan the Recluse
Searching for the Truth
The problem of where the truth lies has occupied mankind down through the ages; it is a problem that is always contemporary and of its very nature leads man to seek an answer. The Philosophers, especially the ancient Greeks, posed the question: "What is the truth?" and most men have searched for it rationally. Some said that truth is an Idea, a "principle of all things", the "prime mover unmoved" and called it God.
But this "God", the God of the philosophers, cannot redeem. He touches only man's rational faculty, and not man as a whole; no one can come into personal communion with him since he is not a person, but something impersonal; an universal Mind that acts blindly, or is so distant and so transcendental that he has no interest in man or in the world.
There can be no doubt that anyone with a good disposition, upon observing creation and using his human potential, can discover evidence of God's existence. However, he will discover only the concept of God, but not God Himself, salvific truth.
Others, down through the ages, have created world idols and a multitude of deities. They established "divine" laws and rules and created systems of worship of human provenance. All these, however, are simply expressions of man himself; they do not transcend the created realm, created reality; they do not, in other words, reveal the one true God Who transcends the created world.
Again, still others believe that man is by nature God. It remains simply for him to understand "his true self; nothing need change save his stance vis-a-vis his God-self, rejecting any thought that might differentiate him from his own divinity and recognize the existence of a God outside and beyond him.
In the final analysis, such an approach to God cannot satisfy man. It leads to an infinite loneliness which is contrary to human nature. By nature, man seeks warmth, love, communion with others and not only with himself; Without these things, he cannot exist. That is why he continuously seeks them. He is not satisfied with man-made concepts concerning God. He desires to rise above created reality, above creation and seek the meaning of life in communion with the uncreated and eternal God.
Ο πλησίον μας – Η «ελεημοσύνη» στην ψυχή μας
Όταν ελεήσεις τον πτωχό, όταν βοηθήσεις τον πλησίον σου, το δίδεις στον Θεό. Αλλά για πείτε μου, ποιος είναι σε μας ο πιο πλησίον που έχει την ανάγκη μας και ζητεί να τον ελεήσουμε; Η ψυχή μας. Η ψυχή μας είναι ο πλησίον μας· την ψυχή μας να βοηθήσουμε και να την ελεήσουμε. Να ελεήσουμε αυτή την πτωχή ψυχή με αρετές. Αν θέλεις να ελεήσεις την ψυχή σου, να κάνεις αρετές: θα πρέπει να είσαι υπάκουος, ταπεινός, υπομονετικός, φιλαλήθης, φιλάδελφος, σιωπηλός, πράος, εγκρατής, μακρόθυμος, θα πρέπει να κόβεις το δικό σου θέλημα, θα δέχεσαι και ύβρεις, τις απειλές, τις εξουθενώσεις…
Με αυτά θα ελεείς την ψυχή σου και θα δανείζεις τον Θεό.
Για φανταστείτε! Την δική μας ψυχή θα ελεήσουμε και θα το χρεωθεί ο Θεός. Και τι θα χρεωθεί να μας δώσει; Την απέραντη βασιλεία του! Τα αιώνιά του αγαθά! Και εμείς οι ανόητοι δεν θέλουμε· αντί να την ελεήσουμε που πτωχεύει, την κάνουμε περισσότερο δυστυχισμένη. Ο Χριστός μας την χάρισε να την φυλάξουμε με τα καλά μας έργα και πάλι θα μας την ζητήσει να την παραλάβει στην βασιλεία Του. Μας έδωσε το σώμα και την ψυχή και τα ένωσε αυτά τα δύο, για να είναι συνδεδεμένα ως δύο σύντροφοι και να βοηθάει το ένα το άλλο.
Όταν βοηθήσουμε και αναπαύσουμε το ένα, αδικούμε το άλλο. Το σώμα θα περιθάλψει και θα φυλάξει την ψυχή και το αντίθετο· το σώμα θα την τιμωρήσει, θα την λυπήσει και θα την αδικήσει. Όσο περιποιείσαι και αναπαύεις το σώμα, τόσο αδικείς και ζημιώνεις τον πλησίον σου, την ψυχή σου· και όσο αδικείς την ψυχή σου, ετοιμάζεις αιώνιο κόλαση εις τον εαυτό σου. Και πως αδικείς την ψυχή σου; Με την παρακοή, με την κατηγορία, με τα θελήματα, με τις κλοπές με τα ψέματα και με ό,τι κακό κάνει ο άνθρωπος.
