|
Άλλο το κόμπλεξ, άλλο η ταπείνωση, άλλο η μελαγχολία
Μου
έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την
αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή
του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο
πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση ∙ άλλο η μελαγχολία και
άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου
κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και
μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από
σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά
κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια
χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια. Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές
,κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η
υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν
φεύγει.
Με
τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές
απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής
ζωής. Αντιλαμβανόμουν ,ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την
υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού»
φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως.
Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των
αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις
του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας. Διότι ο αληθινά πιστός
χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση
και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας
δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί. Είναι καθαρός
δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι,
χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και
όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.
Ο
Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό ( αμαρτία ) και
το χειρότερο ( υπερηφάνεια αρετής ) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην
ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της
ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της. Μου έλεγε: «Να είμαστε
ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του
διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή
ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού».
Ο
Γέροντας ,με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του,
εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και
ταπείνωσης. Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι
το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι , όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς
βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού. [ Γ 305-7]
Τα φάρμακα , ο Χριστός, οι γιατροί
Τα
φάρμακα δεν τα απέρριπτε, αλλά και δεν απέδιδε σ’ αυτά απόλυτη αξία ως
προς τον θεραπευτικό τους ρόλο. Με ρώτησε μια μέρα: «Τι είναι φάρμακο;»
Του απάντησα: Χημικό παρασκεύασμα ,που το παίρνουμε, για να θεραπευθούμε
από τις αρρώστιες. Δεν ικανοποιήθηκε από την απάντησή μου και επανήλθε:
«Πες μου τι σημαίνει φάρμακο. Δεν σου λέει τίποτα η ίδια η λέξη;».
Βρέθηκα σε αμηχανία και σιωπούσα ,κοιτάζοντάς τον . Και ο Γέροντας
συνέχισε: «Φάρμακο ,μωρέ, σημαίνει φαρμάκι. Μη νομίζεις ότι τα φάρμακα
κάνουν μόνο καλό στον οργανισμό του ανθρώπου. Κάνουν και κακό. Γιατί
παίρνουμε τα φάρμακα; Επειδή αρρωσταίνουμε. Και γιατί αρρωσταίνουμε;
Επειδή στενοχωριόμαστε. Και γιατί στενοχωριόμαστε; Επειδή αμαρτάνουμε.
Αν όμως αφήσουμε τον Χριστό να κατοικήσει σ’ ολόκληρη την ψυχή μας, τότε
φεύγει η αμαρτία ,φεύγει η στενοχώρια, φεύγει η αρρώστια και πετάμε και
τα φάρμακα».
Η
ανάλυση αυτή του Γέροντα μου φάνηκε απολαυστική στην απλότητά της. Ο
Γέροντας, σαν πνευματικό γεωτρύπανο, προχωρούσε από την επιφάνεια στο
έσχατο βάθος, για την διαδοχική αιτιολόγηση σοβαροτάτων γεγονότων: της
λήψης φαρμάκων, της αρρώστιας, της στενοχώριας, της αμαρτίας, της
απουσίας του Χριστού από την ψυχή μας. Με την ανάλυση αυτή καταλάβαινα
καλύτερα και την διαπίστωση του Αποστόλου Παύλου, για όσους άφησαν τον
Χριστό να κατοικήσει σ’ ολόκληρη την ψυχή τους: «Εν παντί θλιβόμενοι,
αλλ’ ου στενοχωρούμενοι».
Σε
μια άλλη συνάντησή μας, μου είπε: «Όταν αρρωσταίνουμε , για να μην
κάνουμε λάθη, πρέπει ακολουθούμε και τις οδηγίες της ιατρικής και της
λογικής. Πάνω απ’ όλα όμως ν’ ακολουθούμε το θέλημα του Θεού και να
έχουμε εμπιστοσύνη στην αγάπη Του». Ο Γέροντας ήξερε πάντα να
εναρμονίζει και να εξισορροπεί τον υψηλό πνευματικό προορισμό του
ανθρώπου με τις υλικές ανάγκες του. [ Γ 182π.]
Η ασθένεια γίνεται πραγματική ευεργεσία
Ο
Γέροντας Πορφύριος θεωρούσε τις ασθένειες πολύ μεγάλη ευλογία του Θεού.
Όλοι γνωρίζουμε ότι ήταν μία ασθενική φύση. Ο Θεός επέτρεψε, ώστε ο
μακαριστός Γέροντας να δοκιμαστεί από πολλές ασθένειες. Υπεράνω όλων
υπέφερε από φοβερούς πονοκεφάλους, που δημιουργούσαν αφόρητη κατάσταση
με λιποθυμικά συμπτώματα, ώστε να μην μπορεί να συνεχίσει την
επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Πολλές φορές όμως εξακολουθούσε με τη
Χάρη του Θεού να καθοδηγεί σε επείγουσες περιπτώσεις, παραμερίζοντας
με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του και ενδιαφερόμενος για την προκοπή και
τη σωτηρία των άλλων. Ο Γέροντας Πορφύριος έβλεπε μέσα από τον πόνο και
τις ασθένειες την παρουσία του Θεού στον άνθρωπο. Όταν οι άνθρωπος
υποφέρει ,αισθάνεται έντονα την αδυναμία του. Δεν μπορεί να στηριχθεί
στον εαυτό του, γιατί βλέπει πως οι δυνάμεις του καταρρέουν. Θέλει όμως
και να ξεπεράσει αυτές τις δυσκολίες. Γι’ αυτό και εμπιστεύεται στην
αγάπη και τη φιλανθρωπία του Θεού. Η δια της αδιαλείπτου προσευχής
επικοινωνία με το Θεό και η ανάθεση της ζωής του ανθρώπου στην πρόνοια
του Θεού διοχετεύουν στην ύπαρξή του την πραγματική δύναμη, που
εκπηγάζει από το Θεό και οδηγεί στη σωτηρία. Δηλ. στην μετά του Θεού
ένωση και στη μετοχή στη ζωή της Τριαδικής Αγίας Θεότητος.
Όταν
ρωτούσαμε το Γέροντα για την υγεία του, μας έλεγε μερικά πράγματα.
