Saturday, January 12, 2013

Advice For Parents



What saves and makes for good children is the life of the parents in the home. The parents need to devote themselves to the love of God. They need to become saints in their relation to their children through their mildness, patience and love. They need to make a new start every day, with a fresh outlook, renewed enthusiasm and love for their children. And the joy that will come to them, the holiness that will visit them, will shower grace on their children. Generally the parents are to blame for the bad behaviour of the children. And their behaviour is not improved by reprimands, disciplining, or strictness. If the parents do not pursue a life of holiness and if they don't engage in spiritual struggle, they make great mistakes and transmit the faults they have within them. If the par­ents do not live a holy life and do not display love towards each other, the devil torments the parents with the reactions of the children. Love, har­mony and understanding between the parents are what are required for the children. This provides a great sense of security and certainty.

The behaviour of the children is directly related to the state of the parents. When the children are hurt by the bad behaviour of the parents towards each other, they lose the strength and desire to progress in their lives. Their lives are constructed shoddily and the edifice of their soul is in constant danger of collapsing. Let me give you two examples.

Two sisters came to see me. One of them had gone through some very distressing experiences and they asked me what was the cause of these. I answered them:
'It's because of your home; it stems from your parents.' And as I looked at the girl I said:

'These are things you've inherited from your mother.'

'But,' she said,' my parents are such perfect people. They're Chris­tians, they go to confession, they receive Holy Communion and we had a re­ligious upbringing. Unless it is religion that is to blame...'

I said to them:

'I don't believe a word of all that you're telling me. I see one tiling only, and that is that your parents don't live with the joy of Christ.'

On hearing this, the other girl said:

'Listen, Maria, the Father's quite right. Our parents go to confession and receive Holy Communion, but did we ever have any peace at home. Our father was constantly complaining about our mother. And every day either the one refused to sit at the table or the other refused to go out somewhere together. So you see what the Father is saying is true.

'What's your father's name?' I asked her,

She told me.
  
'What's your mother's name?'

She told me.

'Well,' I said,' the feelings you've got inside you towards your moth­er are not at all good.'

You see, the moment she told me her father's name I saw his soul, and the moment she told me her mother's name, I saw her mother and I saw the way her daughter looked at her.

Another day a mother came to visit me with one of her daughters. She was very distressed and broke down in tears.

'What's the matter?' I asked.

'I'm in total despair over my older daughter. She threw her husband out the house and deceived us all with a pack of lies.'

'What kind of lies?' I inquired.

'She threw her husband out the house ages ago and she didn't tell us anything. We would ask on the phone, "How's Stelios doing?', and she would reply, "Oh, he's fine. He's just gone out to buy a newspaper." Each time she would think up some new excuse so that we wouldn't suspect anything. And this went on for two whole years. A few days ago we learned the truth from Stelios himself when we bumped into him by chance.'

So I said to her:

'The fault's your own. It's you that's to blame, you and your husband, but you most of all.'

'What do you mean!' she said indignantly. 'I loved my children to the point that I was never out of the kitchen. I had no life of my own at all. I took them to the church and I was always telling them the right thing to do. How can you say that I'm to blame?'

I turned to her other daughter who was with her and asked:

 'What do you think about the matter?'

'The Father's right, Mum,' she said. 'We never ever enjoyed a single day when you weren't quarrelling with Dad.'

'Do you see then, how I'm right? It is you that are to blame. You traumatised the children. They are not to blame, but they are suffering the consequences.'

Wounded by Love: The Life and the Wisdom of Elder Porphyrios, trans. by John Raffan (Limni, Evia, Greece: Denise Harvey, 2005), 195-205. 

Οικογενειακές στενοχώριες και αγιασμός - Γερων Πορφύριος



Για να διορθώσει σ' έναν αδελφό τα πολλά ελαττώματα του, όπως καί σέ όλους μας, έπαιρνε ό Γέροντας παραδείγματα άπό τή φύση και τή ζωή του και τοϋ έλεγε:
«Να ξέρεις, παιδί μου, τίποτα δεν έγινε εκεί  και ώς έτυχε.
Όλα έχουν τό σκοπό τους. Και τίποτα δέν γίνεται χωρίς νά υπάρχει αίτία. Ούτε μια πευκοβελόνα δέν πέφτει άπό τό πεύκο αν δέ θέλει ό Θεός.
Γι' αυτό θά πρέπει νά μή στενοχωριέσαι γιά ό,τι σού γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε.
Νά! εσύ στενοχωριέσαι μέ τά πρόσωπα τού σπιτιού σου και βασανίζεσαι πότε μέ τή γυναίκα σου καί πότε μέ τά παιδιά σου.
Αυτά είναι όμως πού σέ κάνουν καί ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά.
"Αν δέν ήσαν αυτοί, έσύ δέν θά προχωρούσες καθόλου. Σού τους έχει δώσει ό Θεός γιά σένα. Μά θά μού πείς -συνέχισε ό Γέροντας- είναι καλό νά υποφέρουμε άπό τους αγαπημένους μας;
Έ! έτσι τό θέλει ό Θεός.
Καί έσύ είσαι ευαίσθητος πολύ καί άπό τή στενοχώρια σου, σού πονάει τό στομάχι σου καί ή κοιλιά σου εκεί χαμηλά. "Ετσι δέν είναι;»
Ναί, μά είναι κακό Παππούλη, τον ρωτάει ό αδελφός, νά είναι κανείς ευαίσθητος;
«Ναί, τού απαντάει ό Γέροντας, είναι κακό νά είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. Δέν ξέρεις ακόμα ότι καί όλες οί ψυχικές αρρώστιες είναι δαιμόνια;»
Όχι, τοΰ λέει ό αδελφός.
«Έ! μάθε το τώρα άπό μένα» κατέληξε ό Γέροντας.

Ο Αντίχριστος

 



Ο Αντίχριστος, επειδή είναι εχθρός του Θεού, επιθυμεί να χαθούμε όλοι και αυτός ο τύρανος θα χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους για να πάρουν όλοι τη σφραγίδα του θηρίου, μόλις θα έρθει για να παραπλανήσει όλο τον κόσμο.
Να προσέχετε αδελφοί μου, τους διάφορους πονηρούς τρόπους που θα χρησιμοποιήσει το θηρίο. Η αρχή γίνεται από την κοιλιά, ώστε όταν κανείς βρεθεί σε δύσκολη θέση, αφού δε θα έχει τροφές, θ' αναγκαστεί να πάρει το σφράγισμα του Αντίχριστου στο δεξί χέρι και στο μέτωπο, όχι τυχαία, αλλά για να μην μπορεί ο άνθρωπος να κάνει με το δεξί του χέρι το σημείο του Σταυρού, και να μην μπορεί να σημειώνει το Άγιο όνομα του Κυρίου στο μέτωπο.
Επειδή ξέρει ο πανάθλιος, ότι όταν ο άνθρωπος σφραγισθεί με το σημείο του Σταυρού, ελευθερώνεται ο άνθρωπος απ' τις δυνάμεις του διαβόλου.
Γι αυτό το λόγο σφραγίζει το δεξί χέρι του ανθρώπου"


(Οσιος Εφραίμ ο Σύρος).

Friday, January 11, 2013

Receiving the Light of Christ


 
 
Our aim is to know God in a direct way, not intellectually or through reason.  This is often referred to as receiving the light of Christ. When we receive this light we experience a sense of joy. When it is a light sent by the devil we feel a bit of agitation or obscureness. 

Saint Seraphim says,
The Christian heart, when it has received something divine, does not demand anything else in order to convince it that this is precisely from the Lord...
Saint Seraphim also gives many pointers about how to prepare to receive this gift of light.

