
Όταν η χάρη είναι μαζί μας , είμαστε δυνατοί στο πνεύμα . Όταν όμως την χάσουμε , βλέπομε την αδυναμία μας , βλέπομε πως χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε το καλό . Πώς μπορείς να ξέρεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ; Να η ένδειξη : Αν στενοχωριέσαι για κάτι , αυτό σημαίνει πως δεν παραδόθηκες τελείως στο θέλημα του Θεού , έστω κι αν σου φαίνεται πως ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού . Όποιος ζει κατά το θέλημα του Θεού , αυτός δεν μεριμνά για τίποτε . Κι αν κάτι του χρειάζεται , παραδίνει τον εαυτό του και την ανάγκη του στον Θεό . Κι αν πάρει ότι θέλει , μένει ήρεμος , σαν να το είχε . Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε : ούτε θύελλες ούτε ληστές ούτε τίποτα άλλο . ‘Ότι κι αν έλθει , λέγει : «Έτσι ευδοκεί ο Θεός» , κι έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα . Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζομε τις θλίψεις με ελπίδα . Ο Κύριος βλέποντας τις θλίψεις μας δεν θα επιτρέψει ποτέ κάτι που να ξεπερνά τις δυνάμεις μας . Αν οι θλίψεις μας φαίνονται υπερβολικές , αυτό σημαίνει πως δεν έχομε παραδοθεί στο θέλημα του Θεού . …
… Όποιος κάνει το θέλημα του Θεού , είναι ευχαριστημένος με όλα , έστω κι αν είναι φτωχός και ίσως ασθενής και πάσχει , γιατί τον ευφραίνει η χάρη του Θεού . Όποιος όμως δεν είναι ικανοποιημένος με την μοίρα του και γογγύζει για την αρρώστια του ή εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε , αυτός να ξέρει πως κατέχεται από υπερήφανο πνεύμα και έχασε την ευγνωμοσύνη για τον Θεό . Αλλ ‘ ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση μη στενοχωριέσαι , αλλά ζήτησε μ ‘ επιμονή από τον Κύριο πνεύμα ταπεινό . Κι όταν έλθει σ ‘ εσέ το ταπεινό Πνεύμα του Θεού που αναζητάς , τότε θα Τον αγαπήσεις και θα έχεις βρει ανάπαυση , παρ ‘ όλες τις θλίψεις σου . Ψυχή που απέκτησε την ταπείνωση θυμάται πάντα τον Θεό και αναλογίζεται : «Ο Θεός με έκτισε ΄ έπαθε για μένα ΄ συγχωρεί τις αμαρτίες μου και με παρηγορεί ΄ με τρέφει και φροντίζει για μένα . Γιατί λοιπόν να μεριμνώ εγώ για τον εαυτό μου ή τι έχω να φοβηθώ , έστω κι αν με απειλή ο θάνατος» . …
… Κάθε ψυχή που ταράζεται από οποιαδήποτε αιτία πρέπει να καταφεύγει στον Κύριο και ο Κύριος θα την καθοδηγήσει . Αυτό όμως γίνεται κυρίως σε καιρό συμφοράς και απροσδόκητου συγχύσεως – κανονικά πρέπει να ρωτάμε τον πνευματικό , γιατί αυτό είναι ταπεινότερο . …
Και όλα , όλα δίνουν τότε αγάπη στην καρδιά , διότι όλα είναι του Θεού. Ο Κύριος νουθετεί με το έλεος Του τον άνθρωπο , για α δέχεται μ ‘ ευγνωμοσύνη τις θλίψεις . Ποτέ σ ‘ όλη μου τη ζωή , ούτε μια φορά δεν εγόγγυσα για τις θλίψεις , αλλά τα δεχόμουν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού και πάντα Τον ευχαριστούσα και γι ‘ αυτό ο Κύριος μου έδωσε να υπομένω ελαφρά τον αγαθό ζυγό Του . Όλοι οι κάτοικοι της γης υφίστανται αναπόφευκτα θλίψεις . Και παρόλο που δεν είναι μεγάλες οι θλίψεις που παραχωρεί ο Κύριος , όμως φαίνονται στους ανθρώπους αφόρητες και συντριπτικές . Κι αυτό γίνεται , διότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να ταπεινωθούν ενώπιον του Θεού και να παραδοθούν στο θέλημά Του . Όσοι όμως άφησαν τον εαυτό τους στο θέλημα του Θεού , αυτούς τους καθοδηγεί ο Ίδιος ο Κύριος με τη χάρη Του και υπομένουν με ανδρεία τα πάντα για χάρη του Θεού , τον Οποίο αγάπησαν και με τον Οποίο θα δοξάζονται αιώνια . Όταν η Παναγία βρισκόταν κοντά στον Σταυρό , η θλίψη Της ήταν ακατάληπτα μεγάλη , επειδή Αυτή αγαπούσε τον Υιό της περισσότερο απ ‘ ότι μπορεί κανείς να φαντασθεί . Κι εμείς ξέρομε πως όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη , τόσο μεγαλύτερη είναι και η λύπη . Κατά την ανθρώπινη φύση η Θεοτόκος δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να μην υποκύψει στις θλίψεις Της ΄ παραδόθηκε όμως στο θέλημα του Θεού και το Άγιο Πνεύμα Την ενίσχυσε ν ‘ αντέξει στον πόνο της . Μετά την Ανάληψη του Κυρίου η Παναγία έγινε η μεγάλη παρηγοριά στις θλίψεις για όλο τον λαό του Θεού . Ο Κύριος έδωσε επί γης το Άγιο Πνεύμα και όσοι Το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους . Ίσως πεις : Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη ; Διότι συ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού , αλλά ζεις κατά δικό σου θέλημα . Παρατηρήστε εκείνον που αγαπά το θέλημά του . Αυτός δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή και δεν ευχαριστιέται με τίποτε ΄ γι ‘ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν έπρεπε . Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού , έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο .
Έτσι δόθηκε στον Θεό η Υπεραγία Παρθένος : «Ιδού η δούλη Κυρίου ΄ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» . Αν λέμε κι εμείς το ίδιο : «Ιδού ο δούλος Κυρίου ΄ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» , τότε τα Ευαγγελικά λόγια του Κυρίου , που εγράφτηκαν με το Άγιο Πνεύμα , θα ζούσαν μέσα στις ψυχές μας , η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ ‘ όλο τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία . Αλλά παρόλο που τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ ‘ όλη την οικουμένη , οι άνθρωποι όμως δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν . Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού , αυτός θα δοξασθεί και στον ουρανό και στη γη . Όποιος παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού , απασχολείται μόνο με τον Θεό . Η χάρη του Θεού τον βοηθά να παραμένει στην αδιάλειπτη προσευχή . Κι όταν ακόμα εργάζεται ή μιλάει , η ψυχή του είναι απορροφημένη από τον Θεό και γι ‘ αυτό ο Κύριος την πήρε υπό την προστασία Του .
Αλλά κι οι δαίμονες ακόμα φοβούνται την πράη και ταπεινή ψυχή , που τους νικά με την υπακοή , την εγκράτεια και την προσευχή . Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι Τον παρέδωσαν στον Πιλάτο για να σταυρωθεί . Κι αυτό γιατί δεν προσεύχονταν και δεν ζητούσαν από τον Θεό σύνεση , πώς και τι να κάνουν . Έτσι , πολλές φορές οι κυβερνήτες και γενικά οι άνθρωποι ζητούν μεν το αγαθό , αλλά δεν ξέρουν που είναι αυτό το αγαθό . Δεν ξέρουν πώς το αγαθό βρίσκεται στον Θεό και μας δίνεται από τον Θεό . Είναι ανάγκη να προσευχόμαστε πάντοτε , για να μας νουθετεί ο Κύριος τι και πώς πρέπει να κάνομε , και ο Κύριος δεν θα επιτρέψει να παραπλανηθούμε . Ο Αδάμ δεν είχε τη σύνεση , να ρωτήσει τον Κύριο για τον καρπό που του έδωσε η Εύα , και γι ‘ αυτό έχασε τον Παράδεισο . Ο Δαβίδ δεν ερώτησε τον Κύριο : «Θα ήταν άραγε καλό για μένα να πάρω τη γυναίκα του Ουρία ;» κι έπεσε στα αμαρτήματα του φόνου και της μοιχείας . Έτσι κι όλοι οι άγιοι που αμάρτησαν , αμάρτησαν γιατί δεν επεκαλούντο τη βοήθεια του Θεού για να τους φωτίσει . Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ είπε : «Όταν μιλούσα από το νου μου , συνέβαιναν λάθη» . Υπάρχουν όμως και αναμάρτητα λάθη που οφείλονται στην ατέλεια του ανθρώπου . Τέτοια βλέπομε ακόμη και στην Παναγία . Λέγεται στο Ευαγγέλιο πώς όταν επέστρεφε η Παναγία με τον Ιωσήφ από την Ιερουσαλήμ , ενόμισε πώς ο Υιός της βάδιζε μαζί με τους συγγενείς ή τους γνωστούς … Και μόνο μετά τριών ημερών αναζήτηση Τον βρήκαν στο Ιερό των Ιεροσολύμων να συνομιλεί με τους πρεσβυτέρους . Συνεπώς μόνον ο Κύριος είναι παντογνώστης , ενώ όλοι εμείς , όποιοι κι αν είμαστε , πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό ζητώντας σύνεση και να ρωτάμε τον πνευματικό μας , για ν ‘ αποφύγομε τα λάθη . …
… Πόσο φανερό είναι για μένα πώς ο Κύριος μας κατευθύνει . Χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε ούτε να σκεφθούμε το αγαθό . …
… Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών , εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη , έστω και λίγη . …
… Στενοχωρούμε και θρηνώ και οδύρομαι για τους ανθρώπους . Πολλοί σκέφτονται με απόγνωση : «Αμάρτησα πολύ : σκότωσα , λήστεψα , εβίασα , εσυκοφάντησα , ήμουν άσωτος κι έκανα κι άλλα πολλά» . Κι από την ντροπή τους δεν έρχονται στη μετάνοια . Λησμονούν όμως ότι όλες οι αμαρτίες τους είναι σαν σταγόνα μπροστά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού . Ω αδελφοί μου , όλη η γη , μετανοείτε , όσο ακόμα είναι καιρός . Ο Κύριος γεμάτος έλεος περιμένει τη μετάνοιά μας . Και όλος ο ουρανός και όλοι οι άγιοι περιμένουν επίσης την επιστροφή μας . …
http://iliaxtida.wordpress.com/2013/04/17/th-6/#more-12453
Μεταφρασμένος από τον ρώσο πνευματικό αδελφό μας, Kyrilloff Alexei :
Ένας Ιερέας καθόταν στο κελί του και ξεχώριζε την αλληλογραφία του.