Έβρισκε την ευκαιρία μέσα από την προσωπική δοκιμασία του να μας
προσφέρει τη μεγάλη αλήθεια: «Ο θεός μας υπεραγαπά και θέλει να γίνουμε
δικοί Του μέχρι πλήρους παραδόσεώς σ’ Αυτόν του εαυτού μας». «Πάσαν την
ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτό γίνεται πιο εύκολα ,όταν η
αρρώστια δε μας αφήνει να εμπιστευόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Και
τότε η ασθένεια γίνεται πραγματική ευεργεσία. Γι’ αυτό και έλεγε ο
Γέροντας: «Να μην παρακαλάτε το Θεό να σας κάνει καλά. Εκείνος ξέρει τι
είναι το καλό σας. Και θα ενεργήσει με την άπειρη αγάπη Του, που έχει
για τον άνθρωπο». [ Ι 244]
Χρειάζονται «λίγα» λόγια και πολλή προσευχή
Στους
γονείς ενός νέου, που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, για αγνώστους σ’
αυτούς λόγους, ο Γέροντας είπε, όταν τον επισκέφθηκαν αναστατωμένοι: «Το
παιδί σας είναι ευαίσθητο ∙ από μικρό έλιωνε από τη ζήλια κι άρχισε
σιγά σιγά να αποξενώνεται από σας. Έφθασε μέχρι την απόπειρα αυτοκτονίας
μετά από ερωτική απογοήτευση. Θέλει προσοχή ∙ ίσως του ξαναέρθει η
στενοχώρια. Για να θεραπευθεί το παιδί από το τραύμα του, χρειάζονται
λίγα λόγια και πολλή προσευχή. Όχι συμβουλές, κατακρίσεις και τέτοια.
Λίγα προσεγμένα λόγια, που να του τονώσουν την ελπίδα κι αμέσως μετά
προσευχή. Πολιορκήστε τον με τις προσευχές σας». Τα γεγονότα δικαίωσαν
τα λόγια του Γέροντα.
[ Γ 299-300]
Να διαβάζεις Καινή Διαθήκη και βίους Αγίων
- Αλήθεια, τι βιβλία διαβάζεις;
- Δεν έχω καμία ιδιαίτερη προτίμηση. Τα διαβάζω όλα.
- Βίους Αγίων διαβάζεις;
- Έχω διαβάσει πάρα πολλούς. Και μου αρέσουν πολύ!
- Να
διαβάζεις όλους τους βίους των Αγίων. Εγώ τους έχω διαβάσει όλους και
πολλούς τους έχω διαβάσει δύο και τρεις φορές. Και σαν μου τύχει κανείς,
ευχαρίστως τους ξαναδιαβάζω. Από μικρό παιδί διάβαζα τους βίους των
Αγίων και με βοήθησαν πάρα πολύ να γνωρίσω το Θεό και να έλθω πιο κοντά
Του. Το ίδιο να κάνεις κι εσύ. Θα έχεις μεγάλο ψυχικό όφελος, γιατί
σιγά- σιγά θα αρχίσεις να τους μιμείσαι. Το ίδιο να λες να κάνουν και οι
άλλοι.
- Την Καινή Διαθήκη τη διαβάζεις;
- Την Καινή Διαθήκη δεν την έχω απλώς διαβάσει , αλλά την έχω μελετήσει και μάλιστα με πολλή προσοχή! Και συνεχώς κάνω επανάληψη.
- Σωστά
πράττεις! Να τη διαβάζεις πολύ. Είναι πηγή ανεξάντλητη! Και όσο τη
διαβάζεις ,τόσο περισσότερο υπεισέρχεσαι στη σοφία του Θεού! Να
προσπαθείς κάθε βράδυ να διαβάζεις έστω μία σελίδα.
- Το ίδιο μου έχει υποδείξει να κάνω και ο πατήρ τάδε.
- Σε καθοδήγησε ορθά. Τις πράξεις των Αποστόλων τις διαβάζεις;
- Τις διαβάζω και μου αρέσουν πολύ. Εκεί που δεν τα πάω καθόλου καλά, είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννου.
- Γιατί; Η Αποκάλυψις είναι όλο σοφία! Είναι το παν.
- Γιατί, όλο για «σφραγίδες» και «σαλπίσματα» ομιλεί και εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω! Είναι πολύ δυσνόητα!
- Άμα
τη διαβάσεις πολλές φορές και με πίστη στο Θεό, θα δεις πως η Θεία Χάρη
θα σου τα φανερώνει όλα και θα σου φανούν, μετά, όλα πολύ εύκολα! Θα το
διαπιστώσεις και μόνος σου πολύ γρήγορα. Η σοφία του Θεού δεν έρχεται
μόνη της. Πρέπει εμείς να τη ζητήσουμε.
Διάβαζε λοιπόν. Διάβαζε όσο μπορείς την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων. Αυτό σου συνιστώ. [Κ 180π.]
Ο σατανάς θέλει φασαρία μέσα στο σπίτι
- Για τις σχέσεις του ανδρογύνου ;Πώς να συμπεριφέρεσαι; Τι σου έλεγε;
- Μου
έλεγε πολλά . Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να συνεννοούμαστε ,να
προσευχόμαστε μαζί. Αυτό μου τόνισε πολλές φορές. Η προσευχή πρέπει να
είναι κοινή. Όταν τα παιδιά μου ήταν φοιτητές, του έλεγα ότι προσεύχομαι
για να περάσουν τις εξετάσεις. Μάλιστα, μια φορά, ο γιός μου, αν και
ήταν καλός φοιτητής, σε κάποιες εξετάσεις δυσκολευόταν ∙ τότε μου είπε ο
Γέροντας: «δε θα περάσει τις εξετάσεις». Πράγματι δεν τις πέρασε.
Και
όταν ξαναπήγα, μου είπε: «Δε θα περάσει γιατί του φωνάζεις και να, ο
σατανάς θέλει να κάνει φασαρία μέσα στο σπίτι και είσαι συ το όργανό
του. Να μη μιλάς».
«Να
σου πω και κάτι άλλο» μου ‘λεγε. «Όταν γίνεται η προσευχή από κοινού,
τότε να δεις πως γίνεται το θαύμα». Και του λέω: «Μα να πω στον άντρα
μου, έλα να γονατίσουμε να κάνουμε προσευχή να περάσουν τα προβλήματα;».
– «Σου είπα εγώ έτσι; Εγώ σου είπα να κάνετε προσευχή. Απ’ εκεί και
πέρα βρέστε τα μόνοι σας».
- Το να μη φωνάζετε στα παιδιά σας το τοποθετούσε ειδικά στην περίοδο των εξετάσεων;
- Πάντα. Και για τη νηστεία και για την προσευχή και για έξω που βγαίνανε.