He says,
To receive and behold in the heart the light of Christ, one must, as far as possible, divert one's attention away from the visible objects. Having purified the soul beforehand by repentance and good deeds, and with faith in the Crucified, having closed the bodily eyes, immerse the mind within the heart, in which place cry out with the invocation of the name of our Lord Jesus Christ; and then, to the measure of one's zeal and warmth of spirit toward the Beloved, a man finds in the invoked name a delight which awakens the desire to seek higher illumination.
What is important to remember that this gift comes after we have purified our heart and soul of its attachment to the passions of the body and one is committed to a life of ongoing repentance and good deeds, including participation in the sacraments of the Church.
Saint Seraphim goes on to describe this gift.
When a man beholds the eternal light interiorly, his mind is pure and has no sensory representations, but, being totally immersed in contemplation of uncreated goodness, he forgets everything sensory and wishes not even to see himself; he desires rather to hide himself in the heart of the earth if only he not be deprived of this true good--God.
This is the gift that is available to all who are willing to cooperate with God and undertake the necessary preparation.
Reference: Little Russian Philokalia, Vol 1, pp 46-47

Ένα θαύμα από μια πόρνη! (π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος )


Μια πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ένα νοσοκομείο με το δίχρονο παιδάκι της να χαροπαλεύει οπό λευχαιμία.
Ο πόνος της είναι μεγάλος, διότι ήδη έχει χάσει άλλα δύο παιδιά, και τώρα έβλεπε να της φεύγει και το τελευταίο, τρίτο βλαστάρι της. Όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο και πιο πολύ μεγάλωνε η απελπισία της.
Ήταν ήδη 2:00 μετά τα μεσάνυκτα, όταν όλως εκτάκτως πέρασε οπό το θάλαμο ο διευθυντής του τμήματος, να δει ένα διπλανό κοριτσάκι «επί πληρωμή» και οπό παρόρμηση πρόσεξε και το δίχρονο παιδάκι της χαροκαμένης εκείνης μάνας. Το εξέτασε και της είπε: Λυπάμαι πολύ κυρία μου. Πάρε το παιδάκι σου και φύγε τώρα, για να πεθάνει τουλάχιστον στην αγκαλιά σου και στο σπίτι σου.
Σαν το άκουσε αυτό η δύστυχη μάνα από το στόμα του γιατρού, με λυγμούς, τύλιξε το παιδάκι της με μία κουβερτούλα, το έσφιξε στην αγκαλιά της και έφυγε τρέχοντας. Βγήκε στο δρόμο… Παντού επικρατούσε ερημιά και ησυχία. Τίποτα δεν κυκλοφορούσε.

Σε μία στροφή του δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ετών. Μόλις είχε τελειώσει τη «δουλειά της» ήταν πόρνη.
Μόλις έφθασε η μάνα μπροστά της, την σταμάτησε και της έβαλε με βία το παιδάκι της μέσα στην αγκαλιά της. Ταυτόχρονα, έπεσε στα πόδια της και φώναξε: Σώσε το παιδί μου! Σώσε το παιδί μου…..!!!
Τα έχασε αυτή! Πόρνη ήταν, αμαρτωλή ήταν, βυθισμένη στο βούρκο της ακολασίας! Τί να κάνει; Στα πόδια της μία μάνα, στα χέρια της ένα παιδί πού έσβηνε. Το είδε ότι έσβηνε. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είπε με δυνατή φωνή: Τί προσευχή να κάνω τώρα Θεέ μου; Εγώ είμαι αμαρτωλή, εγώ είμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» την δουλειά μου. Αν δεν μ’ ακούς εμένα –και δεν θα με ακούσεις, βέβαια, γιατί είμαι αμαρτωλή- άκουσε τουλάχιστον αυτή τη πονεμένη μάνα.
Εκείνη τη στιγμή έγινε το θαύμα!!! Κατέβηκε ένα φώς από τον ουρανό και το παιδί άνοιξε τα ματάκια του, φώναξε «μανούλα μου!» κι άπλωσε τα χεράκια του αγκαλιάζοντας την πόρνη, γιατί νόμισε ότι αυτή ήταν η μανούλα του. Πάρ’ το της είπε. Ο Θεός Έκανε Το Θαύμα Του!
Ο Θεός άκουσε τη προσευχή μίας αμαρτωλής, μίας πόρνης και όχι της μάνας! Αυτό συντάραξε τα λιμνάζοντα «νερά» στη ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας, ώστε με συντριβή και μετάνοια, και με εξομολόγηση, οριστικά πλέον άλλαξε το σκοτάδι της αμαρτίας με τη νέα εν Χριστώ ζωή.
Δόξα στο Όνομα σου, Κύριε!

Περί Αμαρτίας, Μετανοίας, Πένθους και Δακρύων ( Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης- Αριζονα)



                    ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄


 1 . Το να πέσωμεν και να τραυματισθώμεν, τούτο έξεστι τοις ανθρώποις, εφ’ όσον και αν μία ημέρα εστίν η ζωή του ανθρώπου επί της γης, έγκειται η διάνοια αυτού επί τα πονηρά εκ γεννήσεως αυτού, αλλά το να πέσωμεν και να μείνωμεν εν τω πτώματι, τούτο ουχί ανθρώπινον. Η μετάνοια αναδημιουργεί τον άνθρωπον, αύτη εδόθη, ίνα θεραπεύη την ψυχήν μετά το βάπτισμα, και εάν αύτη έλειπεν, σπανίως θα εσώζετο άνθρωπος. Δια τούτο η αρετή της μετανοίας δεν έχει τέλος εφ’ όσον υπάρχει πνοή ζωής εν τω ανθρώπω, διότι έξεστι και τοις τελείοις να σφάλλουν. Τέκνα μου, οσάκις ίδητε τον λογισμόν να σας ελέγχη δι’ αμαρτίαν τινά, αμέσως πάρετε το φάρμακον, μετανοήσατε, κλαύσατε, εξομολογηθήτε, και ιδού επανέρχεσθε εις την προτέραν και καλυτέραν κατάστασιν.

2 . Ο Ιούδας ο προδότης αφιερώσας εαυτόν τω Κυρίω και μέτοχος χαρίτων γενόμενος, θαύματα συνεπετέλει μετά των λοιπών Αποστόλων και εις το τέλος εναυάγησεν. Ο ληστής έργα ασεβείας, κακοπραγίας, ανήθικα, κ.λ.π. πράξας και φωνήν ελέους κράξας, κατέπαυσεν εις τον αχείμαστον λιμένα της αιωνίου μακαριότητος. Ο λαός των Εβραίων, ο τας επαγγελίας του Θεού δεχθείς και περιούσιος και εκλεκτός και άγιος υπό Θεού κληθείς, τυφλωθείς έχασε τον Θεόν δια παντός. Τα βάρβαρα έθνη, η πόρνη κατά τα έργα, εδέξαντο το κήρυγμα και εκληρονόμησαν ό,τι ο Ισραήλ απώσατο, τον Θεόν. Δια τούτο μακράν η απόγνωσις και η απελπισία, όσον και εάν είμεθα αμαρτωλοί, οφείλομεν αεί προστρέχειν τω Θεώ και τους οφθαλμούς της ψυχής μας, ως δούλοι, εναποτίθεσθαι εις χείρας του Κυρίου αυτών. Ούτω προς Κύριον έστωσαν και ημών οι οφθαλμοί, ελπίζοντες αεί εις το έλεος του Κυρίου έως του οικτιρήσαι ημάς.