Ξαφνικά χωρίς την συνηθισμένη προσευχή μπήκε η νεωκόρος και ψιθύρισε πολύ έντονα σαν να έλεγε κάποιο μυστικό νέο το οποίο δεν θα’ πρεπε να ακούσει κάνεις : “Κάποιος άγνωστος φαίνεται από τους άρχοντες θέλει να σας μιλήσει. Δεν τον έχω ξαναδεί ούτε σε σας, ούτε στο ναό. Μάλλον είναι περαστικός”. “Άφησέ τον να μπει”, είπε ο ιερέας.
Μέσα στο κελί μπήκε ένας ψηλός άνδρας με ίσια κορμοστασιά που θύμιζε πρώην στρατιωτικό. Ήταν άψογα αλλά σεμνά ντυμένος. Φαινόταν σαν να ήταν σιδερωμένος μαζί με το κοστούμι του πριν βγει από το σπίτι. Ο ξένος κοίταξε ερευνητικά το δωμάτιο σαν να ήθελε να καταλάβει από την επίπλωση το πνεύμα και τον χαρακτήρα του κατόχου. Μετά χαιρέτησε, έβγαλε το καπέλο του και σταμάτησε στην πόρτα εν αναμονή για την πρόσκληση από τον ιερέα να καθίσει.
Μπορούσε κανείς να διακρίνει την αριστοκρατική παιδεία μέσα στον ξένο. Παιδεία που δημιουργείται και καλλιεργείται από γενεά σε γενεά και κληρονομείται σαν το οικόσημο. Πάρα τα χρόνια του θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν όμορφος αλλά ήταν η κρύα ομορφιά του αγάλματος, ανυπάκοη στον χρόνο και στην ζεστασιά του ήλιου.
Ο ιερέας του υπέδειξε την παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα προορισμένη για τους επισκέπτες και είπε : “Παρακαλώ, καθίστε. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;”
Ο επισκέπτης κάθισε ακουμπώντας ελαφρά τα χέρια του στην πολυθρόνα. Δεν άρχισε να μιλάει αμέσως και έτσι ο ιερέας πρόλαβε να τον εξετάσει με το βλέμμα . Αισθανόταν ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την αξία του και είναι συνηθισμένος να εξουσιάζει τους ανθρώπους με “σιδερένιο χέρι μέσα στο βελούδινο γάντι”. Οι τρόποι του ήταν κομψά και συγκρατημένα και το πρόσωπο ξεχώριζε από έμφυτη ευγένεια.
Φαίνεται ότι ήταν από κάποιο παλιό αριστοκρατικό γένος και σταγόνες από αίμα των Ριούρικ κυλούσαν στις φλέβες του. Μόνο τα σβησμένα γυάλινα μάτια του ήταν σε δυσαρμονία με ολόκληρη εικόνα – σαν να ήταν σκεπασμένα με σκοτεινό πέπλο και έκρυβαν κάποιο μυστικό της ψυχής του. Η ματιά που έριχνε ο επισκέπτης φαινόταν στον ιερέα να μοιάζει με χτύπημα ξίφους γρήγορο και απότομο, αλλά πολύ γρήγορα έσβηνε έχανε ζωντάνια και ο ιερέας έβλεπε μπροστά του δύο κόγχες ( κρανίου).
- Ποιο είναι το πρόβλημα που σας έφερε στο ταπεινό μου κελί- ρώτησε ο ιερέας – θα χαρώ πολύ αν καταφέρω να βοηθήσω.
- Έχω κάτι μεγαλύτερο από ένα πρόβλημα – απάντησε ο επισκέπτης – έχω την αίσθηση ότι είμαι στην θηλιά και ταλαντεύομαι ανάμεσα από την ζωή και τον θάνατο. Με βασανίζει ο φόβος που μπήκε στην καρδιά μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ο φόβος ότι μήπως και πράγματι ο Θεός υπάρχει. Η σκέψη ότι απαρνήθηκα Τον Ζωντανό Θεό με ακολουθεί σαν φάντασμα που εκδικείται για την πατροκτονία. Γεννήθηκα σε οικογένεια όπου η πίστη ήταν μόνο εξωτερική παράδοση που μοιάζει με κουφό (μουντό) μακρινό ήχο της καμπάνιας που έρχεται από το βάθος του χρόνου – συνέχιζε ο επισκέπτης. Το θέμα της θρησκείας ποτέ δεν με ενδιέφερε. Από τα νεανικά χρόνια πίστευα ότι το πρόβλημα είναι λυμένο άνευ όρων και τετελεσμένα… Ο Νίτσε (βλάσφημος θεομάχος) έχει ένα περίεργο διήγημα για έναν τρελό που έτρεχε στους δρόμους και φώναζε : “Ο Θεός πέθανε! Τον σκοτώσατε !” Ο τρελός θρηνούσε το θάνατο του Θεού και κανένας δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Για εμένα αυτό το διήγημα ήταν αλληγορικό – ο τρελός θρηνούσε την τρέλα του. Δεν είχα ποτέ παρόμοια συναισθήματα. Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα ήδη άθεος. Όμως μια φορά είχα έναν εφιάλτη : ονειρευόμουν ότι ήμουν μέσα σε ένα ακυβέρνητο διαστημόπλοιο και ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα μπορέσω να επιστρέψω ότι χάθηκα στο απέραντο διάστημα ανάμεσα από αστέρια-γίγαντες από φωτιά και πάγο. Το διάστημα έγινε η δική μου παγίδα, λαβύρινθο χωρίς διέξοδο.
Αισθανόμουν την θανατηφόρο παγωνιά και την αίσθηση απέραντης φρίκης ακόμα και όταν ξύπνησα. Για πολύ καιρό θυμόμουνα την εικόνα του διαστημόπλοιου που απομακρύνεται από την γη η οποία αρχίζει να μετατρέπεται σε μια φωτεινή κουκίδα. Τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή μου ήταν τα ανώτερα μαθηματικά και η φυσική που έγιναν και επάγγελμα μου. Εδώ είχα πολλές και γρήγορες επιτυχίες. Πολύ νέος είχα όλους τους ανώτερους επιστημονικούς τίτλους και ήμουν αρχηγός ενός πολύ μεγάλου ερευνητικού ιδρύματος. Δεύτερή μου αγάπη ήταν η λογοτεχνία που μου εμφύτευσαν οι γονείς. Έτσι πέρασαν πολλά ξένοιαστα χρόνια αλλά μετά συνέβη κάτι το απρόσμενο κι ακατανόητο. Σαν να άρχισε να τρέμει και να αγωνιά η γη κάτω από τα πόδια μου. Μια έμμονη σκέψη με πήρε στο κατόπι “Αν ο Θεός εντέλει υπάρχει;”! Δεν έβρισκα πουθενά την απάντηση. Οι εξισώσεις ήταν άφωνες και η λογοτεχνία που η απασχόληση της ήταν τα συναισθήματα και πάθη δεν μπορούσε να δώσει λύση σε οντολογικά προβλήματα. Με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχιών σε σχέση με την ύπαρξη του Θεού άρχισα να διαβάζω αντιθρησκευτική λογοτεχνία για να στηρίξω την απιστία μου μα αυτό μόνο με απογοήτευσε. Διάβασα τον Μπάουερ, τον Ρενάν, τον Καούτσκι όμως βαρέθηκα γρήγορα. Δεν μπορούσαν να βγάλουν καμία άκρη ήταν απλώς “φτυσίματα στον ουρανό”.
Απορούσα – ” Πως μπορούσαν οι διανοούμενοι μας να καταπίνουν τέτοια διαβάσματα;” Δεν εννοούσα τον αθεϊσμό διότι παραμένω και είμαι άθεος αλλά τις λυπητερές απολογίες του. Μετά καταπιάστηκα με την φιλοσοφία αλλά και εκεί δεν έβρισκα αποδείξεις, οι λογικές συρραφές δεν ήταν γερές. Όλα αυτά τα συγγράμματα μού φαινόντουσαν σαν πύργοι χωρίς θεμέλια κρεμασμένοι στον αέρα… Περνούσαν ολόκληρες νύχτες διαβάζοντας τα υπέρ πολύπλοκα βιβλία της φυσικής και μαθηματικής θεωρίας αλλά ούτε εκεί δεν έβρισκα απάντηση. Όχι σπάνια οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την λέξη “θεός” αλλά ήταν θεός που δεν άρχιζε από κεφαλαίο γράμμα. Θεός σαν δυνατότητα των αριθμών, αρχική ουσία του κόσμου, νοερουσία του σύμπαντος, αρχή της πανσυμπαντικής αρμονίας, κάποιος πρωτόγονος νους και λογική του σύμπαντος αλλά και αυτά παρέμεναν χωρίς αποδείξεις. Με έχουν παρασύρει αυτά τα συγγράμματα γιατί μου άρεσε το θάρρος της ανθρώπινης σκέψης που προσπαθούσε να πιάσει την αρχή και το τέλος της κοσμογονίας μου άρεσε η διαστημική κλίμακα των υποθέσεων που έμοιαζαν με τρέλα. Πρέπει να πω ότι πάντα θαύματα την ομορφιά της μαθηματικής. Για μένα ήταν ποίηση όπου οι αριθμοί ακούγονται σαν ρυθμοί και ομοιοκαταλήξεις και δημιουργούν στίχους και στροφές. Που οι εξισώσεις τραγουδάνε σαν χορδές του βιολιού και μαθηματικοί υπολογισμοί λάμπουν σαν αστερισμοί στον νυχτερινό ουρανό. Αϊνστάιν ήταν για μένα ο Ντοστογιέφσκι της φυσικής και ο Λομπατσεφσκί – Χλέμπνικωφ της γεωμετρίας. Όμως έπιανα τον εαυτό μου πάνω στην σκέψη ότι είμαι μαγεμένος με το παιχνίδι του μυαλού, ότι βρίσκομαι πίσω από την επιφάνεια του καθρέφτη και γυρνάω μέσα στο χορό μαζί με ύπουλες σκιές της αλήθειας. Σκεφτόμουν ότι αυτός ο θαυμασμός είναι ένα είδος διανοητικής τοξικομανίας μια απόπειρα να πνίξουν τον φόβο εμπρός στην πιθανότητα ύπαρξης του Θεού.