- Καμιά παρατήρηση.
- Όχι, όχι.
- Πες μου, κυρία Ξένια, για το θέμα του σατανά, που σας είπε ότι γίνεστε όργανό του κάποτε. Τον ερώτησες τίποτε;
- Έλεγε
ότι ο σατανάς δεν μπορεί να βλέπει τις οικογένειες να ‘ναι γαλήνιες και
να περνούν καλά και σε συνεννόηση μεταξύ τους. Βρίσκει έναν απ’ όλους,
έναν που να μπορεί να τον παρασύρει.
- Έναν ευάλωτο, ας πούμε.
- Ναι.
Και σ’ αυτή την περίπτωση «εσύ είσαι», μου είπε. Και για το παιδί του
έλεγα: «Αφού τον βλέπω ότι τα παρατάει και φεύγει». Μου απάντησε: «Είδες
τι κάνει ο σατανάς; βάζει εσένα να κάνεις καβγά και να ευχαριστηθεί
αυτός».
Ύστερα,
όταν επρόκειτο να τελειώσει ο γιός μου τις σπουδές του και να πάρει το
πτυχίο του, μου είπε: «Τώρα θα περάσει, τώρα θα περάσει ∙ είδες τώρα που
δεν μιλάς; Τώρα θα περάσει». [Γερ. 99π]
Πρώτη φορά είδαμε παπά και να μη μας μιλήσει για το Θεό!
Κι
έλεγαν οι άνθρωποι, ειδικά οι νέοι: «Πρώτη φορά είδαμε παπά και να μη
μας μιλήσει καθόλου για το Θεό». Όταν κάποια νέα του το είπε με αφέλεια,
εκείνος της απάντησε ως εξής: «Σε παρακαλώ, Γεωργία παιδί μου, μη με
παρεξηγείς, που δεν σου μίλησα για τον Χριστό. Εγώ δεν το έκανα αυτό από
ασέβεια αλλά από ευσέβεια∙ γιατί εγώ δεν μιλώ σε κανένα θρησκευτικά, αν
δεν μου το ζητήσει». Κατά συνέπεια η νέα ζητεί να ακούσει, κι αφού το
ήθελε μόνη της, δείχνει κι όλο το ενδιαφέρον. Κι ο Γέροντας έβαζε στους
αρχάριους αυτούς ένα πολύ ελαφρό πνευματικό πρόγραμμα, που σίγουρα θα το
εκτελούσαν μετά χαράς. [ Πορ. 41]
Αυτή η κοπέλα με το «σούπερ μίνι» έχει υπέροχη ψυχή
Προ
ετών, όταν ο Γέροντας υπηρετούσε ακόμη στην Πολυκλινική Αθηνών, μια
μέρα, καθώς περπατούσε στην περιοχή της Ομόνοιας μαζί με δύο δικές του
κοπέλες, πνευματικά του παιδιά, είδε από απέναντι να έρχεται μια νεαρή
με προκλητική εμφάνιση. Φορούσε το γνωστό «σούπερ μίνι», που ήταν η μόδα
της εποχής εκείνης. Μόλις την αντίκρισαν , λέει ο Γέροντας:
- «Τι λέτε; Τι σκέπτεσθε; Την κατακρίνετε αυτή την κοπέλα;»
- «Όχι, Γέροντα», απάντησαν αυτές, γνωρίζοντας τις θέσεις του.
- «Καλά
κάνετε και δεν την κατακρίνετε», είπε ο Γέροντας. «Να μην κρίνετε τους
ανθρώπους από την εξωτερική εμφάνιση. Αυτή η κοπέλα που βλέπετε έχει
θαυμάσια ψυχή! Έχει δυναμισμό ψυχής. Αυτό που κάνει τώρα, δηλαδή που
προκαλεί, οφείλεται στη δύναμη της ψυχής της. Φαντασθείτε τι θα γίνει αν
αυτή η κοπέλα γνωρίσει το Χριστό, εάν μάθει όσα εσείς ξέρετε. Τότε
ασφαλώς θα φθάσει πολύ ψηλά!»
Αυτός
ήταν ο τρόπος της συμβουλευτικής και της παιδαγωγικής του πατρός
Πορφυρίου. Καθοδηγούσε τους αδελφούς βιωματικά και εποπτικά. [ Κρ 133]
Όχι ράθυμοι και ερασιτέχνες χριστιανοί
Ο
Γέροντας μου μιλούσε, όχι για κάποια αποσπασματική καλή μας προσπάθεια,
αλλά για ένα αποφασιστικό, οριστικό πέρασμα από την παλιά ζωή της
αμαρτίας στην καινούρια ζωή της αγιότητας, κατά την οποία εμείς ζούμε εν
Χριστώ και ο Χριστός εν ημίν και γι’ αυτό το πέρασμα χρειαζόταν να
δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις. Μια φορά, με ρώτησε: «Δε μου λες, για να
σπουδάσει κανείς δικηγόρος ,πόσα χρόνια χρειάζονται;» Του απάντησα. Με
ξαναρώτησε: «Για να γίνει κανείς μηχανικός, χημικός, γιατρός, πόσα
χρόνια χρειάζονται;» Του απάντησα αναλόγως, απορώντας για τη φύση των
ερωτήσεών του. Κι ο Γέροντας κατέληξε: «Εμείς, για να σπουδάσουμε, για
να μάθουμε το θέλημα του Θεού και να το εφαρμόσουμε;» Κατάλαβα τι
εννοούσε και ντράπηκα να του απαντήσω. Τι να του πω; Ότι οι πιο πολλοί
από μας τους πιστούς είμαστε ράθυμοι, χλιαροί, «ερασιτέχνες χριστιανοί»;
Το ήξερε. Και μου το είπε: «Δε γίνεται κανείς χριστιανός με την
τεμπελιά∙ χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά». Ο ίδιος ήταν υπόδειγμα,
χωρίς να αυτοπροβάλλεται. Είχε αφιερώσει με ζήλο, όλα τα χρόνια της
μακράς ζωής του, στο να σπουδάζει και να ζει το Χριστό. Ήταν εργατικός,
σωματικά και πνευματικά, και ήθελε να μεταδώσει την φιλεργία και στους
άλλους. Πίστευε ότι η αργία οδηγεί στην ακηδία κι αυτή σε πολλές
αρρώστιες, ψυχικές και σωματικές. Συνιστούσε την εργασιοθεραπεία.