3 . Η έκπτωσις του ανθρώπου εις την θνητότητα την σωματικήν με τα επακόλουθα της εξορίας και της απομακρύνσεως εκ του αγαθού πατρός Θεού, επροξένησαν τον νόμον της αμαρτίας, τον αντιστρατευόμενον εις τον νόμον του Θεού. Ο νόμος της αμαρτίας, ως ροπή και κλήσις και ως πονηρία, έγκειται εις τον άνθρωπον εκ νεότητος αυτού. Και αυτή η ροπή προς το κακόν, ως προπατορική κληρονομία και δείγμα και αποκύημα και λείψανον της παλαιάς αποκοπής από την πηγήν της ευτυχίας, έλαβε φυσικά διαστάσεις επί την ανθρωπίνην φύσιν και ως εκ τούτου σύρεται αύτη επί τα πονηρά και φυσικώς ακολουθούν αι θλιβεραί επιφοραί εις τα τέκνα του Αδάμ και της Εύας. Η ανάκλησις επί την πάλαι υιοθεσίαν, δια μέσου του σταυρικού θανάτου του Κυρίου Ιησού, ωδήγησεν εις την αιώνιον σωτηρίαν, αλλ’ όμως ουκ ήρε τον νόμον της αμαρτίας, τον ένδοθεν του ανθρώπου, όχι ότι ουκ ηδύνατο, διότι έστω και μία ρανίς του φρικτού και αγίου αίματος του Ιησού Χριστού ηδύνατο το παν να μεταβάλη, αλλά οικονομικώς τον άφησε να συνυπάρχη τω ανθρώπω, ίνα δια μέσου τούτου όχι μόνον τον παιδαγωγήση, αλλά ίνα γνωρίση και την εκάστου προαίρεσιν. Ουκ επέτρεψεν ο Θεός, λέγει η Γραφή, να εξολοθρεύση ο Ιησούς του Ναυή πάντα τα κύκλω αυτού ειδωλολατρικά έθνη, αλλά άφησέ τινα, ίνα δια των τοιούτων διδάξη τους υιούς Ισραήλ τον πόλεμον. Όταν λοιπόν αυτός ο νόμος της αμαρτίας δεν εύρη αντίπαλον γενναίον, δηλαδή την καλήν θέλησιν και προαίρεσιν, με όπλα τας θείας εντολάς και παραγγέλματα, τότε νικά και αιχμαλωτίζει τον αγωνιστήν, τον γυμνώνει εκ των θεϊκών όπλων και κατόπιν τον σύρει προς τον αμαρτωλόν της αμαρτίας ρουν. Εκ τούτων όλων και άλλων πολλών, βγαίνει το αληθές συμπέρασμα ότι όλα τα θλιβερά γεγονότα και πράγματα επί την ανθρωπίνην φύσιν είναι αποκυήματα της ολισθήσεώς της εκ της πρώην αθανασίας προς την θνητότητα, και ότι του Θεανθρώπου Ιησού η σωτήριος θυσία ουκ ήρε τον ένδοθεν του ανθρώπου νόμον της αμαρτίας οικονομικώς, προς παιδαγωγίαν αυτού και δια άλλα πολλά σωτήρια αίτια, ίνα δια τούτων τον καταστήση σοφόν κληρονόμον των αιωνίων Αυτού αγαθών.

 4 . « Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Να η αξία της στιγμής, σε εύρεν εν μετανοία; Σε έφθασεν εν εξομολογήσει; Σε επρόφθασε με το « ήμαρτον, Πάτερ, εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου»; ( Λουκ. 15,18 ). Σε προσήγγισεν με το δάκρυ της γνησίας μετανοίας και αυτομεμψίας; Ιδού εις μίαν στιγμήν χρόνου σε κρίνει ο Θεός καθώς ελάλησεν, « πιστός ο Κύριος εν τοις λόγοις Αυτού» ( Ψαλμ. 144.13 ). Εάν εις το ανάπαλιν σε εύρη, ω άνθρωπε, τότε θα ανοιχθούν τα μάτια της ψυχής και θα ίδης τι εζημιώθης, αλλά τι το όφελος! Άμα κρίνη ο Θεός τον άνθρωπον, τότε περιττή η μετάνοια. Όταν τελειώση η πανήγυρις, περιττά τα πολλά λόγια, το παν ετελείωσε! Ω, τι μέγα μυστήριον τούτο! Ω Θεέ μου, γλυκέ μου Ιησού, άνοιξόν μοι τα όμματα της ψυχής μου, ίνα ίδω καθαρώτατα τούτο το μέγα μυστήριον της αιωνίου σωτηρίας μου, ίνα ετοιμάσω εφόδια δια της χάριτός Σου βοηθούμενος, ίνα μη εν τω τέλει του βίου μου μεταμεληθώ χωρίς όφελος. Ως βλέπεις, τίποτε απολύτως δεν κάμνω, αλλά όλος λελέπρωμαι από πάθη, δώρησέ μου δάκρυα και μετάνοιαν ολόκληρον, προτού να έλθη η εσχάτη ώρα, καθ’ ην θα ακούσω την φωνήν Σου: « Ετοίμασον τα περί του οίκου σου, αποθνήσκεις και ου ζήσεις».

 5. Η μετάνοια είναι ατέλεστος, όλαι αι αρεταί δύνανται με την χάριν του Θεού, να τελειοποιηθούν από τον άνθρωπον. Την μετάνοιαν ουδείς δύναται να την τελειοποιήση, διότι μέχρι και της τελευταίας ημών αναπνοής έχομεν ανάγκην της μετανοίας, διότι σφάλλομεν εν ριπή οφθαλμού, οπότε η μετάνοια είναι ακατάκτητος. Ω, πόσον αγαθός ο Θεός! Δικαίως λοιπόν θα κολασθούν οι συναμαρτωλοί μου, διότι παρεγνώρισαν την άπειρον ευσπλαγχνίαν του ουρανίου Πατρός. Ενώ λοιπόν ως άνθρωποι σφάλλομεν, μας έρχεται οκνηρόν το να είπωμεν το « ήμαρτον »! Και πως θα το είπωμεν, εφ’ όσον έχομεν, εγώ πρώτος, την λήθην και την ραθυμίαν με συμβοηθόν την υπερηφάνειαν, ισχυρά εμπόδια προς τον δρόμον της ταπεινώσεως! Μας τον έδειξεν ο Χριστός δια του Σταυρού Του, αλλά δυστυχώς θεληματικώς κωφεύομεν προς μεγίστην μεταμέλειάν μας. Ο χρόνος φεύγει, τα έτη κυλούν και όλο και πλησιάζομεν δια την αιωνιότητα. Το βλέπομεν, ενώ μία νάρκη διανοητική μας δεσμεύει, έως να βληθώμεν, εγώ πρώτος, εις την κόλασιν! Ο Θεός μου, ο λυτρωσάμενος το ανθρώπινον γένος εκ της δουλείας του εχθρού, ρύσαι και ημάς από την μέλλουσαν καταδίκην, όταν θα έλθης να κρίνης τον κόσμον, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού. Είθε δι’ ευχών σου να εύρω έλεος, όταν κρίνεται η ελεεινή μου ψυχή, διότι δειλιώ απαντήσαι τω φοβερώ Κριτή ελεγχόμενος υπό του ιδίου μου συνειδότος.
  
 6 . Υπακοή, εκκοπή θελήματος, αυτομεμψία, υπομονή γενική, ταύτα θεμελιώνουν την ψυχήν, την δε θέρμην και τον ζήλον τα δάκρυα διατηρούν. Εάν θέλης ζηλωτής να ευρεθής μέχρι τέλους του βίου σου, ζήλωσον του κλαίειν διαπαντός, και εάν τοιαύτα δάκρυα έχης, μη φοβού, συμπαραμένει ο ζήλος του πόθου του σωθήναι.
Το ύδωρ σβήνει το πυρ. Το ύδωρ το του Θεού, που ρέει από οφθαλμούς μετανοούντος, άπτει, οίδαμεν, πυρ ου φιλόϋλον, αλλά πυρ θεϊκόν, κατακαίον ζιζάνια αλλοφύλων!

7 . Να απέχης από αμαρτίαν και να προσπαθής να φυλάττης την καθαρότητα. Να εύχεσαι εν πνεύματι ταπεινώσεως και συντετριμμένης καρδίας. Να διώκης κάθε κακόν λογισμόν, που θα προσπαθή να σε μολύνη, επικαλούμενος τον Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος αμέσως θα έλθη εις βοήθειάν σου. Εις μαρτύριον θα σου λογισθή η ενόχλησις του σατανά. Όλα από αγάπην ο Θεός τα επιτρέπει, ίνα μας παιδαγωγήση, να μάθωμεν την σοφίαν του Θεού, να καταισχυνθή ο πειρασμός και να δοξασθή ο Θεός,
ποτέ μην απελπισθής, ποτέ μη χάσης το θάρρος σου, ποτέ μη χάσης την υπομονήν σου, αλλ’ υπόμεινον τα πάντα δια την αγάπην του Θεού, ο Οποίος δι’ ημάς υπέστη σταυρικόν θάνατον. Τον ύβριζαν, Τον έλεγαν δαιμονισμένον και άλλα πολλά, υπέμεινε,δια την ημών σωτηρίαν.
Ενθυμού τον θάνατον, αυτόν μνημόνευε δια παντός, ίνα συντρίβεται η καρδία σου και γεννάται πένθος και κατάνυξις και δάκρυα, κατόπιν γίνεται μέσα εις την ψυχήν μία κατάστασις ειρηνική, γαληνιαία και η ψυχή ευρίσκεται εις άλλον κόσμον, μακαριον!

 Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω,
ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων, και Κύριος των κυρευόντων, προσέρχεται σφαγιασθήναι, και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς,
προηγούνται δε τούτου, οι χοροί των Αγγέλων, μετά πάσης Αρχής και Εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ,
και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τας όψεις καλύπτοντα, και βοώντα τον ύμνον,
Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια. 

 8 . Ας μετανοήσωμεν ειλικρινά, ας εξομολογηθώμεν καθαρά και λεπτομερώς. Ας μας απασχολή συνεχώς το κριτήριον του Θεού και η απόφασις Τούτου και να λέγωμεν: « Άράγε θα σωθώμεν ή θα αντικρύσωμεν τα βασανιστήρια των κολάσεων;» Τώρα πρέπει, και μάλλον συνεχώς να χύνωμεν δάκρυα μετανοίας. Αχ, πόσον πρέπει να μας απασχολή το πώς και κατά πόσον το ένδυμα της ψυχής μας είναι λευκόν και καθαρόν! Πρέπει να το λευκάνωμεν διαφορετικά δεν δυνάμεθα να παρουσιασθώμεν εμπρός εις τον Χριστόν μας καθώς είμεθα.
Η μελέτη του θανάτου δεν πρέπει να μας διαφεύγη καθόλου από το ωράριον της μοναχικής ζωής.

9 . Πόσον πολύτιμος ο χρόνος της ζωής ταύτης! Το κάθε λεπτόν έχει μεγάλην αξίαν, διότι μέσα εις ένα λεπτόν δυνάμεθα να σκεφθώμεν τόσα πράγματα, είτε αγαθά είτε πονηρά, διότι ένας λογισμός κατά Θεόν μας ανεβάζει εις τον ουρανόν και ένας λογισμός διαβολικός μας κατεβάζει εις την κόλασιν. Ιδού λοιπόν, πόσην αξίαν έχει και το λεπτόν εις την παρούσαν ζωήν, δυστυχώς, όμως ημείς δεν το εσκέφθημεν αυτό και περνούν ώρες, ημέρες και χρόνια άνευ κέρδους. Μα χωρίς κέρδος μόνον; Πόσην ζημίαν έχομεν πάθει όλοι μας, πρώτος εγώ, και δεν το εννοούμεν! Μα κάποτε όταν θα πρόκειται να βγη η ψυχή μας από το σώμα, θα το εννοήσωμεν, αλλά φευ, αργά πλέον, διόρθωσις δεν χωρεί τότε. Τώρα πρέπει να το συνειδητοποιήσωμεν μέσα μας, τώρα να το εννοήσωμεν, που δυνάμεθα να βάλωμεν αρχήν. Να εκμεταλλευώμεθα τον πολύτιμον χρόνον της ζωής μας και μακάριος πράγματι όποιος βιασθή και βάλη αρχήν, διότι μίαν ημέραν θα γίνη πλούσιος ψυχικώς. Ποτέ δεν είναι αργά, διότι ο Κύριος αναμένει έκαστον, πότε θα ξυπνήση, δια να του δώση εργασίαν. Περιμένει μέχρι την ενδεκάτην ώραν, προσπαθεί με κάθε μέσον, όπως μας ξυπνήση. Εύχομαι όλοι μας να ξυπνήσωμεν και να ανάψωμεν τας λαμπάδας μας και με άγρυπνο μάτι να περιμένωμεν με υπομονήν, πότε θα έλθη ο Κύριος, ίνα συνεισέλθωμεν εις τον ολόφωτον Νυμφώνα της αιωνίου μακαριότητος, εις την πανήγυριν των φωτεινών αγγέλων, δια να ψάλλωμεν μαζί των τα αναστάσιμα άσματα, που θα μας ανάγουν από θεωρίας εις θεωρίαν και εις θείας αναβάσεις! Τότε, ω, τότε θα υπερεννοήσωμεν τι μεγάλον έργον η βία εν πάσι και ότι καλώς έπραττον οι προεστώτες, που μας εβίαζον και μας επίκραινον. Ιδού τώρα τι βλέπομεν εδώ! Τότε αι ευχαριστίαι εις τον Θεόν δεν θα έχουν όρια, τότε θα αποδώσωμεν όντως ευχαριστίας αξίως τω Θεώ!

 10 . Ας μη χάνωμεν τον καιρόν μάταια, βιαστών η βασιλεία των ουρανών, μνημονεύετε την έξοδον των ψυχών μας, την τελευταίαν ώραν και στιγμήν του δύσκολου χωρισμού. Ενθυμηθήτε πως έρχονται οι δαίμονες την υστάτην ώραν και ζητούν να αρπάσουν την δόλιαν ψυχήν και να την οδηγήσουν εις τον Άδην. Ω, τι οδύνη! Τι πόνος ψυχής! Οποίους αναστεναγμούς αφήνει η ψυχή τότε! Οίμοι, εις ποίαν θλιβεράν κατάστασιν ευρίσκεται εις εκείνας τας στιγμάς! Πόσας υποσχέσεις θα δίδη εις τον Θεόν ότι θα αλλάξη ζωήν, θα βαδίση της μετανοίας και του αγώνος τον δρόμον, αρκεί να μην αποθάνη! Όλοι μας θα φθάσωμεν εις αυτήν την ώραν και θα συναντήσωμεν τα ανωτέρω και ασυγκρίτως περισσότερα και θα υποσχεθώμεν πολύ εντονώτερον της μετανοίας και του αγώνος τον δρόμον. Ας φαντασθώμεν, ότι ο Θεός ήκουσε την αίτησίν μας. Τώρα τι απομένει; Να εκτελέσωμεν τα υποσχεθέντα, μετάνοιαν αληθινήν και αγώνα γύρω από την διόρθωσιν της ψυχής μας. Ιδού και ο κατάλληλος καιρός δια μετάνοιαν και αγώνα. Σιγά-σιγά συντέμνεται ο χρόνος της ζωής και οδηγούμεθα χωρίς καν να το εννοήσωμεν εις το τέρμα και τον τάφον! Μας περιμένει δικαστήριον και Κριτής, επίσης και βιβλία έχοντα γεγραμμένας τας πράξεις εκάστου. Και τις δύναται εκφυγείν τα τοιαύτα; Ουδείς. Άπαντες παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού, γυμνοί και τετραχηλισμένοι, αποδούναι έκαστος λόγον δια τα πεπραγμένα έργα και λόγους και σκέψεις. Ταύτα και πλείονα τούτων ας μνημονεύωμεν νυκτός και ημέρας, ίνα οδηγήσωμεν τας ψυχάς μας εις το πένθος και τα δάκρυα!

11 . Η αμαρτία ως κέντρον, βαμμένη με την αρμόζουσαν ηδονήν, έρχεται ύπουλα, ως γλυκεία και χαριτωμένη μέχρι γλώσσης, δια να προσβάλη την ψυχήν. Όμως ο δελεασθείς από την ολιγόστιγμον ηδονήν και ανάπαυσιν αυτής, πικροτέραν δηλητηρίου και καταστρεπτικωτέραν λοιμικής νόσου θα την αισθανθή επί του πνευματικού οργανισμού του.