- Ήρθατε σ΄εμένα – είπε ο ιερέας – για να βεβαιωθείτε για ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πίστη και να καθησυχάσετε τον εαυτό σας με την ήττα μου; Εγώ όμως θα σας πω κάτι τελείως διαφορετικό : εάν μπορούσα να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού αυτό θα αποδείκνυε την ανυπαρξία του Θεού, τουλάχιστον για μένα.
- Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια σας, – ρώτησε ο επισκέπτης,- φυγή από την απάντηση, ένα παράδοξο ρητό στο στυλ του Όσκαρ Ουάιλντ, η θέση της διαλεκτικής του Χέγκελ για την ομοιότητα των αντιθέτων;
Ο ιερέας απάντησε :
- Θα ήθελα πρώτα να σημειώσω ότι η θέση για τις ομοιότητες ανάμεσα στα αντίθετα δεν είναι του βερολινέζου καθηγητή αλλά στην πραγματικότητα η αποκρυφιστική διδασκαλία των ιερέων της Εφέσου, μυσταγωγία και μυστήριό τους. Πρώτος που το ανέβασε στην φιλοσοφική στοά από το υπόγειο του ναού της Αρτέμιδος ήταν ο Ηράκλειτος – απόγονος των ιερέων της Εφέσου ο οποίος αντάλλαξε την μύηση του ιεροφάντη με την κάπα του φιλοσόφου. Αυτή η διδασκαλία δηλώνει ότι το καλό και το κακό, φως και σκότος, πληρότητα και μηδέν, ναι και όχι, Θεός και διάβολος είναι ενωμένοι. Οι μαρξιστές λένε ότι αυτή η ομοιότητα είναι η ψυχή της “διαλεκτικής”. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι ο Χεγκελισμός και ο Μαρξισμός έχουν αποκρυφιστική βάση και δαιμονική πλευρά. Το μυστήριο της διαλεκτικής είναι αιματηρή φλόγα και εκατόμβες των επαναστάσεων.
Τώρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση σας, – συνέχισε ο ιερέας. – Εάν οι συνειδητές μου αντιλήψεις που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις που αποκόμισα στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο. Τι ασήμαντο και λυπητερό θα ‘πρεπε να είναι αυτό το ων που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή δικό μου νου! Σκεφτείτε τι σημαίνει η λέξη “πίστη”; Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν αποδείξεις δεν υπάρχει πίστη. Εκεί στην θέση της πίστης μένει η γνώση, η Αποκάλυψη αντικαταστάται με την λογική, δόγματα – με συλλογισμούς, μεταφυσική – με φυσική, μυστική – με επίπεδες έννοιες. Το οφθαλμοφανές πια δεν είναι η πίστη αλλά η καταγραφή γεγονότων.
- Εσείς λέτε ότι η πίστη δεν έχει αποδείξεις,- διαφώνησε ο επισκέπτης,- τότε σε τι να πιστεύουμε : στο απόλυτο σκοτάδι του σκεπτικισμού, όπου είναι οι συνεχόμενες αρνήσεις που φτάνουν μέχρι άρνηση της ίδιας της άρνησης, όπως στον Σέξτο Εμπειρικό;
- Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα,- απάντησε ο ιερέας. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, επικοινωνία του ανθρώπου (ως περιορισμένης προσωπικότητας) με Τον Θεό (Απόλυτης Προσωπικότητας), είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα την έλεγα και οικεία (ιδιαίτερη). Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη που στην δική σας γλώσσα λέγεται – ενέργειες ανωτέρας φύσεως. Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, Τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.
- Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα, – είπε ο επισκέπτης,- θα σκεφτώ αυτά που μου είπατε αλλά χρειάζομαι χρόνο γι’ αυτό. Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν συνάδελφό σας τον οποίο μπορώ να χαρακτηρίσω ως “διανοούμενο στο ράσο”. Άρχισε να μου αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού βασίζοντας στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και στην μηχανική των κβάντα του Γκαίνσμπεργκ. Είχε πολύ ενθουσιώδης και νικηφόρο τόνο και σήκωνε ακόμα και το δάχτυλό του σαν δάσκαλος. Μπερδευόταν και έκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας να μου εξηγήσει τον Αϊνστάιν σαν να ήμουν μαθητής, χωρίς να υποψιαστεί ότι τα μαθηματικά και η φυσική είναι το επάγγελμα μου. Τον λυπόμουν πραγματικά. Ύστερα του έγραψα ένα γράμμα όπου έκανα προσπάθεια να του εξηγήσω πόσο άσχημα γνωρίζει την θεωρία της σχετικότητας και τον συμβούλεψα να μην ασχολείται άλλο με τον Αϊνστάιν για να μην πνιγεί μέσα στις “σχετικότητες”. Πολύ σύντομα έλαβα την απάντησή του όπου με ευχαριστούσε για κατά την γνώμη του πολύ εποικοδομητικές παρατηρήσεις.
Ο επισκέπτης κοίταξε το ρολόι του και είπε:
- Επιτρέψτε μου να σας κάνω και άλλη μια ερώτηση : γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του για να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο ή τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωή θα ήταν πιο απλή.
- Ο Θεός κρύβει το πρόσωπό Του στα νέφη για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα, -απάντησε ο ιερέας. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή τότε η πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης. Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του – το πιο άξιο και ανώτερο που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού υπάρχει αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Πιστεύω θα συμφωνήσετε ότι ακόμα κα ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο.
- Πράγματι ,- χαμογέλασε ο ξένος, – παρά τα βάσανά μου δεν θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε ένα γάιδαρο χωρίς βάσανα και ικανοποιημένο από την ζωή του! Τι θα μπορούσατε να με συμβουλέψετε αν και δεν υπόσχομαι ότι θα εκπληρώσω την συμβουλή σας;
Ο ιερέας απάντησε:
- Μου φαίνεται ότι η δική σας άρνηση του Θεού στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά αποθυμία (νοσταλγία) για τον Θεό την οποία την αισθάνεστε σαν πόνο που δεν μπορείτε να καταλάβετε από που προέρχεται. Η καρδιά σας θρηνεί την μοναξιά της σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί για την ζεστασιά της μητέρας. Και ο νους σας είναι πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του γοητευμένος από την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου αντιστεκόμενος στην καρδιά απαντάει (στην καρδιά): “Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωή μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μαύρη διαστημική τρύπα όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος που είναι το μέγα Τίποτα”.
Ο επισκέπτης απόρησε και είπε:
- Δηλαδή κρυφακούσατε τον διάλογο μου με τον εαυτό μου; Ή σας φανερώθηκαν τα όνειρα μου;
- Όχι, απλώς γνωρίζω πολύ λίγο την εσχατολογία του αθεϊσμού , – απάντησε ο ιερέας, – είναι σατανικό μυστήριο γενικού χαμού. Και σαν συμβουλή σας ζητώ να αποσυνδέεστε από την ροή των σκέψεών σας τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και από καρδιά να λέτε: “Θεέ, εάν είσαι υπαρκτός, φανέρωσε Τον Εαυτό Σου σ’ εμένα. Χωρίς Εσένα δεν μπορώ να Σε βρω!”.
Ο επισκέπτης ευχαρίστησε τον ιερέα για την συζήτηση αποχαιρέτησε και βγήκε έξω. Από πουθενά ξεφύτρωσε ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός γρήγορα άνοιξε την πόρτα και με σεβασμό κάθιζε τον επισκέπτη μέσα σαν τον πρίγκιπα στην άμαξα. Την επόμενη στιγμή το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στην στροφή.
π. Ραφαήλ Καρέλιν

(α' μέρος)
«Η πρωταρχική ερώτηση που από την απάντησή της εξαρτιόνταν όλες οι απαντήσεις στην αλυσίδα των ερωτήσεών μου ήταν: Υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;»
«Ήμασταν μια παρέα δευτεροετών, τριτοετών φοιτητών, αγόρια, κορίτσια. Ζούσαμε ανέμελα, μια και μας έτρεφαν οι γονείς μας. Ολονών μας τα ενδιαφέροντα άρχιζαν όπου τελείωνε το Πανεπιστήμιο. Θυμάμαι εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ ψυχολογία: Ράιχ, Φρομ , Γιουνγκ, Φρόυντ και Κούπερ. Διάφορους μυστικιστές, όπως, Βιβεκανάντα, Κρισναμούρτι και τις Σούτρες του Βούδα και του Πανταζάλι.
Ήμουν 19 χρονών. Δεν είχα καμία σχέση με τη θρησκεία από την παιδική μου ηλικία. Αντίθετα ήμουν μάλλον Μαρξιστής».
Κάπως έτσι ξεκινάει το συναρπαστικό ταξίδι του Διονυσίου Φαρασιώτη. Ενός νέου που είναι γεμάτος μεταφυσικές αναζητήσεις, που διψάει για την «άλλη» γνώση. Που δεν συμβιβάζεται με τα απλά, τα «καθημερινά», τα «τετριμμένα». Αυτή η δίψα για αναζήτηση υπάρχει λίγο ως πολύ σε κάθε άνθρωπο. Ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και δρα ο καθένας από μας, εκδηλώνει τις μεταφυσικές του αγωνίες με πολλούς και διαφόρους τρόπους. Η «περιπέτεια του Δ. Φαρασιώτη, όπως ξετυλίγεται μέσα στο βιβλίο του, θυμίζει το ταξίδι του Οδυσσέα προς την «Ιθάκη». Πρόκειται για μια πορεία που τελικό προορισμό της, έχει την ολοκλήρωση του άνθρωπου, την εύρεση του νοήματος ζωής, τον «φωτισμό» του νου, ή τον «σκοτισμό» του; Θα φανεί στην πορεία...
Το ταξίδι της ζωής, για κάθε άνθρωπο, είναι σίγουρα δύσκολο, κουραστικό, πολλές φορές οδυνηρό ακόμη και καταστροφικό. Χρειάζεται υπόβαθρο, σταθερή πορεία και προοπτικές. Ευγενείς στόχους και υψηλά ιδανικά. Οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Όπως θα καταδείξουμε ο ήρωάς μας, ως άλλος Οδυσσέας, ταξίδεψε πολύ μεγάλο δρόμο. Πέρασε από πολλές συμπληγάδες και κινδύνεψε να χάσει, όχι μόνο τη ζωή του, αλλά και την ψυχή του.