Ιδιαίτερα σ’ όσους είχαν αποδιοργανωθεί και απελπισθεί. Για το Γέροντα,
ποτέ δεν ήταν αργά για ένα νέο ξεκίνημα. Θεωρούσε μάλιστα τη διάψευση
των κοσμικών ελπίδων και τη συντριβή του εγωισμού σαν την καλύτερη
προϋπόθεση γι’ αυτό το ξεκίνημα. [ Γ 399π.]
------------------
Σημ.
Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του
Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.
Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του. |
Sunday, December 2, 2012
Αποσπάσματα (2) -Γέροντας Πορφύριος
Αποσπάσματα (1)-Γέροντας Πορφύριος
|
|
|
«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
Ανθολόγιο Συμβουλών»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
«Ο Χριστός είναι το παν»
(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής).
Λοιπόν,
ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό
σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πως το κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού,
φόβος ουδαμού».
Το ‘ χετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.
Λοιπόν,
έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι
αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος
και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε
αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι… δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας
φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν. Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πως το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό. Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό, τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία. Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα ∙ θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους. Ο Χριστός είναι το παν. Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πως τα βλέπεις, ρε Νίκο; - Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι. Ε, ναι- εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε να ‘μαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστε». «Δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεστε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια». Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού. Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε… προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου το πω, πώς να σας τα πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου ’ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε ;
- Ναι, Γέροντα. [ Ι 50 π.]
Η αγάπη προς το Θεό
Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:
«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα.
Σου
φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια
μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε
άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που
απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές
μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η
αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν.
Σου λέω και τούτο το άλλο.
Ήταν
μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον
έλεγαν Νίκο. Αυτή που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους
δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα
χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της
ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν
μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του. Ό,τι
δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό
του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό
και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει».
[ Τζ 108]
Παράδεισος είναι η αγάπη του Χριστού
Και
ποιος είναι ο Παράδεισος; «Ο Χριστός», έλεγε ο Γέροντας. «Όταν αγαπάς
τον Χριστό, τότε παρ’ όλη την αίσθηση της αμαρτωλότητος και των
αδυναμιών σου έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες το θάνατο, γιατί
βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού. Και να μας αξιώσει ο
Θεός να δούμε το Πρόσωπο του Κυρίου και απ’ εδώ στη γη και απ’ εκεί,
όπου θα πάμε». [ Ι 246]
Μη ζητάς να σ’ αγαπούν
«Μακριά
από τη Ζήλια. Τον κατατρώγει τον άνθρωπο. Από φθόνο, μια Μοναχή προς
άλλη, την φαντάστηκε να ασχημονεί με τον πνευματικό, και το έλεγε σαν
πραγματικότητα.
Όλα
γίνονται στο φθονερό άνθρωπο. Εγώ τα έζησα. Οι άνθρωποι με είχαν για
καλό και ερχόντουσαν πολλοί για να εξομολογηθούν. Και μου τα έλεγαν με
ειλικρίνεια.
Μακριά από αυτά τα γυναικίστικα παράπονα. Το Χριστό, μωρέ, το Χριστό να αγαπήσουμε με πάθος, με θείο έρωτα.
Ευτυχισμένος ο μοναχός που έμαθε να αγαπάει όλους μυστικά. Δεν ζητά από τους άλλους αγάπη, ούτε τον νοιάζει να τον αγαπούν.
Εσύ
αγάπα όλους, και προσεύχου μυστικά μέσα σου. Ξέχυνε την αγάπη σου προς
όλους. Και θα έλθει ώρα που θα αγαπάς αβίαστα. Και θα νιώθεις, ότι όλοι
σ’ αγαπούν. Ένα κοσμικό τραγούδι λέει:
«Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ.
Η αγάπη δεν ζητιέται.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς
μονάχη της γεννιέται».
Πάρ’ το πνευματικά. Εσύ σκόρπα φυσικά, από την καρδιά σου, την αγάπη του Χριστού.
Μερικοί μοναχοί, ιδίως γυναίκες, λένε:
- Μ’ αγαπάς;
- Γιατί δεν μ’ αγαπάς;
Πω πω! Πόσο μακριά είναι από την αγάπη του Χριστού!
Φτώχεια, πνευματική φτώχεια.
Μη
σε νοιάζει αν σ’ αγαπούν. Εσύ μόνο ξεχείλιζε από αγάπη Χριστού προς
όλους. Και τότε μυστικά έρχεται μια μεταβολή, μια αλλαγή σ’ όλο το
σύνολο. Αυτό που σου λέω είναι η καλύτερη ιεραποστολή. Εφάρμοσέ το και
τηλεφώνησέ μου τα αποτελέσματα». [Α 80-2]
Δεν κερδίζεις με το άγριο
Ένας
φίλος δέχθηκε, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, τη σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους
ανθρώπων αυστηρών αρχών, με αποτέλεσμα να εξουθενωθεί και να
παρεξηγηθεί τελείως, ως προς τον χαρακτήρα του. Ο Γέροντας τον ανέπαυσε,
διότι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πραγματοποιώντας πετυχημένη
ψυχική ακτινογραφία του. Του είπε: «Είσαι καλός, ευαίσθητος, ήσυχος∙
είσαι πρόβατο του θεού. Αλλά, όταν σε πάρουν με το άγριο, μαζεύεσαι,
αντιδράς εσωτερικά, και τότε είναι που σε παρεξηγούν πολύ και δεν σε
καταλαβαίνουν. Όταν όμως σε πάρουν με το καλό, φανερώνεις από μέσα σου
τέτοια καλά πράγματα, που κάνεις τους άλλους να ξαφνιάζονται. Οι
άνθρωποι που σε παρεξήγησαν και σε πλήγωσαν δεν γνωρίζουν ούτε εκείνο
τον παλιό μύθο, για τον άνεμο και τον ήλιο, που μάλωναν, ποιος είναι ο
δυνατότερος κι έβαλαν στοίχημα, ότι όποιος βγάλει την κάπα του βοσκού,
που εκείνη την ώρα ανηφόριζε το βουνό, θα είναι ο πιο δυνατός. Φύσηξε,
ξαναφύσηξε ο άνεμος, αλλά ο βοσκός κρύωσε και τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην
κάπα του. Βγήκε τότε ο ήλιος απ’ τα σύννεφα, σκόρπισε γύρω καλοσύνη και
θερμότητα, ζεστάθηκε ο βοσκός κι έβγαλε την κάπα του .Τότε ο ήλιος
φώναξε στον άνεμο: «Είδες, ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο δυνατότερος;»
Και συμπέρανε ο π. Πορφύριος: «Δεν κερδίζεις τον άνθρωπο με το άγριο,
αλλά μόνο με την καλοσύνη». [ Γ. 257π]
Δεχόταν όλους
Το
Γέροντα επισκέπτονταν και άνθρωποι διαφόρων θρησκευτικών και
ιδεολογικών τάσεων: Ετερόδοξοι: παπικοί και προτεστάντες. Ετερόθρησκοι:
ισλαμιστές, βουδιστές, Ορθολογιστές, σκεπτικιστές, νιτσεϊκοί, μαρξιστές,
φροϋδιστές, μηδενιστές, αναρχικοί, μασόνοι, χιλιαστές και πολλοί άλλοι.