12 . Ό,τι και αν συνέβη με τους γονείς σου, η εξομολόγησις τα πάντα συγχωρεί και εξαλείφει, αδελφέ εν Κυρίω. Ενθυμού τον άσωτον υιόν, πόσον ημάρτησεν και με τον άσωτον βίον πόσον τους ελύπησε. Όταν όμως μετενόησε, ευθύς αι πατρικαί αγκάλαι ηνοίχθησαν και το παρελθόν εξεμηδενίσθη, ωσάν να μη συνέβη ποτέ. Η θεραπεία λοιπόν των λυπημένων γονέων σου έγινε, διότι η αλλαγή της ζωής σου προς πνευματικήν ζωήν το παν διώρθωσε. Ευρισκόμενοι τώρα εις την αληθινήν ζωήν, είναι πληροφορημένοι δια μέσου του Θεού, δια την αλλαγήν της ζωής σου και της μετανοίας σου, δια τας ελεημοσύνας σου και δια τα μνημόσυνα που τους κάνεις. Αν εμείς αμαρτάνοντες εις τον αληθή Πατέρα μας, τον Θεόν, μας συγχωρεί ό,τι και αν επράξαμεν, πόσον μάλλον οι γονείς μας θα είναι αναπαυμένοι, ευρισκόμενοι εκεί εις την αληθινήν ζωήν, από όπου βλέπουν καθαρώς τα πράγματα και γνωρίζουν την ανθρωπίνην ασθένειαν και το ευόλισθον της νεότητος και τον μέγαν τεχνίτην της πονηρίας, τον διάβολον, που αυτός ήτο η αιτία όλων των σκανδάλων κ.λ.π. Μάλλον θα σου αναγνωρίζουν ευχαριστίας, που λαμβάνουν δια μέσου σου βοήθειαν παρά του Θεού. Μείνε, αδελφέ μου, τελείως ήσυχος. Βάδιζε με ήσυχον νουν τον δρόμον της μετανοίας και μη σε θλίβη το παρελθόν. « Τοις όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι», επί τον σκοπόν της σωτηρίας να αποβλέπωμεν. Μη κάμπτεται η ισχύς σου δια των τοιούτων λογισμών. Έχε θάρρος, ελπίδα, ανδρείαν. Όλα αυτά που σου φέρει είναι τέχνη του διαβόλου, δια να σου ψυχράνη την ελπίδα της σωτηρίας. « Ημάρτηκα», είπεν ο άνθρωπος; Ευθύς ο Θεός συγχωρεί, παραβλέπει ο Κύριος το αμάρτημά σου. Ο Άγιος Αυγουστίνος πόσον ελύπησε την αγίαν εκείνην μητέρα του! Και όμως κατόπιν εις ποίαν αγιότητα και έρωτα Θεού έφθασε! Με την μετάνοιαν όλα διορθώνονται. Ουδέν υπάρχει, το οποίον να νικά την ευσπλαγχνίαν του Θεού. « Και τον πρώτον ελεεί και τον έσχατον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται». Όλα η αγάπη του Θεού τα σκεπάζει και τα διορθώνει. Ουδείς αναμάρτητος, ειμή εις, ο Θεός.

13 . Ο Γέροντας γράφει εις κοσμικήν πνευματικήν του κόρη:
Όλα τα έπαθες, κόρη μου, από την αυτοπεποίθησιν, δεν σε ενουθέτουν την ταπείνωσιν και την αυτομεμψίαν; Εις τι εθάρρησες; Ουκ οίδας ότι όστις στηρίζεται με θάρρος εις την καλαμίνην ράβδον, θα σπάση και θα τρυπήση τα χέρια του; Εις τι εθάρρησες λοιπόν; Ουκ οίδας το «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»; Ουκ οίδας ότι πολλοί πατέρες έπεσαν με το να θαρρήσουν εις τον εαυτόν τους; Ταπεινώσου, μέμφου τον εαυτόν σου, κλάψε, κόρη μου, πλύνον το ένδυμα του γάμου σου. Ο Νυμφίος σου, ο υπέρ τους υιούς των ανθρώπων ωραιότερος, σε καλεί, σε ζητεί, σου έχει την μονήν εις τους ουρανούς έτοιμον. Ο Νυμφών πνευματικώς πολυτελέστατος! Άγγελοι διακονούν, μη οκνήσης, ανάστα, λάβε ύδωρ, πλύνε καλώς τα νυμφικά σου, διότι ουκ οίδας πότε ελεύσεται. Ο θάνατος άδηλος, τους πάντας επισκέπτεται, ούτε την στιγμήν δεν γνωρίζομεν. Μετανόησον, ιδέ την πόρνην πως πλένει τους αχράντους πόδας του Δεσπότου, χύνει δάκρυα πολυτιμότερα του μύρου και αυτά επισπούν το θείον έλεος και την συγγνώμην, και ακούει: «Αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, πορεύου εις ειρήνην». Μετάνοια, κόρη μου. Πρόσπεσον πενθούσα εις τα φοβερά πόδια του Δεσπότου, κλάψε, τσίριζε: «Ήμαρτον, Ιησού μου, δέξαι με μετανοούσαν και σώσόν με. Μη μου παρίδης τα δάκρυα, η χαρά των αγγέλων, μη με βδελυχθής, μη με απορρίψης, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει». Με τέτοια λόγια και πλείονα τούτων ενόχλει τον Χριστόν μας πεπεισμένη ότι θα εύρης τριπλασίαν την αγάπην Του.
Η μετάνοιά σου θα δώση άμετρον χαράν εις τους αγγέλους και έξαλλοι θα αναφωνούν: «Εστάθη, εστάθη, εστάθη», δηλαδή δεν έπεσε τελικώς, αλλά εστάθης κάπου και επιάσθης από την φοράν προς τον κρημνόν και τώρα ανεβαίνεις πάλι.

14 . Ο καιρός της παρούσης ζωής παρέρχεται ανεπαίσθητα, αθόρυβα και το ποινικόν κάθε ανθρώπου βαρύνεται με την πάροδον του χρόνου, χωρίς τούτο να γίνεται αντιληπτόν απ’ αυτόν τον ίδιον. Κάποια ημέρα θα το εννοήση και θα απορήση και θα είπη: Άράγε που ήταν τόσα αμαρτήματα συναγμένα και εγά ο τάλας τα ηγνόουν; Οίμοι, τον ταλαίπωρον, τι με περιμένουν τώρα! Πως θα περάσω τα τελώνια!
Ναι, παιδί μου, τοιουτοτρόπως θα μας συμβούν εις όλους μας. Μόνον τώρα ας ετοιμασθώμεν το γρηγορώτερον, διότι δεν γνωρίζομεν ποίαν ημέραν και ώραν θα έλθη ο Κύριος να μας κτυπήση την θύραν της ψυχής μας, δια να μας καλέση προς απολογίαν. Ας είμεθα λοιπόν πάντοτε προσεκτικοί και έτοιμοι δια το ανεπίστροφον ταξίδιον του Ουρανού.

15 . Αγαπητέ αδελφέ…, ο Θεός ο επισκεψάμενος την ταπείνωσιν ημών, Αυτός ας μας χαρίση την γνησίαν μετάνοιαν, δι’ ης εξιλεώνεται το θείον δικαστήριον. Μετάνοια ειλικρινής είναι εκείνη που παρουσιάζει μεταμέλειαν των πεπραγμένων αμαρτημάτων, πένθος και δάκρυα πύρινα και καταλυτικά των της αμαρτίας οχυρωμάτων, μετά ειλικρινούς και καθαράς εξομολογήσεως. Η μετάνοια ουδέν αφήνει αθεράπευτον. Εάν δεν εδίδετο η μετάνοια, δεν θα εδικαιώνετο πάσα σαρξ. Ο θρίαμβος και η νίκη δίδεται τοις ανθρώποις δια των όπλων της μετανοίας. Δόξα τω μόνω σοφώ Θεώ, όστις έδωσε τοις ανθρώποις τοιούτον δραστήριον φάρμακον, δι’ ου θεραπεύεται κάθε λογής ασθένεια, αρκεί να το πάρωμεν καλώς. Ας αγωνισθώμεν, αδελφέ μου, ας βαδίσωμεν εν απλότητι και αφελότητι καρδίας, όπως τα μικρά παιδιά, καθώς είπεν ο Σωτήρ: «αν μη γένησθε, ώσπερ τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ.18,3). Δια της απλότητος και της πίστεως ελευθερούμεθα από τον κάκιστον μετεωρισμόν, τον φθοροποιόν των αγαθών σπερμάτων του Πνεύματος. Καθώς πιστεύομεν ούτω και ακολουθούν, ό,τι σπέρνει κανείς, τούτο και θερίζει. Ας αιτούμεν κατάνυξιν και πένθος και θα δώση ημίν ο Θεός, ίνα ακολουθήση ροή δακρύων ζωτικών, όπως αναθάλλη η καρδία καρπούς Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