Το βιβλίο, όπως λέει και ο συγγραφέας του, είναι «αυτοβιογραφικό». Τα γεγονότα που περιγράφονται συνέβησαν σε διάστημα, 10 περίπου ετών. Η δομή και η πλοκή του βιβλίου είναι πυκνή αλλά εξόχως συναρπαστική. Εξελίσσεται σε επεισόδια, σαν να πρόκειται για κινηματογραφική ταινία. Οι περιγραφές είναι πολύ γλαφυρές και λεπτομερείς. Δεν αφήνουν τον αναγνώστη να κουραστεί. Από την αρχή του βιβλίου μέχρι και το τέλος, είναι συνεχής και διάχυτη η αγωνία του συγγραφέα για την αναζήτηση της αλήθειας. Πρόκειται για την πλήρη, ολοκληρωμένη και απόλυτη υπαρξιακή αλήθεια. Τον τελικό προορισμό του ανθρώπου. Μέσα στο βιβλίο ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον ταλανίζουν. Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Ποιος είναι ο προορισμός μου;
Περιγράφει με πολύ ρεαλισμό, περιστατικά και περιπέτειες, από τα σπουδαστικά του χρόνια όπου εμπλέκεται με υπνωτιστές, μέντιουμ, μασόνους, πνευματιστές και αποκρυφιστικές ομάδες, κάθε είδους. Επίσης περιγράφει τις επαφές και τις εμπειρίες του με τον γέροντα Παΐσιο. Τους διάλογους και τις συμβουλές του. Τα ταξίδια του στις Ινδίες και τις εμπειρίες με «σατανικούς» Γκουρού και αμφίβολους «αγίους» της ινδουιστικής κοσμοθεωρίας. Τις αλλεπάλληλες, σωτήριες παρεμβάσεις του π. Παϊσίου και τέλος την αποτίναξη της πλάνης και την κάθαρση μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Πολύ σημαντική θεωρούμε ότι είναι και η κριτική θεώρηση του ινδουιστικού και βουδιστικού κοσμοειδώλου. Ο Φαρασιώτης αποκαθηλώνει το πάνθεον του Ινδουισμού και ερμηνεύει τις πρακτικές της Γιόγκα, με έναν πρωτότυπο και καταλυτικό, για τον αναγνώστη, τρόπο.
1° Μέρος. «Το σπρώξιμο στο κακό»
Η ιστορία μας ξεκινάει πολύ νωρίς, όταν ο συγγραφέας είναι ακόμη πολύ μι¬κρός, 12-13 ετών. Πρόκειται για ένα κλειστό παιδί, χωρίς πολλούς φίλους. Ζει μέσα στις έντονες αμφισβητήσεις και τους προβληματισμούς της εφηβείας. Έχει πολύ μεγάλη αγάπη όμως για το διάβασμα. Κυριολεκτικά ξετινάζει τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του. Ένα όμως από τα βιβλία που διάβασε, έμελλε να επηρεάσει τη ζωή του, για τα επόμενα 10 χρόνια. Πρόκειται για το βιβλίο, «Τι πιστεύω» του Λόρδου Μπέρτραντ Ράσελ, ιδρυτή της Διεθνούς Αμνηστίας. Γράφει σχετικά ο Φαρασιώτης: «Ο Ράσελ δήλωνε άθεος. Το βιβλίο του όμως δεν μπορούσε να με πείσει ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά ούτε μπόρεσα να απαντήσω με βεβαιότητα, ότι....υπάρχει Θεός! Το ζήτημα έμεινε αναπάντητο και μετέωρο. Μπόρεσε όμως να με κάνει να απορρίψω τη Χριστιανική θρησκεία και τις επιταγές της. Από τότε δεν ασχολήθηκα ξανά μαζί της».
Με αυτές τις προδιαγραφές ξεκινάει το ταξίδι του νέου στη ζωή. Χωρίς Χριστό, αλλά με εντονότατη διάθεση για αναζήτηση. Ο ίδιος ομολογεί: «Έψαχνα με πάθος την ανάπαυση που ψάχνει η αλήθεια».
ετσι, κατά τα φοιτητικά του χρόνια, 19 ετών πια, μπαίνει πλέον σε «βαθιά νερά». Ασχολείται με τον αποκρυφισμό, τον υπνωτισμό και τον πνευματισμό. Πολύ χαρακτηριστικές και συνάμα σοκαριστικές, είναι οι εμπειρίες που περιγράφει με έναν σκοτεινό υπνωτιστή: «Ο Άρης ήταν λαϊκής καταγωγής και δεν είχε πάει Πανεπιστήμιο. Τον ενδιέφεραν τα πνευματιστικά φαινόμενα. Άρχισε να μας λέει για τον κόσμο των πνευμάτων, ότι είναι πολύ όμορφα εκεί, ότι αισθάνεται κανείς γαλήνιος και ξεκούραστος, ότι αποκτά περίεργες δυνάμεις… Μας έκανε διάφορα test για να δει την επιδεκτικότητά μας και αν έχουμε προσόντα για μέντιουμ». Ο νέος μας δέχεται μετά από την διδασκαλία, να τον υπνωτίσει. Λέει χαρακτηριστικά: «Όντως υπνωτίστηκα. Και άρχισα να νιώθω έντονα μια παρουσία. Με ξύπνησε. Όμως την παρουσία αυτού του προσώπου την ένιωθα διάφορες στιγμές μέσα στο δωμάτιο».
Μπορεί σίγουρα ο καθένας να φανταστεί τι είδους παρουσία ήταν αυτή που έφερνε βόλτες μέσα στο δωμάτιο. Σημαντικές όμως είναι και οι παρενέργειες αυτής της εμπειρίας: «Μετά όμως από τον υπνωτισμό άρχισα να νιώθω διάφορα περίεργα συναισθήματα. Άκουγα κρότους, θορύβους και η τρίχα μου γινόταν κάγκελο από την αίσθηση μιας ξένης παρουσίας». Είναι γεγονός ότι αυτές οι, οπωσδήποτε, δαιμονικές εμπειρίες συνεχίστηκαν ακόμα πιο έντονες αλλά τίποτα δεν πτοούσε το νέο μας. Η αναζήτηση συνεχίστηκε σε άλλες ατραπούς.
2° Μέρος. Η θεία βοήθεια.
Ο γέοντας Παΐσιος μπαίνει στη ζωή μου
«Είχε τελειώσει το Καλοκαίρι και μαζί του τα χρήματά μας. Όμως θέλαμε να συνεχίσουμε τις διακοπές μας, τα μπάνια μας και τα ταξίδια μας. Τότε κάποιος φίλος πρότεινε να πάμε στο Άγιο Όρος. Δέν είχα ιδέα.
-Τί θα κάνουμε εκεί; Ρώτησα.
-Θα γυρνάμε από μοναστήρι σε μοναστήρι, τζάμπα φαγητό και ύπνο, και ενδιάμεσα καμιά βουτιά, απάντησε ο φίλος μου.
-Εντάξει πάμε».
Η εμπειρία στο Άγιο Όρος ήταν καταλυτική. Κράτησε μόνο 4 μέρες. Ο νέος μας πέρασε από 3 μοναστήρια. Οι επαφές του με χαρισματικούς γέροντες γαλήνεψαν την ψυχή του και τον προβλημάτισαν έντονα. Για πρώτη φορά έβλεπε να εφαρμόζεται στην πράξη το ευαγγέλιο του Χριστού. Κοινοκτημοσύνη, ζεστή φιλοξενία, ανυπόκριτη αγάπη, κατανόηση, πνεύμα φιλαδελφείας και αυτοθυσίας. Γρήγορα ακολούθησε κι άλλο ταξίδι. Το δεύτερο έμελλε να σημαδέψει την ύπαρξή του. Τότε έγινε η πρώτη συνάντηση με τον γέροντα Παΐσιο. Η σκηνή περιγράφεται στο βιβλίο τόσο γλαφυρά που νομίζει ο αναγνώστης ότι βλέπει μπροστά του, τους δύο πρωταγωνιστές.
«Όταν έφτασα κοντά στο σπίτι, από την μπροστινή μεριά, κάτω από το μπαλκόνι, ο γέροντας μου ζήτησε να τον δώσω μια ζακέτα που είχε πέσει κάτω.
Έπιασα τη ζακέτα και σήκωσα το κεφάλι μου απλώνοντας ψηλά το χέρι να του τη δώσω. Ο γέροντας έσκυβε από το μπαλκόνι να την πιάσει. Τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Τι βλέμμα ήταν εκείνο! Τα μάτια του μεγάλα,... γλυκά... έντονα... διεισδυτικά... Πετούσαν σπίθες.
Τι δύναμη ήταν εκείνη! Υπήρχε κάτι το ιερό σ' εκείνο το βλέμμα. Κάτι που ξεπερνούσε την ανθρώπινη φύση, όπως τη γνώριζα μέχρι τότε!
Αστραπιαία κατέβασα το κεφάλι μου. Δεν άντεχα την πνευματική δόξα που συνάντησα μπροστά μου. Ήμουν πολύ μικρός. Είχα γεμίσει δέος».
Και συνεχίζει τη διήγησή του μεταφέροντας σε μας λίγη από την αγιότητα που κουβαλούσε ο γέροντας. Αργότερα, όπως θα δούμε παρακάτω, ο π. Παΐσιος έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή του, που τον μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Αλλά ο δρόμος μέχρι το τέλος θα ήταν πολύ μακρύς και δύσκολος.
Τώρα πλέον, όπως ομολογεί ο ίδιος, μετά τις επισκέψεις στο Άγιο Όρος, ένιωθε κάποια αόρατη, ανεξιχνίαστη δύναμη να επιδρά στα γεγονότα της ζωής του. Διάφορα θαυμαστά γεγονότα, άρχισαν να συμβαίνουν επίσης:
«Επειδή δεν υπήρχε καμιά εικόνα στο σπίτι μου, έβγαλα από το στήθος μου ένα ξύλινο σταυρό. Τον είχε φτιάξει με τα χέρια του και τον είχε δωρίσει ο π. Παΐσιος. Τον κρέμασα κάπου στον τοίχο και αρχίσαμε να διαβάζουμε κουτσά στραβά την προσευχή.... Μια ευωδιά χτύπησε τη μύτη μου. Ένα άρωμα πολύ όμορφο, δυνατό και λεπτό έβγαινε από το σταυρό. Ο φίλος μου σκύβει να προσκυνήσει. Γυρνάει με έκπληξη. «Ρε συ...μυρίζει! Μου λέει. Ε! από κει και πέρα πέσαμε πάνω στο σταυρό. Τον φιλούσαμε, τον μυρίζαμε μια ο ένας και μια ο άλλος. Η ευωδιά πια είχε γεμίσει το δωμάτιο».
