Friday, January 10, 2014

Ελληνική Γλώσσα: Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ζωντανή γλώσσα στον κόσμο!


Η ελληνική γλώσσα είναι μία από τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Αποτελεί το μοναδικό μέλος ενός ανεξάρτητου κλάδου της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών. Ανήκει επίσης στον βαλκανικό γλωσσικό δεσμό (ή Balkansprachbund). Στην ελληνική γλώσσα, έχουμε γραπτά κείμενα από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι σήμερα.


Η ελληνική υπήρξε στην αρχαιότητα η πιο διαδεδομένη γλώσσα στην Μεσόγειο και στην Νότια Ευρώπη κυρίως εξαιτίας του πλήθους των αποικιών που είχαν ιδρυθεί από τους Έλληνες στις ακτές της Μεσογείου και έφτασε να είναι η γλώσσα του εμπορίου ακόμα και μέχρι τα τέλη της Αλεξανδρινής περιόδου.

Tο πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της Δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.


«Η Ελληνική και η Κινέζικη είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.»,Francisco Adrados, γλωσσολόγος.

Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων: Α(α), Β(β), Γ(γ). και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ω(ο) & Ο(ο), Η(η) & Υ(υ) & Ι(ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ.), άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις, πρβ π.χ.: τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.

Παράβαλε π.χ. ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με τα – ο,ι,η, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο. Παράβαλε ομοίως ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή.

Ιστορική Συνέχεια

Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μινωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2000 π.Χ. έως το 1650 π.Χ.


«Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία.», Οδυσσέας Ελύτης.

Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά». Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε την λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα.


Σήμερα δεν λέμε λῶπος το ένδυμα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει (δύει) το χέρι του μέσα στο ρούχο σου για να σε κλέψει.

Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.

Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα όπως κάνουμε και στα μαθηματικά βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.
Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμική Β’ γράφεται «ANEMO», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», και πολλά άλλα παραδείγματα.

Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», λευκώλενος», «ωκύμορος», κτλ;

Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια…» Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία».

Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δύο λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις…) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.




Δυνατότητα Δημιουργίας Νέων Λέξεων

Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα).


Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων», ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρει αυτές που χρειάζεται».

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».

Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».

Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ. περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.

Η Ακριβολογία

Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.


Στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική.

Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν.

Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, π.χ.: «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…»

Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πώς είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;

Η Κυριολεξία

Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι’ αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.

Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει.


Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα.

Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.

Η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία.
Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη.
Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

Γλώσσα – Διδάσκαλος

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.

Η Σοφία

Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.


Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ (Werner Heisenberg) είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».


Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Μέγα Ετυμολογικόν» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πας όπου αγαπάς.

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε.


Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο.

Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.


«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου (Mihai Eminesku), εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.

Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η Μουσικότητα

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:


«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ (Jacques Lacarrière) επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».


Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες». Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.


Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος (Quintus Horatius Flaccus), «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Holy Water ( St. John Maximovitch )



On Theophany, the Day of the Lord's Baptism, every year a great miracle is performed. The Holy Spirit, coming down upon the water, changes its natural properties. It becomes incorrupt, not spoiling, remaining transparent and fresh for many years. This Holy Water receives the grace to heal illnesses, to drive away demons and every evil power, to preserve people and their dwellings from every danger, to sanctify various objects whether for church or home use. Therefore, Orthodox Christians with reverence drink Holy Water — a great Agiasma (holy thing), as the Greeks call it.

One should always have at home enough Theophany water to last the whole year, and make use of it at every need: in cases of illness, leaving on a journey, whenever one is upset, students prior to examinations, etc. People who drink a little Holy Water daily, before eating any kind of food, do well. It strengthens the powers of our soul—if it is done with prayer and reverence, and one does not merely expect a mechanical result from it.

Every priest should take care to bless a sufficient quantity of water for his church, so that it will be on hand for the course of the whole year for every need and to be given out to those who ask for it; and parishioners should provide themselves at Theophany with Holy Water for the whole year and even so that it can be kept for future years.