16 . Να εύχεσαι δι’ εμέ, αδελφέ, όπως μου δώση ο Κύριος μετάνοιαν, πριν να εξέλθω δια την μεγάλην αποδημίαν από τον κόσμον τούτον, διότι δεν επλάσθημεν δια την γην ταύτην, αλλά δια τον ουρανόν. Εκεί έχει ο Θεός έτοιμον τόπον δια τα παιδιά Του, που θα του κάμνουν υπακοήν εις ό,τι τους λέγει. Όσους κωφεύουν εις τα θεία Του προστάγματα, τους έχει έτοιμον τόπον φυλακής αιωνίας, εκ της οποίας να μας φυλάξη ο Θεός. Τώρα φωνάζει ο Θεός δια μέσου των Ιερών Γραφών, των ιεροκηρύκων, των πνευματικών πατέρων: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 3,2 ), αλλά δυστυχώς κωφεύουν με διάφορες προφάσεις οι έξυπνοι, οι δυνατοί. Αλλά ο πανάγαθος Θεός θέλοντας να μεταδώση τον πλούτον Του εις τον άνθρωπον, καλεί όλους τους αδυνάτους, τους ασθενείς, τα μη όντα. «Έξελθε ταχέως εις τας ρύμας της πόλεως και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε, ίνα γεμισθή ο οίκος μου», λέγει ο Θεός δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου. Καλών ο Θεός τους αχρείους δοξάζεται περισσότερον η ευσπλαγχνία Του και τον άνθρωπον τον οδηγεί εις την ευγνωμοσύνην. Διότι ποίος λεπρός αξιωθείς του καθαρισμού δεν αποδίδει ευχαριστίαν εις τον ευεργέτην του; Ποίος κατάδικος δια μίαν αιώνιον ειρκτήν δεν ευγνωμονεί τον Σωτήρα του κ.ο.κ.;
Δυστυχώς εγώ, αδελφέ, δεν ευχαριστώ τον Θεόν, διότι η λήθη, το γέννημα της υπερηφανείας μου αφήρεσε το λογικόν.

 Πατρικαί Νουθεσίαι

 Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης- Αριζονα

Eight Apolytikia of the Resurrection

Thursday, January 10, 2013

Την Ωραιοτητα της Παρθενιας σου

Key to Humility - Knowing our Weaknesses


One who is humble is one who can admit his mistakes.  Elder Paisios takes this one step further and says its even better to be aware of our weaknesses.


He says,
The one who realizes his mistakes, has already progressed half way.  However, it is also very important for him to sense his weaknesses.  It is much better to be aware of our own weaknesses, than to struggle very hard, while neglecting it.
Why is this so important?  Because when we know our weaknesses, then, we have a chance of avoiding our mistakes.  For example, if we have a problem with drinking too much, we can stay away from activities that encourage drinking.  If we are prone to become argumentative then we can avoid the friends or TV commentators that encourage this.  Once we know our weaknesses, we can arrange our life to avoid those situations where our weakness leads us to mistakes.


Reference: Elder Paisios of the Holy Mountain, p 130

St. Theophan the Recluse-On Charity



Give to every man that asketh of thee. (Luke 6:30)

This is one of the first Christian commandments. The Lord and His holy Apostles often remind us of it, and in order that we may be the more earnest to act upon it, they encompass it with the most moving incentives and the most striking admonitions. There is no one who is not familiar with this commandment, and everyone should act in accordance with their conscience to help the needy as far as they are able. If we examine our actions more closely, however, we shall not find any other area of Christian duty which is so shamefully neglected. Certainly, we do a little here and there -- just enough to get rid of the tiresome suppliant; sometimes we refuse altogether -- which is, in fact, more often the case. Our conscience somehow remains calm; it is silent and does not reprimand us for not helping -- or for extending such meager help. Why is this? Our sinful soul has adopted a calculated understanding of poverty which comes to mind in situations calling for our help. It frustrates our good intentions to the extent that not only does our conscience remain silent at our refusal -- or feeble beneficence; we even convince ourselves that we do better in evading the petitioner.

What have we not thought up, in our selfishness and avarice, to justify our coldness and hardheartedness towards those in need! We attribute ulterior motives to the one asking for help; we suspect his needs are not genuine; we think of what we lack, of hard times and the need to store up for a rainy day…All of these thoughts wander through the minds of those who are careless towards their obligations as Christians; they even enter the minds of those who are mindful and often throw them off the right path of action. Do we want to give freedom and space to feelings of tenderhearted compassion, not to allow them to be darkened by falsehoods? Then let us tear away these prejudiced thoughts and restore a healthy Christian attitude towards the giving of alms. Planting this firmly in our mind and keeping it clearly before us, especially when our assistance is called upon, we shall perfect the carrying out of this duty. Then we shall be able to hear the words: “Thou good and faithful servant.” Let us do this now, so that once and for all, having rejected what is wrong, we shall settle upon what is right.

The moment we find ourselves called upon to give help, the thought strikes us: Is this person really in need? who knows him? Perhaps this is a routine practice and he isn’t needy at all. We believe these thoughts and - either we turn aside altogether, or we help only minimally. Is this right? It’s true; there are cases which support our skepticism. But are we sure that the person standing before us with his request is a case in point? If we do not know this for a fact, why do we jump to conclusions and, even worse, act upon our unfounded suspicions? In fact, this may be a mother who has hungry children at home, or a husband whose wife is ill and his children in rags; perhaps it is the eldest of several homeless and helpless orphans; of a similar unfortunate soul. In such cases, of course, we would be willing to give help We must regard everyone, who approaches us for the first time, in like manner, and not grieve them with our suspicions. What if the person, whose heart is already burdened, should read in our eyes such distrustful thoughts? This would only add to his misery, and instead of being consoled, he would walk away from us with an even greater burden.

Today there is a widespread attitude of suspicion towards the poor. We must react to this with the following resolve: to make certain about those who have no cause to ask for help, and not to give to such a person; but to deny help to everyone simply because there are those whose demands are unjustified -- this is a sin.

When faced with an opportunity to give, we sometimes ask ourselves: with what? We can barely make ends meet ourselves. When there’s nothing to give, how can we feel obligated? The Apostle says we are to give out of our abundance: “For if there be first a willing mind, it is accepted according to that a man hath, and not according to that he hath not. For I mean not that other men be eased, and ye burdened” (II Cor. 8:12). But is it really true that we have nothing left after our own needs are satisfied? And are we being honest in defining what it is we cannot do without? What we consider to be “essential” may easily be reduced or expended. If we eliminate those “needs” which arise out of habit, whim, vainglory, the empty demands of the world, our passions…how much we shall have left for the use of charity. Even if we have already cut down on nonessentials, where there is a desire to give, good will always find means to set aside something for Christ.