Οι επισκέψεις στο Άγιο Όρος γίνονται πολύ τακτικές. Μερικές κρατούν 2-3 μήνες. Περιγράφονται στη συνέχεια πλήθος από θαυμαστά γεγονότα που συμβαίνουν και προκαλούν την πίστη και το μυαλό του. Η συμβουλή όμως του γέροντα ήταν: «Δεν πρέπει να δίνεις σημασία σ' αυτά τα γεγονότα, ούτε να πολυασχολείσαι μαζί τους, γιατί υπάρχει κίνδυνος να σε πλανέψει ο διάβολος.
Αν ένα γεγονός είναι εκ Θεού και συ το παραθεωρήσεις από πνευματική προσοχή, τότε ο καλός Θεός, θα βρει άλλο τρόπο, πιο φανερό, για να σου μιλήσει». Γέμιζαν έτσι οι πνευματικές «μπαταρίες» του νέου μας. Παρά όμως τις τρομακτικές πνευματικές εμπειρίες που ζει κατά τις επισκέψεις στο Άγιο Όρος αλλά και την καταλυτική παρουσία του π. Παϊσίου στη ζωή του, ο νέος της ιστορίας μας, συνέχιζε την αμφισβήτηση και την αναζήτηση.
3° Μέρος. Μεταξύ δυο πνευματικών παραδόσεων
«Εκτός από το Γέροντα δεχόμουν επιδράσεις και από αλλού. Η άσωτη ζωή μου με εξέθετε σ' αυτές τις επιδράσεις. Το ενδιαφέρον μου για τον αποκρυφισμό, τον εσωτερισμό, τη «λευκή μαγεία», τη γιόγκα, το Ζεν, το Βούδα, όλα τέλος πάντων τα συναφή, δεν είχε ματαιωθεί. Βέβαια ο Γέροντας με είχε προειδοποιήσει, -κοίταξε παιδί μου, υπάρχουν δύο δυνάμεις σ' αυτό τον κόσμο. Ο Θεός και ο διάβολος. Εξαρτάται με ποιον συγγενεύει κανείς».
Παρά τις νουθεσίες του γέροντα, ο νέος μας, πέφτει πάλι στην αναζήτηση. Συναντάται με μία ινδή γιόγκι από το άσραμ (κοινόβιο) του γνωστού γκουρού Σατυανάντα. Τη θεωρεί σπουδαίο πρόσωπο. Εκπροσωπεί γι' αυτόν, την ινδουιστική πνευματικότητα. Κάνει μαζί της συζήτηση και της θέτει ζητήματα περί Θεού και διαβόλου. Τελικά φεύγει απ’ αυτήν με περισσότερα ερωτήματα από πριν.
Ακολουθεί η εμπειρία με το Silva Mind Control. Μια μέθοδο που ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει τις κρυμμένες δυνάμεις του εγκεφάλου. Ο φίλος μας παρακολουθεί τα σεμινάρια αυτής της μεθόδου.
«Υποτίθεται ότι μετά από αυτά τα σεμινάρια είχαμε αποκτήσει κάποιες δυνάμεις. Για παράδειγμα, μπορούσαμε από μακριά να διαγνώσουμε τις αρρώστιες από τις οποίες πάσχει κάποιος άνθρωπος. Υποτίθεται ότι είχαμε τη δυνατότητα να προγραμματίζουμε το μέλλον μας κ.ο.κ.».
Οι εμπειρίες όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, είναι καταλυτικές. Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά είναι ότι τώρα υπάρχει πλέον, μέτρο σύγκρισης. Και αυτό είναι οι πνευματικές εμπειρίες που είχε ζήσει στο Άγιο Όρος. Έτσι, έντονος προβληματισμός άρχισε να διακατέχει το νέο μας:
«Γέμισα έκπληξη! Τι είναι αυτά τα πράγματα) ...Είναι μαγείες; ...Ποιος προετοιμάζει τα γεγονότα για χάρη μου;... Μήπως οι δαίμονες; ...Μήπως έχουν δίκιο οι καλόγεροι;».
Έτσι, πολύ γρήγορα και μέσα σε έντονο προβληματισμό, σπεύδει να επισκεφτεί το Άγιο Όρος και τον γέροντα. Δοκιμάζει όμως άλλες δοκιμασίες και διαφορετικές πλέον εμπειρίες. Αγιασμένες με τη χάρη του Θεού. Και ο πονηρός πάντα να προσπαθεί να τον δοκιμάσει, να τον πλανήσει. Αυτός όμως να βρίσκει καταφυγή και δύναμη στο γέροντα Παΐσιο:
«-Γέροντα τι μου συνέβαινε πριν;
-Ε! Σε πείραζε το ταγγαλάκι (Έτσι ονόμαζε ο γέροντας τους δαίμονες). Μη φοβάσαι! Μάχη είναι! Όταν δυσκολεύεσαι, να έρχεσαι να ρίχνω κι εγώ μια σφαίρα να σε βοηθάω. Να λες την ευχή. Κάτσε να σου φέρω κι ένα... Πνευματικό κράνος, είπε γελώντας. Σηκώθηκε, πήγε μέσα στο σπίτι και μου φόρεσε ένα καφέ σκούφο.... Τον πήρε, τον ευλόγησε τρεις φορές και μου τον φόρεσε στο κεφάλι γελώντας. Τώρα δεν θα σε πλησιάζουν οι λογισμοί...».
4° Μέρος. Η ζωή μου στην Ινδία
Πριν το μεγάλο ταξίδι στην Ινδία, μας δίνει ο ίδιος την εξήγηση για την απόπειρα, να ζήσει κάτι διαφορετικό, από τη γαλήνη και την πνευματικότητα του Αγίου Όρους:
«Δεν ήθελα να εξαπατηθώ για άλλη μια φορά στη ζωή μου. Παρ' όλα τα θαυμαστά γεγονότα που είχα δει από τον π. Παΐσιο... τον αμφισβητούσα. Δεν πίστευα στις εξηγήσεις που έδινε. Μπορεί αυτός να το βλέπει έτσι, η πραγματικότητα όμως τον ξεπερνά. Μπορεί να κατέχει ένα τμήμα της αλήθειας, μπορεί κάποια άλλα τμήματα της αλήθειας να υπάρχουν και σε άλλα συστήματα σκέψης και σ' άλλες αλήθειες». Έτσι, μπαίνει μέσα του η ιδέα να ταξιδέψει στην Ινδία. Να ζήσει σε άσραμ, να μιλήσει με «φωτισμένους» Γκουρού και να βιώσει την «ανατολική» -ινδουιστική πνευματικότητα.
Η πέννα του συγγραφέα, με πολύ γλαφυρό τρόπο, με έντονες περιγραφές και ζωντανές εικόνες, δίνει στον αναγνώστη, την πραγματική εικόνα της Ινδίας. Μιας πολυπληθούς χώρας, που ζει μέσα σε έντονες αντιθέσεις. Πρώτος σταθμός, το Βαρανάσι. Ο πλέον ιερός τόπος των ινδουιστών, δίπλα στο Γάγγη ποταμό. Μία συνάντηση με ένα νεαρό γιόγκι του άνοιξε το δρόμο για το «μεγάλο» Γκουρού Babaji· το «σαρκωμένο Θεό»· αυτόν που ζούσε στα Ιμαλάια. Για κάποιον δυτικό που είχε διαβάσει σχετικά και είχε μυηθεί στον Ινδουισμό, η συνάντηση με αυτό το πρόσωπο, αποτελούσε το τέλος ενός δρόμου στην αναζήτηση της αλήθειας. Ο νέος μας, μένει έκπληκτος όταν άκουσε ότι μπορεί να τον συναντήσει. Έτσι, ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι. Μεγάλη περιπέτεια, πολλά τα εμπόδια αλλά και τεράστια η αγωνία για συνάντηση με τον «δάσκαλο των δασκάλων».
Γέροντας Παΐσιος

Μαρτυρία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, στον οποίον ο Θεός αποκάλυψε πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού! Το κείμενο λήφθηκε από το βιβλίο: "Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος", ο βίος του Αγίου, από τον Νικήτα Στηθάτο, κριτική έκδοση του Αρχιμ Συμεών Κούτσα, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193.
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν [ο Αγιος Συμεών] με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα.
Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως.
Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε κα κλαίει. Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».
Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».
Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες. Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής. Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές, από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.
Ἅγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος
Τι σημαίνει να σηκώσουμε τον σταυρό μας;
Ό Κύριος λέει ότι ό καθένας από μας πρέπει να σηκώσει τον δικό του σταυρό.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιος είναι αυτός ό σταυρός; Για τον καθένα ό σταυρός είναι διαφορετικός και αυστηρά προσωπικός, διότι για τον καθένα ό Θεός έχει ετοιμάσει τον δικό του σταυρό.
Έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ποιος είναι ό δικός μας σταυρός, να ξέρουμε ότι έχουμε σηκώσει εκείνο ακριβώς τον σταυρό πού μας προτείνει ό Θεός. Είναι πολύ επικίνδυνο να επινοούμε σταυρούς για τον εαυτό μας. Και αυτό δυστυχώς το βλέπουμε συχνά.
Για την πλειοψηφία των ανθρώπων ο Θεός έχει ετοιμάσει τον σταυρό της ζωής μέσα στον κόσμο, τον σταυρό της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής.
Αλλά πολλές φορές άνθρωπος πού αποφάσισε να αρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει στην ζωή του την οδό του Χριστού δεν πετυχαίνει τίποτα επειδή επινοεί για τον εαυτό του σταυρό πού του φαίνεται πιο σωστός. Νομίζει, παραδείγματος χάριν, ότι για να σωθεί πρέπει να γίνει μοναχός ή να πάει στην έρημο.
Αυτόν όμως το δρόμο ό Θεός τον ετοίμασε για πολύ λίγους, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σταυρό πού οι ίδιοι ούτε καν τον θεωρούν σταυρό και όταν τον σηκώνουν δεν καταλαβαίνουν ποιο βάρος έχουν στους ώμους τους.