Όλους τους άγγιζε ψυχικά και σ’ όλους προσέφερε τον αποδεκτό
οικοδομητικό του λόγο. Έβρισκε κάποιο δικό του τρόπο, για να
προβληματίσει και να αφυπνίσει τον καθένα. Ιδιαίτερα τους ετερόδοξους
αιρετικούς και πλανεμένους κι ακόμη πιο πολύ, τους ομόδοξους εκείνους,
που ζώντας σ΄ ένα κλίμα ορθοδοξολογίας, παρέκκλιναν από το δρόμο της
ορθοπραξίας σε μονοπάτια ακραίων τάσεων. Κοντά στο Γέροντα ο επισκέπτης
ένιωθε τη θερμότητα μιας κατανυκτικής αγαλλίασης, που πήγαζε καθαρή από
την ισορροπημένη πνευματικότητά του, τη θεμελιωμένη στην εν Χριστώ
ταπεινή αγάπη του και υπεύθυνη ελευθερία του. [ Γ 402π.]
Φιλανθρωπία
Φίλος
ασκητικών τάσεων επιθυμούσε να κρατήσει για τις ατομικές του ανάγκες
ένα μικρό χρηματικό ποσό και τα υπόλοιπα χρήματα, που έβγαζε από την
εργασία του, να τα μοιράζει σε ελεημοσύνες, όμως δίσταζε να μένει με
τόσα λίγα χρήματα. Είπε το λογισμό του στο Γέροντα κι εκείνος του
απάντησε : «Ευλογημένε, κάθεσαι και ασχολείσαι με τέτοιες λεπτομέρειες!
Κράτα για τον εαυτό σου όσα χρήματα θέλεις, και δώσε όλη την προσπάθειά
σου στο πώς να αγαπήσεις περισσότερο τον Χριστό κι όλα αυτά τα ζητήματα
θα λυθούν μόνα τους». [ Γ 349]
Άδικα τον απέλυσες ∙ δεν ήταν κλέφτης
Ο
Γέρων Πορφύριος είπε σε κάποιον επισκέπτη του ότι έβλεπε πως κάτι κακό
είχε κάνει στη ζωή του. Εκείνος του απάντησε ότι δεν ένοιωθε να τον
ενοχλεί η συνείδησή του σε οτιδήποτε κι ότι τριάντα τόσα χρόνια που
βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε ένα εμπορικό κατάστημα, υπήρξε ένας
τίμιος έμπορος. Δεν θυμόταν ο άνθρωπος να είχε κάνει οποιοδήποτε κακό.
«Στο
χωριό σου», τον ρωτά ο Γέρων Πορφύριος, «δεν έκανες κανένα κακό;»
«Όχι», απάντησε εκείνος. «Είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου
πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία του. Και για να καταλάβετε ότι
είμαι καλός άνθρωπος, θα σας πω ένα παράδειγμα. Μια φορά μας έκλεψε ο
επιστάτης μας ένα μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό. Κι εγώ δεν τον
κατάγγειλα στη αστυνομία. Αλλά, βέβαια, τον απέλυσα, διότι δεν μπορούσα
ν’ αφήσω έναν κλέφτη στα κτήματά μας».
Τον
ρωτά τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Τον είδες εσύ ο ίδιος να κλέβει το ποσό
αυτό;» «Όχι», απάντησε εκείνος, «αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτός το είχε
κλέψει, διότι μόνο εκείνος ήξερε που είχαμε τα χρήματα». Του λέει τότε ο
Γέρων Πορφύριος: «Όχι, δεν ήταν αυτός που τα έκλεψε. Κι εσύ, απολύοντάς
τον, αμαύρωσες το δικό του όνομα και ολόκληρης της οικογενείας του. Κι
εκείνη η πράξη σου σ’ εμποδίζει τώρα να δεχθείς το σώμα και το αίμα του
Χριστού μας».
Ο
πραγματικός ένοχος ήταν άλλος. Τότε, πήγε στο χωριό του και ενώπιον των
συγχωριανών του, αποκατέστησε τον επιστάτη τους, τον οποίο είχε τόσο
πολύ αδικήσει, εν αγνοία του βέβαια. Κι αμέσως μετά, πήγε και κοινώνησε.
[ Ι 180]
Σε οίκο ανοχής
Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία, που δείχνει πόσο μεγαλείο είχε η ψυχή του πατρός Πορφυρίου.
Πριν
από πάρα πολλά χρόνια, παραμονή των Θεοφανείων, πήγε, κατά το έθιμο, ν’
αγιάσει τα σπίτια. Όπως έμπαινε στα σπίτια ένα ένα, μπήκε και σ’ ένα
σπίτι, το οποίο, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, ήταν οίκος ανοχής. Την
ώρα που άρχισε να ψάλλει «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου…» και ν’ αγιάζει,
του λέει η ιδιοκτήτρια : «Μη, μη, δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το
σταυρό». Κι ο Γέρων Πορφύριος της αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω αν αυτές ή εσύ
δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό». Ασπάσθηκαν το σταυρό οι γυναίκες
εκείνες και ο Γέρων Πορφύριος τις είπε μερικά λόγια εκεί. Τους μίλησε
για την αγάπη προς το Θεό, που ήταν τα αγαπημένο του θέμα.
Βλέποντας
την εξαγιασμένη μορφή του Γέροντος Πορφυρίου, οι γυναίκες εκείνες
υπέστησαν μια εσωτερική αλλοίωση ∙ ιδιαίτερα, όταν τις είπε: «Ν’
αγαπήσετε το Χριστό, που σας αγαπά, και θα δείτε τότε πόσο ευτυχισμένες
θα είστε. Αν ξέρατε πόσο σας αγαπά ο Χριστός! Προσπαθήστε κι εσείς να
τον αγαπήσετε».