One also often hears the criticism: Why are they uselessly loafing about? They should work and earn their daily bread.” A reasonable demand. Even the Apostle enjoins us to work with our hands so that we might satisfy not only our own needs but also have something to give away (Eph. 4:28). With this rationale we can easily dissuade ourselves from offering charity. Are we so certain, however, that whoever asks for help is able to work, or can find work? He may work and still be unable to meet his needs, especially if he has many mouths to feed…

People give all sorts of reasons to excuse their lack of charity, their hardheartedness! Some say, “hard times.” But if the times are hard for those who have a sufficiency, how much harder are they for the poor?! This pretext alone should lead one to give all the more generously. Another says, “I have to save for a rainy day.” Even so, this must have its limits. Otherwise our projected future needs will never allow us to help the poor in their immediate and very real distress. Furthermore, does the future depend on our prudence or on God’s Providence? Of course, on Providence. Let us, then, draw upon ourselves God’s mercy through extending mercy towards those in need; thereby we shall have real security for the future…Yet another says, “Someone else will meet his needs,” and he sends away the suppliant. But will another meet his needs, or will he also say, “Someone else…” and a third, “Someone else…” and so on? This is to leave the poor to the mercy of fate. No. The Lord sent this needy person to you; it is you who should help him. Do not miss an opportunity which may never repeat itself…

You see how many cunning rationales the devil has devised to deter even well-meaning people from charitable deeds. We have to admit that we have all, to a greater or lesser degree, succumbed to them at times. Let us resolve in our hearts not to give in to them anymore… How will these weak excuses hold up before God’s righteous judgment? The Christian mind and the Christian heart should not look upon poverty and the poor in this way. A true Christian adopts the mind of Christ…and carries the law of God in his heart to guide him in his actions Such a one regards the poor as Christ’s “lesser” brethren, or as Christ Himself Who draws close to us through them and accepts what is offered to them as being given to Him…

Let us maintain a charitable disposition and chase away all unkind thoughts. Then our heart will not allow us to break God’s commandment, Give to every man that asks of thee, and it will always urge us to be gracious, to love our brothers, to be courteous (I Peter 3:8), to be filled with compassion and kindness (Col. 3:12), and zealous to be merciful, even as our heavenly Father is merciful.

Όταν βιώνουμε τον Χριστό, δεν υπάρχει αντίχριστος…


του Γέροντος Πορφυρίου (Περί του αντιχρίστου) – Από το βιβλίο: «Ανθολόγιο Συμβουλών» – Εκδ. Μεταμόρφωσις του Σωτήρος ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
Αν έχουμε μέσα μας το Χριστό...
«Μη σας βασανίζουν τα έσχατα, ούτε ο αντίχριστος και τα σημάδια του. Γιατί να ξέρετε, αν εμείς έχουμε μέσα μας το Χριστό, δεν μπορεί σε τίποτα να μας πειράξει ο αντίχριστος, ούτε στο παραμικρό». [Α. Σ. Τζαβάρα - Αναμνήσεις από τον Γέροντα Πορφύριο]...
- «Γέροντα, πολύς λόγος γίνεται τελευταία για το 666, για την έλευση του αντίχριστου, πού πλησιάζει - μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι ήδη ήλθε -, για το ηλεκτρονικό χάραγμα του δεξιού χεριού ή του μετώπου, για τη σύγκρουση Χριστού καί αντίχριστου και τη συντριβή του τελευταίου, για τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Εσείς, τί λέτε γι' αυτά;»
Ο Γέροντας απάντησε:
- «Τί να πω; Εγώ δεν λέω ότι είδα την Παναγία, ότι θα γίνει πόλεμος καί άλλα τέτοια. Ξέρω ότι θα έρθει ο αντίχριστος, ότι θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αλλά πότε δεν ξέρω. Αύριο; μετά χίλια χρόνια; δεν ξέρω. Όμως δεν ανησυχώ γι' αυτό. Διότι ξέρω, ότι η ώρα του θανάτου είναι για τον καθένα μας η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Καί η ώρα αυτή είναι πολύ κοντά». [Κ. Γιαννιτσιώτη – Κοντά στο Γέροντα Πορφύριο]

Να εξομολογούμαστε
- «Γέροντα, αν έρθει στις ημέρες μας ο αντίχριστος, θα μας δώσει ο Θεός τη δύναμη ν’ αντέξουμε στα μαρτύρια;»
Η απάντησή του ήταν:
- «Αν εξομολογούμαστε, θα μας δώσει τη δύναμη αυτή». Τόσο πολύ πίστευε στο μυστήριο της Θείας Εξομολογήσεως. [Κλ. Ιωαννίδη – Ο Γέροντας Πορφύριος]

Το 666 και ο αντίχριστος
«…Όταν έχουμε μέσα μας το Χριστό μας, μπορεί να έρθει ο αντίχριστος; Μπορεί να μπει καμιά άλλη αντίθετη ύπαρξη μέσα στην ψυχή μας; Γι' αυτό σήμερα, παιδί μου, δεν έχουμε το Χριστό μέσα μας καί γι' αυτό ανησυχούμε για τον αντίχριστο. Όταν βάλουμε το Χριστό μέσα μας, τα πάντα γίνονται Παράδεισος. Ο Χριστός είναι το πάν κι έτσι πάντοτε, παιδί μου, να λες στους ανθρώπους, και τον αντίθετο δεν τον φοβόμαστε. Και κοίταξε να σου πω κάτι. Εάν ερχόταν τώρα ο ίδιος ο αντίχριστος με μια συσκευή με ακτίνες Laser και με σφράγιζε με το 666 με το ζόρι, εγώ δεν θα στενοχωριόμουνα. Θα μου πεις, Γέροντα, μα δεν είναι το σημείο του αντίχριστου; Ναι αλλά και χίλια 666 να μου έγραφε πάνω μου με τις ακτίνες Laser, ανεξίτηλα, εγώ δεν θα στενοχωριόμουνα. Γιατί; Γιατί, παιδί μου, τους πρώτους μάρτυρες τους είχαν βάλει στα θηρία κι έκαναν το σταυρό τους και τα θηρία γινόντουσαν αρνάκια• τους είχαν στη θάλασσα, έκαναν το σταυρό τους και η θάλασσα γινόταν γη και περπατούσαν τους είχαν μέσα στη φωτιά, έκαναν το σταυρό τους και η φωτιά γινόταν δροσιά. Ευλογημένο μου παιδί, τι είμαστε σήμερα εμείς; Πιστεύουμε στο Χριστό; Το σταυρό μας; Μα γιατί κατέβηκε ο Χριστός; Δεν κατέβηκε για να δυναμώσει την ασθένειά μας; Έτσι, παιδί μου, να πεις και στο Γέροντα. Και συ, να πεις στους ανθρώπους να μη φοβούνται τον αντίχριστο. Είμαστε παιδιά του Χριστού, είμαστε παιδιά της Εκκλησίας»… (Κλ. Ιωαννίδη – Γεροντικό του 20ου αιώνος)

Η υπερηφάνεια

 


Διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
Η ωραία κόρη
Ένας ασκητής παρεκάλεσε τον Θεό να του φανερώσει πολλά μυστήρια. Καί βγαίνοντας από το κελλί του να υπάγει σε μία χώρα, στον δρόμο όπου επήγαινε, σμίγει με ένα άγγελο, μα δεν τον εγνώρισε ο ασκητής• ενόμισε πως ήτο άνθρωπος. Στον δρόμο απαντούν ένα άλογο ψόφιο' έπιασε ο ασκητής την μύτη του, ο άγγελος τίποτε...
 Πηγαίνουν παρέκει, απαντούν ένα βόδι ψόφιο, οπού εβρώμα' πάλι πιάνει ο ασκητής την μύτη του, ο άγγελος τίποτε. Πηγαίνουν παρέκει, απαντούν ένα σκύλο ψόφιο πιάνει ο ασκητής την μύτη του, ο άγγελος τίποτε. Κοντά οπού ήθελαν να φθάσουν στη χώρα, ευρίσκουν μίαν κόρη πολύ ωραία, με στολίδια και φορέματα πολύτιμα. Τότε ο άγγελος έπιασε την μύτη του. Βλέποντας ο ασκητής του λέγει: Τί είσαι συ, άγγελος, άνθρωπος ή διάβολος; Απαντήσαμε το ψόφιο άλογο οπού εβρωμούσε, δεν έπιασες τη μύτη, ομοίως και το βόδι καί τον σκύλο, και δεν είδα να πιάσεις την μύτη σου• και τώρα, οπού απαντήσαμε τέτοια ωραία κόρη, έπιασες την μύτη σου; Τότε φανερώνεται ο άγγελος και του λέγει πως κανένα πράγμα δεν βρωμά του Θεού περισσότερο ωσάν την υπερηφάνεια. Και λέγοντας τον λόγο έγινε άφαντος ο άγγελος. Ευθύς εγύρισε ο ασκητής στο κελλί του και έκλαιε για τις αμαρτίες του παρακαλών τον Θεό να τον φυλάττει από τις παγίδες του διαβόλου και να μη τον ρίψει σε υπερηφάνεια και κολασθεί.