Ποιο σταυρό έχουν οι περισσότεροι;
Έναν σταυρό απλό, όχι τέτοιο πού σήκωσαν οι άγιοι μάρτυρες και πού σήκωναν όλη τη ζωή τους οι όσιοι πατέρες στην έρημο. Εμείς έχουμε άλλο σταυρό.
Ή ζωή μας, ή ζωή όλων των ανθρώπων, είναι θλίψη και πόνος. Και όλες αυτές οι θλίψεις στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή μας είναι ο σταυρός μας.
Ό αποτυχημένος γάμος, ή ανεπιτυχής επιλογή του επαγγέλματος, δεν μας προκαλούν αυτά πόνο και θλίψη; Δεν πρέπει ό άνθρωπος πού τον βρήκαν αυτές οι συμφορές να τις υπομένει; Οι σοβαρές ασθένειες, ή περιφρόνηση, ή ατιμία, ή απώλεια της περιουσίας, ή ζήλεια των συζύγων, ή συκοφαντία και όλα γενικά τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, όλα αυτά δεν είναι ό σταυρός μας;
Ακριβώς αυτά είναι ό σταυρός μας, σταυρός για την μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτές είναι οι θλίψεις πού υποφέρουν οι άνθρωποι και όλοι μας πρέπει να τις σηκώνουμε, αν και οι περισσότεροι δεν το θέλουν. Άλλα ακόμα και οι άνθρωποι πού μισούν τον Χριστό και αρνούνται να ακολουθήσουν το δρόμο του και αυτοί ακόμα σηκώνουν το δικό τους σταυρό του πόνου.
Γεροντας Παϊσιος

WHY is the truth, it would seem, revealed to some and not to others? Is there a special organ for receiving revelation from God?
Yes, though usually we close it and do not let it open up: God’s revelation is given to something called a loving heart.
**
SERAPHIM Rose (1934-1982) was an American convert to the Orthodox Church, who became both priest and monk, and today is widely regarded as a saint.
Seraphim triumphed over serious personal trials to become a man of profound spiritual convictions and sincere prayer of the heart, and a steady critic of religious, political, and social ‘liberalism’ at a time when their disastrous effects were not as apparent as they are today.
**
**
Conversion
Intellectually precocious, the young Eugene was baptized in the Methodist Church when he was fourteen, and later became an atheist, finding an outlet for his religious instincts in Buddhism, and an expression of his worldview in beatnik culture. Emotionally intense, in his college days he entered into a homosexual relationship with a Finnish-born Russian Orthodox.
But even as his friend was moving away from Orthodoxy, so Seraphim became first acquainted with it, and then immersed in it.
He was eventually able to break his bonds, and was received into the Russian Orthodox Church Outside of Russia in 1962. As he himself would later write in God’s Revelation to the Human Heart (published in 1988),
WHEN conversion takes place, the process of revelation occurs in a very simple way — a person is in need, he suffers, and then somehow the other world opens up.
The more you are in suffering and difficulties and are ‘desperate’ for God, the more He is going to come to your aid, reveal Who He is and show you the way out.
It was shortly after this that he wrote an extraordinary letter to the well-known Roman Catholic monk and social activist Thomas Merton, in which Eugene took him to task for his political idealism.
I DO not, of course, deny that there is such a thing as a Christian “social action”; what I question is its nature.
When I feed my hungry brother, this is a Christian act and a preaching of the Kingdom that needs no words; it is done for the personal reason that my brother—he who stands before me at this moment—is hungry, and it is a Christian act because my brother is, in some sense, Christ.
But if I generalize from this case and embark on a political crusade to abolish the “evil of hunger,” that is something entirely different; though individuals who participate in such a crusade may act in a perfectly Christian way, the whole project—and precisely because it is a “project,” a thing of human planning—has become wrapped in a kind of cloak of “idealism.”
It was Seraphim’s conviction that Christian social action is inherently private and personal, and cannot be yoked to the secular quest for ‘world peace’ or the ‘eradication of poverty’. Such grandiose ideals will inevitably, Eugene believed, swallow up the Christian faith. The transcendent will be brought down to the merely human, and – crucially – the merely human will fail in its goal.
St Herman of Alaska Brotherhood
Eugene did not wait long before bringing his energy and intellectual gifts to bear upon his new fellowship.
Together with Gleb Podmoshensky, Eugene was founder of a community of Orthodox booksellers and publishers called the St Herman of Alaska Brotherhood, with the blessing of St John Maximovitch, at that time the Archbishop of San Francisco in the Russian Orthodox Church Outside of Russia.
The community eventually decided to flee urban modernity into the wilderness of northern California to become monks in 1966.
**
The St Herman of Alaska Monastery
**
At his tonsure in 1970, Eugene took the name “Seraphim” after St Seraphim of Sarov.
Following his ordination as hieromonk, Fr Seraphim began writing several books, including Orthodoxy and the Religion of the Future, and The Soul After Death.
One of his best known books, God’s Revelation to the Human Heart, was originally given as a lecture to a religious studies class at UC-Santa Cruz in 1981, and published in book form after his repose. He also founded the magazine The Orthodox Word, still published today by the Brotherhood.
The collective body of work that Fr Seraphim published quickly proliferated throughout America upon Fr Seraphim’s death and later in Russia and Eastern Europe upon the fall of atheist Communism in those countries, though typewritten copies of some of his books had been distributed underground for many years prior.

Fr Seraphim Rose (1934-1982)
Orthodoxy of the heart
Throughout his new life as an Orthodox monk, Fr. Seraphim stressed an “Orthodoxy of the heart,” which he felt was absent in much of the ecclesiastical life in America.
Although he gave himself no latitude in doctrine or moral virtues, and was instantly sensitive to every nuance of culture and art, he was particularly suspicious of those whose Orthodoxy was painstakingly correct without being compassionate.
DO we perhaps boast that we keep the fasts and the Church calendar, have ‘good icons’ and ‘congregational singing,’ that we give to the poor and perhaps tithe to the Church?
Do we delight in exalted Patristic teachings and theological discussions without having in our hearts the simplicity of Christ and true compassion for the suffering?
—then ours is a ‘spirituality with comfort,’ and we will not have the spiritual fruits that will be exhibited by those without all these ‘comforts’ who deeply suffer and struggle for Christ.
So it was, that those who visited him and sought his counsel found neither an intense intellectual nor a dogmatist, but a man whose simplicity of heart opened for them – however imperfect or vulnerable they were – a door to another life.
A YOUNG monk who joined the hermitage from another monastery remembers well his first meeting with Fr. Seraphim.
Unlike the pilgrims in the above accounts, this monk did not regard himself as an intellectual. He felt somewhat intimidated about meeting Fr. Seraphim, whom he already knew to be a profound and “intense” Orthodox writer.
When told by Fr. Herman to go talk to Fr. Seraphim in his cell, the monk did so nervously. Fr. Seraphim invited him in and he sat down, wondering what in the world a “simpleton” like himself was going to say to this wise and deep man with a long gray beard and penetrating eyes.
Suddenly Fr. Seraphim asked him: “Do you know anything about picking mushrooms?”
“No …” the new brother answered.
A veteran mushroom picker, Fr. Seraphim was able to tell, with openhearted enthusiasm, about all the edible mushrooms found in the area. The brother felt instantly more at ease. It was just what he needed: to hear about the simple joys of monastic life.
Simplicity – Chapter 87 from “Father Seraphim Rose: His Life and Works”.
Opposing the ‘Revolution’
But Seraphim had by no means shuffled off his intellectual gifts. He remained as sharply analytical as ever.
He had come to believe, however, that Orthodoxy was fundamentally about a Kingdom that is “not of this world”, a transcendent Kingdom discovered through prayer, humility, and personal relationships. It should never be reduced to being a mere approximation to the various Utopian political ideals swirling around in the 20th century, to which ‘intellectual’ Christians of all kinds too often did reduce it.
THE Revolution, like the disbelief which has always accompanied it, cannot be stopped halfway; it is a force that, once awakened, will not rest until it ends in a totalitarian Kingdom of this world. The history of the last two centuries has proved nothing if not this.
To appease the Revolution and offer it concessions, as Liberals have always done, thereby showing that they have no truth with which to oppose it, is perhaps to postpone, but not to prevent, the attainment of its end.
And to oppose the radical Revolution with a Revolution of one’s own, whether it be “conservative,” ” non-violent,” or “spiritual,” is not merely to reveal ignorance of the full scope and nature of the Revolution of our time, but to concede as well the first principle of that Revolution: that the old truth is no longer true, and a new truth must take its place.
“Nihilism: The Root of the Revolution of the Modern Age”

Fr Seraphim Rose (1934-1982)
Fr Seraphim admired rather those who practiced their faith in the private sphere with warmth and sincerity – be they Orthodox or, in the case of a nearby group he much admired, Protestant.
Even so, he remained convinced that Christianity offers more than practical charity, however sincere.
THEIR leaders give very practical teachings based on the Gospel, but after a while the teachings are exhausted and they repeat themselves.
Coming to Orthodoxy, these converts find a wealth of teaching that is inexhaustible and leads them into a depth of Christian experience that is totally beyond even the best of non-Orthodox Christians.
We who are already Orthodox have this treasure and this depth right in front of us, and we must use it more fully than we usually do.
Sadly though, what Fr Seraphim saw around him was a world in which politicians and intellectuals had conspired to create a society ideally shaped for their own benefit, and to create people who expectations had been deliberately shorn of this transcendent hope.
WHAT, more realistically, is this “mutation,” the “new man”?
He is the rootless man, discontinuous with a past that Nihilism has destroyed, the raw material of every demagogue’s dream; the “free-thinker” and skeptic, closed only to the truth but “open” to each new intellectual fashion because he himself has no intellectual foundation; the “seeker” after some “new revelation,” ready to believe anything new because true faith has been annihilated in him; the planner and experimenter, worshipping “fact” because he has abandoned truth, seeing the world as a vast laboratory in which he is free to determine what is “possible”; the autonomous man, pretending to the humility of only asking his “rights,” yet full of the pride that expects everything to be given him in a world where nothing is authoritatively forbidden; the man of the moment, without conscience or values and thus at the mercy of the strongest “stimulus”; the “rebel,” hating all restraint and authority because he himself is his own and only god; the “mass man,” this new barbarian, thoroughly “reduced and “simplified” and capable of only the most elementary ideas, yet scornful of anyone who presumes to point out the higher things or the real complexity of life.