Eternal Life ( St. Hesychius, St. Isaac the Syrian, St. Anthony )


LET US ALWAYS REMEMBER DEATH, for from this remembrance is born in us the putting aside of all cares and vanities, the preservation of the mind and unceasing prayer, a healthy attitude toward the body and a loathing of sin, and, if the truth be told, almost every live and active virtue flows forth from it. Therefore, let us, if possible, do this work as uninterruptedly as our breathing is uninterrupted. Venerable Hesychius.


The Saviour called the many mansions of the Father the various capacities of the mind of those dwelling in that realm, that is, the distinction and diversity of spiritual gifts which they enjoy according to the capacity of the mind. For, not according to a diversity of places, but according to the degree of gifts does he call the mansions many.

Just as each man enjoys the perceptible sun, depending on the purity and receptivity of his power of sight, and just as illumination from one lamp varies in a house, although the light is not divided into many lights, so in the future age all the righteous will abide indivisibly in one realm, but each, according to his own capacity, is illumined by one noetic Sun, and, according to his worthiness, attracts joy and gladness to himself, even though from one air, from one place, throne, sight and image. And no one sees the measure of his friend, both higher and lower, lest, if he see the superior grace of his friend and his own deprivation, this be a cause of sorrow and grief for him. There, each, according to the grace given to him, is glad inwardly in his measure. Outside them all is one sight and realm ­ and besides these two degrees, I understand just one realm on high and another below, in the midst of them is variety in a diversity of gifts. Venerable Isaac the Syrian.


Death, for men who understand it, is immortality; while for the simple, who do not understand it, it is death. And one should not fear this death, but ought to fear the perdition of the soul, which is ignorance of God. This is what is terrible for the soul! Life is the uniting and joining of the mind (spirit), soul and body; while death is not the perdition of these joined parts, but the dissolution of their union; God preserves all this even after the dissolution. Just as a man comes forth from his mother's womb, so does a soul come forth naked from the body. Some are pure and bright, some are spotted by falls, and some are black from many transgressions. That is why the wise and God­loving soul, remembering and considering the calamities and extremities that come after death, lives piously lest it be condemned and subjected to them. But the unbelievers, the mindless in soul, do not perceive and they sin, despising what is to come. Just as on issuing forth from the womb thou dost not remember what was in the womb, so on issuing forth from the body thou dost not remember what was in the body. Just as on issuing forth from the womb thou becamest better and greater in body, so on issuing forth from the body pure and undefiled, thou wilt be better and incorrupt, abiding in the heavens.

Mortal men ought to care about themselves, knowing in advance that death awaits them. For blessed immortality is the lot of the holy soul when it is good, and death eternal meets it when it is evil. Remember that thy youth is past and thy powers exhausted, while thine infirmities have grown and already the time of thy departure is near, when thou wilt give an account of all thy deeds; and know that there, neither will brother redeem brother, nor will father deliver son. Always remember thy departure from the body, and do not let eternal condemnation out of thy thoughts; if thou wilt act thus, thou wilt not sin unto the ages. Venerable Anthony the Great.

Οι αρρώστιες τον σημάδεψαν από νωρίς ( Μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης )


Οι αρρώστιες τον σημάδεψαν από νωρίς.

Η σκληρή εργασία, οι πολύωρες Ακολουθίες και η καθημερινή αγρυπνία στο κελί του φέρανε αποτέλεσμα. Είχε και την αυστηρή νηστεία, που έφτανε στην ασιτία. Έτσι η εξάντληση του οργανισμού προχώρησε πολύ. Κάτι που κανονικά θα έπρεπε να είχε γίνει ακόμη νωρίτερα. Και δεν εννοούσε να μειώσει την άσκηση με καμία δύναμη. Όσο οι πνευματικές του δυνάμεις ήτανε ακμαίες, τόσο επέμενε στην αυστηρή άσκηση. Άλλωστε, σκοπός της άσκησης ήτανε ακριβώς αυτό, να κρατάει τις πνευματικές του δυνάμεις ελεύθερες από την επήρεια των παθών, των πειρασμών και της ύλης, ώστε να κατευθύνονται ανεμπόδιστα προς το Θεό και να αγιάζονται από αυτόν.