Επιτρόπους μας έβαλε ο Θεός, για να ελεήσουμε την ταλαίπωρό μας ψυχή και να την σώσουμε· και το πρώτο μέσο να την βοηθήσουμε είναι η καθαρή εξομολόγηση· η μόνη και καθαρή αλήθεια. Το μέσο της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η ειλικρινής εξομολόγηση. Κάθε δικαστήριο χρειάζεται μάρτυρες· άνευ μαρτύρων δίκη δεν γίνεται· ενώ αυτό το δικαστήριο της εξομολογήσεως δεν θέλει μάρτυρες· ό,τι ομολογήσει ο κατηγορούμενος, εκείνο είναι. Εάν πεις την αλήθεια, θα δικαιωθείς· αν ψεύδεσαι εις τον πνευματικό, τον αντιπρόσωπο του Θεού, τον επίτροπό σου, πέρα από όσα έχεις θα πάρεις και άλλη μία αμαρτία, του ψεύδους, και θα φύγεις.
Και ποια η ανάγκη να γίνεται αυτό; Με την καθαρή εξομολόγηση θα πάρεις έλεος, θα ελκύσεις την συμπάθεια του Θεού. Η καθαρή εξομολόγηση είναι η μεγαλύτερη εξομολόγηση, που θα προσφέρουμε στην πτωχή ψυχή μας. Για να ελευθερώσει αυτή την ψυχή ο Χριστός, έχυσε το πανάγιό του αίμα επάνω στο σταυρό και εμείς την παραδίδουμε στα χέρια των δαιμόνων. Όταν θα πας όμως στον πνευματικό, πρέπει να πεις την μόνη και καθαρά αλήθεια. Και αν πας στον πνευματικό και του πεις ψέματα, τι ωφέλεια έλαβες; Και τι χαρά θα λάβει ο πνευματικός από αυτή την εξομολόγηση. Όταν όμως του πεις την καθαρά αλήθεια και πας με απόφαση και ταπείνωση, τότε θα ανοίξει τις αγκάλες του ο πνευματικός να σε δεχθεί, θα σου συγχωρέσει, θα σε συμφιλιώσει με τον Θεό, θα σε υπερασπιστεί, θα σε προστατεύσει και θα σε απαλλάξει από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών σου, όταν πας όμως με ταπείνωση και έχεις πάρει την απόφαση να εφαρμόσεις αυτά που θα σε συμβουλέψει.
Τι ωφέλεια έχουμε, όταν πάρουμε τον ιατρό και δεν ακολουθήσουμε έπειτα τις οδηγίες του; Τι το όφελος ότι επήγες στον ιατρό και αυτά που σου λέγει δεν θέλεις να τα φυλάξεις;
Θα την ελεήσουμε λοιπόν με την καθαρή εξομολόγηση, με την μόνη και καθαρή αλήθεια, με την φρόνηση, με την σωφροσύνη, την δικαιοσύνη, την γνώση, την διάκριση, την υπομονή, την υπακοή, την ταπείνωση, και με άλλες αρετές. Αυτά θα την ελεήσουν, αυτά θα την βοηθήσουν, αυτά θα της δώσουν φτερά να πετάξει. Όταν θα εξέλθει η ψυχή από το βρομισμένο αυτό σώμα, με τι χαρά θα πορευθεί ο άνθρωπος στους ουρανούς, για να απολαύσει εκείνα, που θα πάρει ως αντάλλαγμα για όσα ελέησε τον πλησίον του! Ο ελεών πτωχό, δανείζει στο Θεό. Όσοι δεν έχουμε υπάρχοντα, για να δώσουμε στους πτωχούς ελεημοσύνη· είναι ανάγκη να ελεούμε καθημερινώς την ψυχή μας, που την έχουμε πιο πλησίον μας· να την έχουμε εν ειρήνη, εν χαρά, εν πραότητα, εν υπομονή, εν μακροθυμία, εν κατάνυξη και με όλες τις αρετές. Πόσα μέσα μας χάρισε ο Χριστός, για να μας σώσει! Μας έχει αγγέλους που μας διαφυλάττουν, μας άφησε το ιερό Ευαγγέλιο, τις διδασκαλίες των θεοφόρων πατέρων· και τελευταία μας έδωσε τους πνευματικούς πατέρες, για να μας ποιμαίνουν και να μας οδηγούν. Λοιπόν αν δεν σωθούμε, η τιμωρία μας θα είναι μεγάλη
Αγίου Ανθίμου της Χίου
Subscribe to:
Posts (Atom)