Γνώριζε
ο Γέρων Πορφύριος ότι, αν εκείνες οι γυναίκες γνώριζαν το Χριστό και
τον αγαπούσαν, διότι η γνώση οδηγεί στην αγάπη, θα εγκατέλειπαν εκείνο
το άθλιο επάγγελμα που έκαναν. [ Ι 100 ]
----------------------
Σημ.
Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του
Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.
Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του. |
Περί αμαρτίας
2. Κάνε μια αμαρτία δύο φορές και θα σκεφθείς ότι επιτρέπεται.
3. Η μεγάλη αμαρτία είναι παιδί της μικρής.
4. Το κακό με τις ..μικρές αμαρτίες είναι ότι ..δεν μένουν πολύ καιρό μικρές.
5. Η αγάπη μιας μικρής αμαρτίας, είναι …μια μεγάλη αμαρτία.
6. Η συνήθεια της αμαρτίας αφαιρεί την συνείδηση της αμαρτίας.
7. Όποιον πόνο κι αν δοκιμάσει ο άνθρωπος τον ξεχνάει. Μα τον πόνο από το δάγκωμα της συνειδήσεως, δεν τον ξεχνάει ποτέ.
True Meaning of "Theology" - Wisdom from Elder Paisios
I
interject this teaching by Elder Paisios into our series on Orthodox
Spirituality to provide another perspective from a truly holy man about
the meaning of "theology." He too emphasizes the need to ascesis as a
prerequisite to being made aware of the Divine Energies of God. He has a
way of putting very esoteric thoughts in such a simple and earthy
manner.
Elder Paisios of Mt. Athos on “Theology”:
Theology
is the word of God, which is apprehended by pure, humble and
spiritually regenerated souls, and not the beautiful words of the mind,
which are craft ed with literary art and expressed by the legal or world
ly spirit.
Just
as a beautiful statue cannot talk, manufactured words are unable to
speak to the soul of a man, except if the listeners are very worldly,
and pleased simply by charming conversation.
Theology
that is taught like a science usually examines things historically and,
consequently, things are understood externally. Since patristic ascesis
and inner experience are absent, this kind of theology is full of un
certainty and questions. For, with the mind one cannot grasp the Divine
Energies if he does not first practice ascesis and live the Divine
Energies, that the Grace of God might be energized within him.
Whoever
thinks that he can come to know the mysteries of God through external
scientific theory, resembles the fool who wants to see Paradise with a
telescope.
Those
who struggle patristically become empirical theologians through the
visitation of the Grace of the Holy Spirit. All those who have an
external education, in addition to the internal enlightenment of the
soul, may describe the divine mysteries and interpret them correctly, as
did many Holy Fathers.
If,
however, one does not become spiritually related to the Holy Fathers
and wants to take up translating or writing, he will wrong both the Holy
Fathers and himself, as well as the people, with his spiritual
cloudiness.
Neither
is it right for someone to theologize using someone else’s theology,
because he will resemble an impotent man who adopts others’ children,
presents them as his own and pretends to be the father of a large
family. The Holy Fathers took the divine word or personal experiences
from their hearts; they were the result of spiritual battles against
evil and the fire of temptations, which they confessed humbly or, out of
love, wrote down in order to help us. They never kept this love for
them selves, acknowledging, likewise, that humility and all the divine
gifts are of God.
Those
who present the gifts of God as their own are the most insolent and
most unjust of the world, for they wrong God and, even more, their own
selves. In this way they cause themselves to be deprived of Divine Grace
so that they won’t be judged as being more un grateful and so they
won’t be destroyed due to their great vainglory.
Those
who are grateful towards God for everything and constantly attend to
themselves humbly and look after God’s creatures and creation with
kindness, theologize and thus become the most faithful theologians, even
if illiterate. They are like the illiterate shepherds who observe the
weather in the countryside, day and night, and become good
meteorologists.
Those
who live simply, with kindness and good thoughts, and have acquired
inner simplicity and purity, regard the supernatural very simply, as
natural, for everything is simple to God. He does not use greater power
for the supernatural and less for the natural, but the same power for
everything. He Himself is very simple and His Son revealed it to us on
earth with His holy simplicity.
When
purity comes to man and simplicity with its fervent faith and devotion
arrives as well, then the Holy Trinity takes up His abode within us.
With this divine enlightenment one easily finds the keys to divine mean
ings, so as to interpret the Spirit of God in a very simple and natural
way, without causing an intellectual headache.
Depending
on the purity or guile that one possesses, analogous interpretations
are made, and one is benefited or harmed accordingly. Oftentimes, one
may cause harm due to his inexperience, even if acting with good
intentions. For example, a person does not know that white wine also
exists apart from red, and pours red paint into it to seemingly make it
better, and, in this way, poi sons people. But even if he is not
inexperienced or deceitful, but works only from human justice and logic,
he will once again wrong the Spirit of God, and, as a result, harm
himself and others.
With
human logic and justice we also hear the complaints of the laborers of
the first and third hour in the Gospel, who believed that they were
unjustly treated. God, however, the beholder of the hearts of men, with
the subtlety of His divine justice, also rewarded the laborers of the
eleventh hour for the anguish they suffered before finding work. God
would have even given to the laborers of the eleventh hour a greater re
ward, out of His divine righteousness, full of mercy and love, because
the poor ones suffered greatly in soul and were more fatigued than
those, who, for more hours, were exhausted physically. But we, wretched
people that we are, cannot fit God’s divine justice into our limited
mind, just as His infinite kindness cannot fit inside our limited love.
Therefore, God’s love was limited to giving everyone the same agreed
reward, so as not to scandalize more those who loved their self more
than their fellowmen. If He told them: “I am not doing you wrong; we
agreed on this amount…”. He meant that: “I am a boss with noble love and
divine justice which you cannot understand” and not: “I am boss and 1
take no one into consideration”. For God is our Father and we are His
children, and all people know of His fatherly love; He was crucified in
order to redeem and restore us to Paradise.
If
we could go out of our self (the love for our self), we would also
escape from the gravity of the earth and see everything in reality, with
a divine eye, clearly and profoundly. That is why it is necessary for
one to leave the world for the desert, struggle with humility,
repentance and prayer, be deserted by his passions, remove his spiritual
“rusts” and turn into a good conductor in order to receive the Divine
Grace and become a true theologian.