For all such “new men”, the creation of powerful forces beyond their understanding, Fr Seraphim had pity, he had counsel, and above all he had time. They came to him, some hoping to learn from him, others hoping to impress him. He received them all alike.
Repose of Fr Seraphim
He had not reached even his 50th year, when Fr Seraphim suddenly fell ill while working in his cell in 1982. Surgeons were unable to prevent him slipping into a coma, and on September 2 he fell asleep in the Lord. His body lay for several days in a pauper’s coffin at his monastery in the wilderness of California, yet it was said that it remained supple, and gave off (appropriately enough) the scent of roses.
Through his life, his example, his counsels, and his prayers, that “Orthodoxy of the heart” for which he yearned has become the cherished goal of many thousands across the whole world.
EVERYTHING in this life passes away — only God remains, only He is worth struggling towards.
We have a choice: to follow the way of this world, of the society that surrounds us, and thereby find ourselves outside of God; or to choose the way of life, to choose God Who calls us and for Whom our heart is searching.
SHOULD we look to kings and princes to put right the inequalities between rich and poor?
Should we require soldiers to come and seize the rich person’s gold and distribute it among his destitute neighbors?
Should we beg the emperor to impose a tax on the rich so great that it reduces them to the level of the poor and then to share the proceeds of that tax among everyone?
Equality imposed by force would achieve nothing, and do much harm. Those who combined both cruel hearts and sharp minds would soon find ways of making themselves rich again.
Worse still, the rich whose gold was taken away would feel bitter and resentful; while the poor who received the gold from the hands of soldiers would feel no gratitude, because no generosity would have prompted the gift.
Far from bringing moral benefit to society, it would actually do moral harm.
Material justice cannot be accomplished by compulsion, a change of heart will not follow. The only way to achieve true justice is to change people’s hearts first—and then they will joyfully share their wealth.
"EVERYTHING is put in order with endurance and patience.
To the degree that people forget the idea of the Cross, so evil grows
and spreads, with the different pressures which occur both naturally
and artificially.
Blessed is the man who is wide awake and praying."
Δύο μικροί φίλοι, καθώς βάδιζαν στο δρόμο, συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο. Ο ένας από τούς δύο ήταν τύπος αγαθός· και επειδή ήταν αγαθός οι φίλοι του τον έλεγαν βλάκα, αλλά δεν συνέβαινε αυτό, ήταν απλώς αθώος και πολύ θρησκευόμενος.
Στο δρόμο πού συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο, λέει ο αγαθός στον φίλο του: «Κοίταξε να δεις, ο παπάς δεν πατάει στη γη»! Και ο μεν αγαθός έβλεπε τον Άγιο 30 πόντους πάνω από το έδαφος, ο δε άλλος δεν μπορούσε να τον δει.
Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να εισδύση στο βάθος της αγιαμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: “Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων … είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”.

Χωρίς τό φόβο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὅπως εἴμαστε βουτηγμένοι στά πάθη, δέν ἔχουμε καμιάν ἐλπίδα νά ἐκπληρώσουμε τό ἅγιο θέλημά Του καί νά προκόψουμε στήν ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον καί πρός τόν συνάνθρωπό μας. «Ἐν φόβῳ Κυρίου ἐλπίς ἰσχύος... ποιεῖ δέ ἐκκλίνειν ἐκ παγίδος θανάτου» (Παροιμ. 14. 26, 27). Δέν εἶναι δυνατό νά ζήσουμε χριστιανικά, «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην», παρά μόνο «ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7. 1). Ἀλλά θά μέ ρωτήσεις: Πῶς ἀποκτάει ὁ ἀνθρωπος φόβο Θεοῦ;
Γιά νά τό μάθεις, διάβασε προσεκτικά τήν τέταρτη ἀπό τίς διδασκαλίες τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου, πού ἀναφέρεται σ᾿ αὐτό τό θέμα. (Βλ. Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα Ἀσκητικά, ἔκδ. «Ἑτοιμασία» Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου Καρέα, Ἀθῆναι 1981, σ. 142-167.) Ἐγώ τώρα σοῦ λέω, μέ δυό μόνο λόγια, ὅτι, καθῶς λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, τό φόβο τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νά τόν ἀποκτήσουμε μέ τή διαρκή μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κολάσεως, μέ τήν καθημερινή ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ μας ( κάθε βράδυ πῶς περάσαμε τή μέρα καί κάθε πρωΐ πῶς περάσαμε τή νύχτα) καί μέ τήν ἐκκοπή τῆς παρρησίας, τῆς ἀργολογίας καί ὅλων γενικά τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας. Τέλος, πολύ βοηθάει ἡ συμβίωση καί συναναστροφή μέ ἄλλους ἀνθρώπους, πού ἔχουν ἀληθινό φόβο Θεοῦ.
Μήν ξεχνᾶς ὅτι, στίς τάξεις τοῦ ἐχθροῦ μας διαβόλου, οἱ τρεῖς γενναιότεροι πολεμιστές – οἱ τρεῖς ἰσχυρότεροι ἀντίπαλοί μας – εἶναι « ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου » (Α΄ Ἰω. 2. 16). Ἄν οἱ τρεῖς αὐτοί κατορθώσουν, μέ τή στήριξη τῆς φιλαυτίας μας, ν᾿ ἀποκτήσουν ἕνα πάτημα στό νοῦ καί στήν καρδιά μας, ἡ θύρα τῆς ψυχῆς μας θ᾿ ἀνοίξει σύντομα σ᾿ ἕνα πλῆθος ἄλλων ἁμαρτιῶν καί παθῶν, πού θά μᾶς βασανίζουν κατόπιν μόνιμα, πολεμώντας μας ὅλες τίς ὧρες καί ἀπ᾿ ὅλες τίς μεριές...
Προσοχή στόν πειρασμικό ἐκεῖνο λογισμό, πού σέ βεβαιώνει πώς εἶναι πλούσια ἡ φιλανθρωπία καί ἡ ἐπιείκεια τοῦ Θεοῦ – πάντοτε ὅμως πρίν ἁμαρτήσεις. Καί ἀντίθετα, σέ παραλύει, παρουσιάζοντάς σου τόν Θεό σάν σκληρό, ἄτεγκτο, ὀργισμένο τιμωρό – πάντοτε ὅμως ἀφοῦ ἁμαρτήσεις. Νά ἕνας σίγουρος τρόπος γιά νά πέσεις στήν ἀπελπισία. Νά μιά φανερή παγίδα τοῦ διαβόλου.
«Μακάριοι οἱ Πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην,
ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθ. Ε΄. 6)
Ἀπό τό βιβλίο «Πνευματικές Νουθεσίες»
Ὁσίου Μακαρίου τῆς Ὄπτινα
(ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν)

Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία, η οποία είναι μια παράλογος αγάπη προς το σώμα. Από αυτήν γεννώνται δικαιολογημένα οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικώτατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας. Οι λογισμοί αυτοί σχηματίζονται με αφορμή τις απαραιτήτους, δήθεν, ανάγκες του σώματος, και από αυτούς γεννώνται όλα τα κακά...
Πρέπει λοιπόν, νά προσέχομε και κατ' ανάγκην να πολεμούμε την φιλαυτία με πολλή επαγρύπνηση διότι όταν αυτή εξουδετερωθεί, αχρηστεύονται και όλοι οι λογισμοί πού γεννώνται από αυτήν. Τό πάθος της φιλαυτίας σιγοψιθυρίζει στον νου του Μοναχού ότι, απλώς, λυπείται το σώμα και τον παρακινεί νά ενδιαφέρεται περισσότερο από όσο πρέπει γιά την καλή τροφή, χάριν οικονομίας δήθεν και κυβερνήσεως του σώματος• έτσι, σιγά-σιγά, παρασύρεται ώστε νά πέσει στον βόθρο της φιληδονίας. Στον κοσμικό εμβάλλει τον λογισμό νά φροντίζει περισσότερο γιά τον εαυτό του και νά ικανοποιεί τις επιθυμίες του.
Από τά πάθη άλλα μεν οδηγούν την ψυχή στην ακολασία, άλλα στο μίσος και άλλα στην ακολασία και μίσος μαζί. Η πολυφαγία και καλοφαγία προξενούν ακολασία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία γεννούν το μίσος προς τον πλησίον. Η μητέρα δε αυτών, η φιλαυτία, είναι η αιτία που δημιουργεί και τα δύο• Σε αυτήν την φιλαυτία αντίθετος είναι η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος λοιπόν που νικάται από την φιλαυτία, έχει στην ψυχή του όλα τα πάθη. «Κάνεις δεν εμίσησε την σάρκα του, λέγει ο Απόστολος Παύλος• αλλ' όμως την βασανίζει και την μεταχειρίζεται ως δούλο, χωρίς να της παρέχει τίποτα περισσότερο εκτός από διατροφή και σκεπάσματα και αυτά μόνον όσα είναι απαραίτητα γιά τήν διατήρηση της ζωής. Έτσι λοιπόν αγαπά κανείς χωρίς πάθος την σάρκα του ως υπηρέτρια του Θεού• την διατρέφει και την ζεσταίνει τόσον μόνον όσο χρειάζεται για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών αυτής.
Όποιον αγαπά κανείς, εκείνον προ παντός φροντίζει να περιποιείται• αν λοιπόν κανείς αγαπά τον Θεό, φροντίζει οπωσδήποτε να πράττει και όσα ευχαριστούν τον Θεό αν, πάλι, αγαπά την σάρκα αυτήν, τότε εκτελεί εκείνα πού τήν ευχαριστούν. Στον Θεό αρέσει αγάπη και σωφροσύνη και θεωρία και προσευχή, ενώ στην σάρκα αρέσουν η λαιμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη• γι' αυτό οι φιλόσαρκοι δεν ημπορούν να αρέσουν στον Θεό. «Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού έχουν σταυρώσει τον σαρκικό άνθρωπο, μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίας» (Γαλ. ε', 24). Ο νους αν μεν στραφεί προς τον Θεό, έχει δούλο το σώμα και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από όσα είναι απαραίτητα για την ζωή. Αν, πάλιν, στραφεί προς την σάρκα, τότε υποδουλώνεται στα πάθη και επιθυμεί συνεχώς να φροντίζει γι' αυτήν.
Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού
Είπε ο Γέροντας Παΐσιος...