Η Ταπεινοφροσύνη τρομάζει τον διάβολο!



ΚΑΘΩΣ γύριζε μια μέρα στο κελί του ο Όσιος Μακάριος, φορτωμένος φοινικόφυλλα για το εργόχειρό του, τον σταμάτησε ο διάβολος, έτοιμος να του επιτεθεί, άλλα δεν μπορούσε. Μία ακατανίκητη δύναμη τον εμπόδιζε.
  — Πολύ μ' έχεις βασανίσει, Μακάριε, του φώναξε άγρια. Τόσα χρόνια σε πολεμώ καί δεν μπορώ να σε ρίξω. Και τι περισσότερο από μένα κατορθώνεις εσύ; Νηστεύεις τάχα; Αμ' εγώ ποτέ δεν τρώγω. Αγρυπνείς; Εγώ ούτε καν έχω ανάγκη από ύπνο. Ένα μόνο φοβερό έχεις πού με τρομάζει.
 
— Ποιο είναι αυτό; ρώτησε με πολύ ενδιαφέρον ο Όσιος.
— Η ταπεινοφροσύνη, ομολόγησε θέλοντας και μη ο διάβολος κι' εξαφανίστηκε.

About Alms- Constantine Zalalas


Wednesday, January 9, 2013

Habits and Inclinations that Imprison a Person in Sin.



 
Let us suppose that a beneficial thought has been accepted by and occupies our attention. Now we must hasten to lead it to a level of awakening at which it will become a strong linchpin, easily and powerfully leading all our inward parts into action. For this we must give it a wide berth to pass inward, and for that we must perform, let us say, an operation on ourselves as the most necessary and most effective preparation for awakening.

Such an operation should be in opposition to those subtle nets, or against the habits and inclinations that imprison a person in sin. Sin entangles a soul by its many nets, or hides itself from the soul by its many coverings; because sin is ugly in and of itself, and one glance finds it repulsive. The covering that is deepest and closest to the heart is comprised of self-deception, insensitivity and carelessness; over them and closer to the surface lie absent-mindedness and much-caring, the chief players, which hide and feed sin and sinful habits and conditions. The uppermost covering is prevalence of the flesh, which is the most visible covering, no less strong and significant.
The first covering (self-deception, insensitivity and carelessness) is the essential one. It prevents the person from seeing the danger of his condition and undercuts his desire to change. The second two are essentially only instruments — they only magnify and support the sinful condition. When divine grace comes unto the separation of soul and spirit, it strikes directly against the first covering and tears it apart. Under its action the sinful person is completely uncovered and stands before his own consciousness in all his ugliness. But when the person is seeking grace-filled awakening himself, he has to begin from the outside and work his way in.
Thus, if you want to properly contemplate the thought that has been presented to you about your sinful life, begin by removing the sinful coverings as one would remove layers of earth in order to expose a treasure buried beneath.
The Body.
First of all, go after the body. Refuse it delights and pleasures, restrict indulgences in even the most natural needs; lengthen the hour of vigil, decrease the usual amount of food, add labor to labor. Mainly, in whatever way you want or are able, lighten the flesh, thin its corpulence. Through this the soul will free itself of the bonds of matter, will become more energetic, lighter, and more receptive to good impressions. The material body prevailing over the soul communicates to the soul the body's lethargy and coldness. Physical ascetic labors weaken these bonds and eliminate their effects. True, not every sinner lives unrestrainedly and indulges the body. But it would be hard to find an individual in normal life who does not have something he would do well to refuse the body once the desire for salvation touches his heart. And the goal is very significant — it completely changes one's activity. What you have done previously according to habit, or in support of your usual occupations, you now begin to do with some changes and additional austerity for the sake of salvation — and there will be tangible results.
Cares and Scattered Thoughts.
The body burdens the soul from the outside; cares and scattered thoughts wear it down from within. Let us suppose that the flesh is already humbled — this, the first step, was taken. But two barriers divide the soul from its own self.
Cares do not leave any time to work on oneself. When they are present, you have one matter on your hands and ten more in your head. That is why they push a person always further onward, not giving him the opportunity to look back and see himself. Therefore, you must put aside cares for a time, all without exception. You will take up your usual affairs later on, but for now let them cease, fling them from your hands and throw them out of your thoughts.
But once the cares have ceased, the whirlwind still remains in the head — one thought after another, one in agreement, another diametrically opposed. The soul is scattered, and the mind swings in different directions and thus does not allow you to retain anything lasting and steadfast. Collect your scattered children into one, like a pastor gathers his flock, or like a glass gathers scattered rays, and turn them back on yourself.
The desire to go deeper within yourself and work on yourself, to cut off your scattered thoughts and cares, of course inevitably requires the following means: solitude on one hand and on the other, cessation of usual occupations both personal and duty-related. First of all, this humbling of the flesh requires a change in the way you satisfy your natural needs. In this light, the most convenient time to change your life should be considered to be during a fast, especially Great Lent. Everything is set up for this during Lent — at home, in church, and even in society. During this time everything is looked upon as preparation for repentance. Just the same, this does not mean that when the beneficial thought has come to change your life, you should put off its fulfillment until the Fast begins. Everything required during this time can be fulfilled at any other time, other than the fasting. But when the holy Fast has arrived it is a sin to miss the chance to take care for the salvation of your soul, as it is often missed at another time. If anyone who has had the salvific thought outside of the Fast to change his life, and whose hinders him from carrying it out, it would be better for him to retreat for a time to a monastery. There it will be easier for him to master himself.
Carelessness, Insensitivity and Blindness.
Now you stand before your heart. Before you is your inner man, sunk in the deep slumber of carelessness, insensitivity and blindness. Begin to awaken it. The beneficial thought that came has already troubled it a little. Step up to it with great good hope and mighty mental exertion, collecting all your attention, and begin to force on yourself various ideas, more or less strong and startling, accepting them all into your inner state.
First of all remove the veils from the eyes of your mind that keep your mind in a state of blindness. If a person does not deny sin and run from it, then that is because he does not know himself and the danger he is in for the sake of his sin. If his eyes were opened he would run from sin as he would run from a house engulfed in flames. Such blindness is the result of inattentiveness to himself — the person does not know himself because he has never entered inside himself, and has never thought about himself or his moral condition. But for the most part his blindness is supported by certain prejudices concerning himself. The person creates a net of thoughts, systematically closing himself off to himself. Perhaps these thoughts are but as spider webs — that is, they are of the slightest probability, but the mind never took them apart carefully, and the heart speaks very loudly of their reality and truthfulness. This is moral delusion or prejudice which comes from the heart's intrusion into things belonging to the reason. That is why it is necessary to unite particular soberness to deep attention at this moment, renouncing every deceit of an evil heart. If the heart needs to feel something at this moment, let it feel it under the influence of the mind's formulations, and not all by itself, sort of running ahead. Otherwise it will again force the reason to imagine things as the heart likes; again it will force the reason to submit to the heart, again bringing disorder to the understanding and, instead of enlightening, it will only sink it into deeper blindness.
An excerpt from "The Path to Salvation" 
By St.Theophan the Recluse

Lust, Born from Thoughts


“A brother overcome by lust went to see a great old man and besought him, saying, ‘Be so good as to pray for me, for I am overcome by lust.’ And the old man prayed to God for him. A second time he went to the old man and said the same thing, and once more the old man did not omit to beseech God for him, saying, ‘Lord, reveal to me the manner of life of this brother and whence comes this action of the devil, for I have already besought you and he has not found peace’. Then God revealed this to him about the brother: he saw him sitting with the spirit of lust beside him and an angel, sent to his aid, was standing beside him and becoming angry with him because he did not fall down before God but, taking pleasure in his thoughts, delivered up his spirit completely to the action of the devil. So the old man knew that the cause came from the brother, and he told him, ‘It is you who are consenting to your thoughts.’ Then he taught him how to resist thoughts, and the brother, restored by the old man’s prayer and teaching, found rest.”

 -From the Desert Fathers
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...