If
we don’t remove the rust from our spiritual cables, we will constantly
be short circuited, full of world ly theories, doubts and questions.
Then we cease theologize, being found in a condition of worldliness, but
will speak historically, or examine things legally and mathematically.
Namely, we will examine how many nails were used to crucify Christ and
how many soldiers were present when He was crucified without proceeding
to the essence of things: that Christ was crucified for our own sins, in
order to redeem us, and suffered more than all of the Holy Martyrs put
together. Although He helped the Martyrs with His divine power, He did
not employ His divine power for Himself at all and suffered terrible
pains out of love, having both of His two hands and His two legs pierced
with nails. Whether they crucified His two legs with one or two nails
has no importance, inasmuch as both were nailed and He suffered the pain
and drank the vinegar, that He might sweeten us again in Paradise,
eternally close to Him, as our Loving Father.
(Taken from the Epistles of Elder Paisios)
Illumination: Entering Within
The
process that leads us to pure prayer is difficult to explain. We are
relegated to ideas such as negative theology, prayer in the heart and
pure prayer. Fr. Dimitru Staniloae does an excellent job of explaining
this important step in our spiritual journey, which involves facing the
abyss, darkness, a vast chasm and so forth. It is a process that
involves going beyond reason, rising to the use of a higher mind that
does not rely on concepts. It is a step beyond negative theology.
Fr. Dimitru writes,
In negative theology we make an abstraction of the world only by reason and not totally even then, because when we negate one of God's attributes we think about what we negate.
So,
negative theology is like a first step into this unknown space. At
this stage we begin to realize the unknowability of God through reason.
While we do so we realize the reality of His inner presence.
He continues,
In mental prayer we turn away from all things and submerge ourselves in ourselves; we make an existential abstraction, total and lasting, by all that we are.
It
is through mental prayer that we will make this final journey to be
filled with the joy of the divine light and a higher knowledge of the
divine though a union with God. There is a step beyond apophatic or
negative theology which occurs through prayer. As we enter into mental
prayer we enter into the depths of our inner being. We discover our true
self and open the doors or our heart to knowledge of God.
He continues,
In the prayer made in the heart we not only negate the world and think of it at the same time, but pure and simple we totally forget the world with our whole being. We are left only with ourselves and not with our superselves with our traits and properties which can be seen or thought about in definite concepts. Rather we remain with our "I" from the depths, unconstrained by the thought of things, which can't be seen or defined by any concept whatsoever. We find ourselves only with the simple consciousness of the presence of the self, of its indefinable realities.
As
we enter the heart in prayer, which is the center of our being or our
spirit, we leave the realm of concepts, reason and our normal mental
processes. We now face the the pure self in its simplest form, free of
mental concepts. What makes up our ego-self disappears. We are
stripped or all the images we have created to make up our self-image.
We are free and pure to face our Creator.
Saint Gregory Palamas says,
In prayer the mind gradually abandons all relations with created things: first with all things evil and bad, then with neutral things capable of conformity to either good or ill, according to the intentions of the person using them.
All
the Holy Fathers tell us, according to Fr. Dimitru, that the absolutely
essential condition to approach the mind of the infinite God is to
leave behind all perceptible and intelligible things. This we are able
to do, after preparation where we conquer our passions, in mental
prayer.
Reference: Orthodox Spirituality, pp. 283-284
Saturday, December 1, 2012
Why Humility is So Important ( Elder Paisios )
In
our modern world culture, humbleness is not something that is given a
high value. More common is the encouragement to become self assertive,
forceful, to act independently. Yet Scripture and the Church Fathers
continually emphasize the need for humbleness for our spiritual growth.
We know God loves us and wants to protect us. He knows our problems. He is omnipotent so there is no problem that he cannot help us with, except for one. That is overcoming our lack of humbleness.
Elder Paisios says,
The difficulty God faces, and I repeat, it is the only one, is the He “cannot” help us when our soul is not humble. God “feels sad” because, while he sees His creature suffer, He “cannot” offer any help. What ever help He offers, it will harm the person because he lacks a humble mind.
This
is when we are overtaken by our passions and God allows this to happen. He cannot help us because our soul is filled with pride and self-centered thoughts. In a sense, in these moments we have rejected
God and instead put all our trust in our own being. We are intent on
gaining whatever it is we desire.
The Elder says,
God will not give us what we are asking for, no matter how hard we try, unless we humble ourselves. If our aim is humility, then God will give us everything for free.
God desires only one thing from us: our humbleness. He does not need anything else; just humble ourselves, so He can actually make us partakers of his divine grace, which was granted to us through the mystery of Holy Baptism.... He is only asking from us to humble ourselves and respond out of gratefulness and appreciation of His love. Thus, divine grace, will make us love God and get to know Him; it will do everything for us, if we only humble ourselves and allow for it to act.
Saint Peter advises us,
Cloth yourselves, all of you, with humility toward one another, for God opposes the proud, but gives grace to the humble. Humble yourselves therefore under the mighty hand of God, that in due time he may exalt you. Cast all your anxieties on him, for he cares about you. (1 Peter 5:5-7)Source: Elder Paisios of the Holy Mountain, pp 88-89
Humility
Once he was traveling to Piraeus on a ship named The Enchantress. As usual he sat somewhere off to the side and prayed. Suddenly he was approached by the captain who said to him, "Priest, get up from here and sit further on."
Father Ieronymos humbly and obediently conformed to this command. But shortly afterward the captain ordered him to change his place again. The same thing was repeated a third time. The captain's attitude was very provocative. The other passengers were indignant and made a remark to him about why he had behaved is such a manner to a venerable elder, who after all had paid his ticket. And the captain answered, "My mother told me that whenever I see refugees I should throw them into the sea."
Father Ieronymos was grieved when he heard this, but said nothing. He only decided never to travel on this ship again, in order to avoid temptation. But he prayed fervently for the captain and implored God to enlighten him. On another occasion, however, he had to travel to Piraeus and there was no other ship except The Enchantress. He said prayers, boarded the ship, and sat in some corner. He hoped that the captain would not see him, so that he could avoid the pointless temptation. But eventually the captain passed by and saw him and approached him.
"Do you have a ticket?" he asked.
"Yes, I do."
"Give it to me and I'll return it."
He took the ticket and returned to him the amount that he had paid, saying, "My mother scolded me and told me never to take money from you again. From now on, come aboard whenever you want and travel for free." the humility and prayer of Father Ieronymos––and possibly some vision that his mother had seen–– subdued the proud captain.
from The Elder Ieronymos of Aegina by Peter Botsis, pp.155-156
Πνευματικές προσβολές κατά την ώρα του θανάτου
Τέσσερις
είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες
συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του
θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.