"Οι άνθρωποι πού έχουν δίκιο θέλουν και καλά και σώνει να έχουν όλο το δίκιο με το μέρος τους.
Κι αν δεν τους φτάνει, τότε δεν γυρεύουν τη δικαιοσύνη του Θεού, αλλά πηγαίνουν στα κοσμικά δικαστήρια να τη βρουν.
Όποιος δε μας πειράξει, να μη λέμε ποτέ, «ο Θεός να τον πληρώσει», γιατί ό Θεός πληρώνει πολύ ακριβά.
Απλώς να συγχωρούμε και να μη μιλάμε πολύ. Ό Θεός, σ’ εκείνον πού σιωπά, μιλάει περισσότερο και τον ευεργετεί".
http://www.agioritikovima.gr/didaches/geronta-paisiou/19886-gero-paios-o

Όταν ο άνθρωπος έχει Αγάπη, Υπομονή, Υπακοή και Ταπείνωση, έχει κερδίσει και αυτόν τον κόσμο και τον Παράδεισο. Αλλά ποιο είναι το δύσκολο; Είναι πάντα αυτή η Δύναμις του Σκότους, που μας λέει ότι εμείς έχουμε Δίκηο.
-Ποτέ δεν έχουμε δίκηο;
-Ποτέ! Πάντα «έχει» ο άλλος! Εδώ είναι το σπουδαίο …
Ξέρετε γιατί; Γιατί αυτός, με το Εγώ του έχει δίκηο. Γιατί λοιπόν να προσπαθήσω να τον πείσω με το δικό μου Εγώ;
-Υποτασσόμεθα δηλαδή στο Εγώ του άλλου και στο δίκηο του άλλου …
-Δεν υποτασσόμεθα όπως το εννοείτε. Κάνουμε εκείνο που εμείς θεωρούμε σωστό, αλλά δεν θα ‘χουμε μαζύ του άσκοπες συζητήσεις, δεν θα ‘χουμε κατάκριση, δεν θα έχουμε χάσιμο της γαλήνης μας. Αυτός θα συνεχίσει τον δρόμο του και θα τον εμπιστευτούμε στο Θέλημα του Θεού. Δεν μπορεί να μας βλάψει. Γιατί εμείς έχομε κάποια Αρχή πάνω μας που είναι σύμφωνη με την δική μας δικαιοσύνη. Υπάρχει ο Πνευματικός μας, υπάρχει η Γερόντισσα μας, υπάρχει ο Δεσπότης μας, υπάρχει η Εκκλησία ολόκληρη που συμφωνεί.…
Αλλά να σας πω, γι’ αυτού του είδους της σκέψεις όλες, εγώ έχω ένα καλάθι που το λέω το Καλάθι της Ματαιότητος, και όπως ρίχνουμε τα άχρηστα χαρτιά, έτσι κι αυτές τις σκέψεις εκεί μέσα τις ρίχνω και δεν με στεναχωρούν. Γιατί δεν πρέπει να στεναχωριέται ο άνθρωπος με τέτοια.}217} … Γιαυτό προπάντων όχι θυμό! Γιατί σου λέει ο Κύριος Μη αντιστήναι τω Πονηρώ. Γιατί όταν πάμε ενάντια σε κάτι, σκοτωνόμαστε στον καβγά. Αν έρθει κάποιος μετά από λίγο και μας δει θα καταλάβει ποιος είχε δίκηο και ποιος είχε άδικο; Ποτέ!
Γινόμαστε και οι δύο πονηροί και του Πειρασμού. Γι’ αυτό σας λέω, όταν αρχίζει μία συζήτηση που πάει να εξελιχθεί σε καβγά, ο ένας από τους δύο, εάν είναι του Θεού άνθρωπος, πρέπει να σωπάσει και να λέει μέσα του Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς … Σε δύο λεπτά σταματούν όλα.
ΓΕΡ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ

Τήρησε σθεναρά την πνευματική επιφυλακή, επειδή δεν γνωρίζεις πότε θα σε καλέσει ο Κύριος κοντά Του. Κατά την επίγειο ζωή σου, να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να Του δώσεις λογαριασμό. Πρόσεχε να μην σε πιάσει στα δίχτυα του ο εχθρός, ή να σε ξεγελάσει, προκαλώντας σε να πέσεις σε πειρασμό. Καθημερινά εξέταζε την συνείδησή σου, δοκίμαζε την καθαρότητα των λογισμών σου, τις προθέσεις σου.
Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί.
Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
«Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;» ρώτησε ο πατέρας.
«Πατέρα μου και κύριέ μου,» απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;»
«Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου.»
«Πατέρα μου,» απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;»
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: «Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν.»
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα.
Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε: «Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;»
«Δεν πρόσεξα τίποτε.»
«Τι εννοείς, 'τίποτε';» τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή - σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα ...;»
«Δεν είδα τίποτε απ' όλα αυτά» είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου.»
«Πολύ σωστή η παρατήρησή σου» είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς.»
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.
«Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε» (Α' Προς Κορινθίους 16:13).
Ο Απόστολος δίνει αυτή την σημαντική συμβουλή, για να στρέψει στην προσοχή τους προς τον κίνδυνο του κόσμου τούτου, να τους καλέσει σε συχνή εξέταση της καρδιάς τους, επειδή χωρίς αυτό, είναι εύκολο κανείς να καταστρέψει την καθαρότητα και το πάθος της πίστεώς του και χωρίς να το αντιληφθεί, να περάσει στην αντίπερα όχθη του πονηρού και της απιστίας.
Όπως είναι βασική μας μέριμνα να προσέχουμε εκείνα που μπορούν να ζημιώσουν την φυσική μας υγεία, έτσι οφείλουμε να έχουμε σαν πνευματική μας μέριμνα να προσέχουμε εκείνα που μπορούν να ζημιώσουν την πνευματική μας ζωή και το έργο της πίστεως και της σωτηρίας. Συνεπώς, πρέπει να ελέγχετε προσεκτικά και με προσήλωση τα εσωτερικά σας ορμέμφυτα: είναι εκ Θεού, ή από το πνεύμα του πονηρού; Να φυλάγεσθε από τους πειρασμούς του κόσμου τούτου, και από τους κοσμικούς ανθρώπους. Να φυλάγεσθε από τους κρυφούς εσωτερικούς πειρασμούς που προέρχονται από το πνεύμα της αδιαφορίας και απροσεξίας την ώρα της προσευχής εξ αιτίας της φθίνουσας Χριστιανικής αγάπης.
Αν στρέψουμε την προσοχή μας στον νου μας, θα παρατηρήσουμε ένα χείμαρρο αλλεπάλληλων λογισμών και ιδεών. Ο χείμαρρος αυτός είναι αδιάκοπος, τρέχει γοργά προς κάθε κατεύθυνση και κάθε στιγμή - στο σπίτι, στην εκκλησία, στην εργασία, όταν διαβάζουμε, όταν συζητούμε ...; Συνήθως το ονομάζουμε «σκέψη», γράφει ο Επίσκοπος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια διαταραχή του νοός, ένα σκόρπισμα, μια έλλειψη συγκέντρωσης και προσοχής. Το ίδιο συμβαίνει και στην καρδιά. Έχετε ποτέ παρατηρήσει την ζωή της καρδιάς; Δοκιμάστε να το κάνετε, έστω για ένα μικρό διάστημα, και παρατηρήστε τι θα ανακαλύψετε: Προκύπτει κάτι δυσάρεστο, και ταράζεστε. Σας βρίσκει κάποια δυστυχία, και νοιώθετε λύπηση για τον εαυτό σας. Βλέπετε κάποιον που δεν συμπαθείτε, και αμέσως αναβλύζει μέσα σας η εχθρότητα. Συναντιέστε με κάποιον ισότιμό σας, ο οποίος εν τω μεταξύ σας έχει προσπεράσει κοινωνικά, και αρχίζετε να τον φθονείτε. Αναπολείτε τα ταλέντα σας και τις ικανότητές σας, και αρχίζετε να νοιώθετε υπερηφάνεια ...;. Όλη αυτή η σαπίλα: ματαιοδοξία, σαρκική επιθυμία, λαιμαργία, ακηδία, κακία ...; η μία στοιβαγμένη πάνω στην άλλη, τελικά καταστρέφουν την καρδιά. Και όλα αυτά μπορούν να διαπεράσουν την καρδιά μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Για τον λόγο αυτό, κάποιος ασκητής που ασκούσε αυστηρό έλεγχο στον εαυτό του, είπε -πολύ σωστά- ότι «η καρδιά του ανθρώπου είναι γεμάτη από δηλητηριώδη φίδια. Μόνο οι καρδιές των αγίων είναι απαλλαγμένες από αυτά τα φίδια: τα πάθη.»
Τέτοια όμως απαλλαγή αποκτάται μονάχα μέσω μιας μακροχρόνιας και δύσκολης διαδικασίας αυτογνωσίας, προσωπικής ενασχόλησης και επιφυλακής προς την έσω ζωή μας, δηλαδή, την ψυχή.
Να είστε προσεκτικοί. Να είστε σε επιφυλακή για την ψυχή σας! Να στρέφετε τους λογισμούς σας μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνετε σε εκείνα που είναι αιώνια. Έτσι θα βρείτε την χαρά που ποθεί η ψυχή σας, και για την οποία διψά η καρδιά σας.
(Αρχικό κείμενο από την Ρώσικη «Pravoslavnaya Rus» ) και στην Αγγλική απόδοση από το περιοδικό «ORTHODOX AMERICA», Τόμος 14, No. 2-3, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, 1993.
God has surrounded the tongue with a double wall,
with the barrier of the teeth, and fence of the lips, in
order that it may not easily and heedlessly utter words
it should not speak.
St John Chrysostom
“I also maintain that those who are punished in Gehenna are scourged by the scourge of love. Nay, what is so bitter and vehement as the torment of love? I mean that those who have become conscious that they have sinned against love suffer greater torment from this than from any fear of punishment. For the sorrow caused in the heart by sin against love is more poignant than any torment. It would be improper for a man to think that sinners in Gehenna are deprived of the love of God. Love is the offspring of knowledge of the truth which, as is commonly confessed, is given to all. The power of Love works in two ways: it torments sinners, even as happens here when a friend suffers from a friend; but it becomes a source of joy for those who have observed its duties. Thus I say that this is the torment of Gehenna: bitter regret. But love inebriates the souls of the sons of Heaven by its delectability.”
- St. Isaac the Syrian