Όσο
για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμά με
τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νού λογισμούς απιστίας, φύγε
αμέσως από το νού σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά,
πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου
είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».
Και
μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας,
όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου
επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους
λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα
εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νού σου, στάσου
με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε
κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου
προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την
ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό,
άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά.
Κι
αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πή με τον λογισμό τι πιστεύει η
εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας
το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση με τα λόγια,
πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά.
Σε
περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό
και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή, απάντησέ του ότι η αγία
μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πή ποιά είναι αυτή η
αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή.
Πάνω
από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και
στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και
Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την
αλήθεια της αγίας σου πίστεως.
Αλλά
ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να
τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».
Η Πνευματική και νοερή Κοινωνία

Αν και μυστηριακά δεν μπορούμε να δεχθούμε τον Κύριό μας περισσότερο από μία φορά την ημέρα, όμως πνευματικά και νοερά μπορούμε να τον δεχώμαστε κάθε ώρα και κάθε στιγή δια μέσου της εργασίας όλων των αρετών και των εντολών και ιδιαιτέρως με την θεία προσευχή και μάλιστα την νοερά
Επειδή και ο Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στις αγίες του εντολές, και όποιος κάνει μία αρετή ή εντολή, δέχεται αμέσως μέσα στην ψυχή του και τον Κύριο που είναι κρυμμένος μέσα σ αυτές, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα κατοικήση μαζί με τον Πατέρα του μέσα σ εκείνον που θα φυλάξη τις εντολές του λέγοντας: «Εάν κάποιος με αγαπά θα τηρήση και τον λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήση και θα έλθουμε προς αυτόν και θα κατοικήσουμε σε αυτόν» (Ιω. 14,23).
Η κοινωνία αυτή και η ένωσις δεν μπορεί να μας αφαιρεθή από κανένα κτίσμα παρά μόνον από την αδιαφορία μας ή από κάποιο άλλο σφάλμα μας. Και μερικές φορές αυτή η Κοινωνία είναι τόσο καρποφόρα και τόσο ευάρεστη στον Θεό, όσο ίσως δεν είναι πολλές άλλες μυστηριώδεις κοινωνίες από την έλλειψι εκείνων που τις δέχονται. Λοιπόν, όσες φορές έχεις την διάθεσι και ετοιμασθής για μία παρόμοια κοινωνία, θα βρής πρόθυμο και έτοιμο τον Υιό του Θεού, μόνος του να σε τρέφη πνευματικά με τα ίδια του τα χέρια.
Γιά να ετοιμασθής λοιπόν για την νοερή αυτή κοινωνία, κάνε ως εξής: Στρέψε το νού σου στον Θεό και βλέποντας με ένα σύντομο βλέμμα από το ένα μέρος τις αμαρτίες σου και από το άλλο τον Θεό, λυπήσου για την βλάβη που του προξένησες και με κάθε ταπείνωσι και πίστι παρακάλεσε τον να καταδεχθή να έλθη στην ταπεινή σου ψυχή με νέα χάρι για να την ιατρεύση και να την δυναμώση κατά των εχθρών.
Ή όταν πρόκειται να ασκηθής και να σκληραγωγηθής εναντίον κάποιας επιθυμίας σου ή για να κάνης κάποια νέα πράξι αρετής ή για να φυλάξης κάποια εντολή, κάνε όλο αυτό με σκοπό να ετοιμάσης την καρδιά σου για τον Θεό που πάντα σου την ζητεί. Και κατόπιν στρέφοντας την προσοχή σου σ Αυτόν, φώναξέ τον με επιθυμία μεγάλη να έλθη με την χάρι του να σε ιατρεύση και να σε ελευθερώση από τους εχθρούς, για να έχη αυτός μόνος την καρδιά σου στην εξουσία του.
Ή και θυμούμενος τις προσευχές της κοινωνίας των μυστηρίων, που προαναφέρθηκαν, πές με καρδιά που είναι αναμμένη: «Πότε, Κύριέ μου, να σε δεχθώ άλλη μία φορά; Πότε; Πότε; κ.λπ.».
Και αν θελήσης να κοινωνήσης πνευματικά με ακόμη καλύτερο τρόπο, διεύθυνε και βάλε από το προηγούμενο βράδυ όλες τις σκληραγωγίες και τις πράξεις των αρετών και κάθε καλό έργο που σκέπτεσαι να κάνης στο σκοπό αυτό, δηλαδή στο να δεχθής πνευματικά τον Κύριό σου. Και το πρωί καθώς θα ξημερώνη, σκέψου, τι καλό! Τι ευτυχία!
Τι μακαριότητα υπάρχει στην ψυχή εκείνη που επάξια μεταλαμβάνει μυστηριακά το πανάγιο Μυστήριο της Ευχαριστίας! Διότι με αυτό αποκτούνται πάλι οι αρετές που έχουν χαθεί, και πάλι η ψυχή επιστρέφει στην προηγούμενη ωραιότητά της και γίνεται μέτοχος αυτή των μισθών του πάθους του Υιού του Θεού (κοινωνούνται εις αυτήν οι καρποί και οι μισθοί του πάθους του Υιού του Θεού).
Και από την μυστηριώδη κοινωνία πέρασε στην μυστική κοινωνία και σκεπτόμενος ότι νοερά τα ίδια αγαθά απολαμβάνεις με την μυστηριακή κοινωνία, φρόντισε να ανάψης την καρδιά σου μια μεγάλη επιθυμία να τον δεχθής νοερά και πνευματικά και αφού χορτάσης από την επιθυμία αυτή γύρισε προς τον Κύριό σου και πές: «Επειδή, Κύριέ μου, δεν μπορώ μυστηριωδώς να σε δεχθώ την ημέρα αυτή, κάνε εσύ, που είσαι η αγαθότητα και η άκτιστη δύναμις, να σε δεχθώ επάξια τώρα πνευματικά και κάθε ώρα και κάθε ημέρα δίνοντάς μου νέα δύναμι και χάρι εναντίον όλων μου των εχθρών, και μάλιστα εναντίον εκείνου του πάθους του εχθρού στο οποίο εναντιώνομαι και κάνω πόλεμο με την βοήθειά σου.
Αόρατος πόλεμος
Subscribe to:
Posts (Atom)