Όμως το σώμα υπέκυψε. Από το 1956 τον πονούσε αφόρητα η μέση του. Για τον πόνο στα πόδια δεν έλεγε τίποτα, γιατί τον υπέφερε. Με τη μέση του όμως ήτανε αδύνατο. Και πώς να μην πονούσε, αφού 22 ώρες το 24ωρο δεν την ανέπαυε; Είναι ζήτημα εάν ξάπλωνε δύο ώρες τη νύχτα. Δύο γινόσανε οι ώρες της ανάπαυσης, όταν πονούσε πολύ. Και όταν δε λειτουργούσε. Διότι αν είχε να λειτουργήσει και αν μάλιστα ξημέρωνε μεγάλη γιορτή, Χριστούγεννα, Θεοφάνεια και άλλες, τότε πια δεν κοιμότανε καθόλου. Ούτε και στα τελευταία του χρόνια, που είχε βηματοδότη στην καρδιά. Πήγαινε από δίπλα ο αδελφός μοναχός και του ’λεγε:

–Κουράστηκες, γέροντα, έλα τώρα να ησυχάσεις λίγο…

Εκείνος απαντούσε:

–Πήγαινε, πάτερ μου, εγώ θα μείνω. Είναι μεγάλη νύχτα σήμερα, δεν είμαι κουρασμένος.

Το πρωί, που σηκωνόσανε όλοι, τον βρίσκανε ακόμη γονατιστό, με το πετραχήλι του, να προσεύχεται.

Τέτοιες ημέρες, μετά την ολονύκτια προσευχή, κατέβαινε στο ναό χωρίς να μιλάει σε κανένα. Ούτε και ήθελε να του μιλάνε, βρισκότανε αλλού και ζούσε σε άλλο κόσμο!

Έτσι, χρειάστηκε για τη μέση του γιατρό. Του έκανε 80 ενέσεις, αλλά το κακό συνέχιζε, θεραπεία δεν έβλεπε. Κυριολεκτικά σερνότανε για τις δουλειές και τις Ακολουθίες. Το μεσημέρι δεν άντεξε κι έπεσε στο ξυλοκρέβατο, στα σανίδια. Εκεί του εμφανίστηκε ο όσιος Δαβίδ με το πρόσωπο του π. Σπυρίδωνα, φιλοξενούμενου αγιορείτη. Ο Σπυρίδων τον βοήθησε να σηκωθεί και του είπε: «Ακούμπα τη μέση σου στη δική μου γέρικη μέση». Τον βοήθησε και το ’κανε. Τότε ο Άγιος γύρισε πίσω τα χέρια του κι έπιασε από τη μέση τον π. Ιάκωβο, που άκουσε τρίξιμο μέσης. Αυτό ήτανε. Ο πόνος χάθηκε. Και ο άγιος τον ρώτησε:

–Ποιος είμαι;

Πήρε την απάντηση: «ο π. Σπυρίδων». Τότε ο άγιος είπε:

–Όχι, με ξέρεις, δε θες να πεις τ’ όνομά μου, κάθεσαι σπίτι μου: Άνοιξε η πόρτα και είδε τον Άγιο να βγαίνει και να κατεβαίνει τις σκάλες.

Το 1964, έπαθε από τις αμυγδαλές του. Πονούσε φοβερά κι έπεφτε στα νεφρά του πύο. Πολλές φορές τον πιάνανε ανυπόφοροι πόνοι στη Λειτουργία και μελάνιαζε ολόκληρος. Ποτέ όμως δεν έτυχε να διακόψει τη θεία Λειτουργία. Όσο και να υπέφερε, θα την τελείωνε. Το 1962 τον λυπήθηκε ο Θεός κι έστειλε στη Μονή έναν καλό μοναχό, τον Κύριλλο. Αυτός, που σήμερα είναι ο ηγούμενος της Μονής, παραστάθηκε και βοήθησε όσο μπορούσε τον άρρωστο ασκητή π. Ιάκωβο, του οποίου τα βάσανα τελειωμό δεν είχαν.

Το 1967 τον βρήκανε άλλα. Έκανε πολύ δύσκολη εγχείρηση: βουβωνοκήλης και σκωληκοειδίτιδας με περιτοναϊκή αντίδραση και προβλήματα προστάτη. Υπέφερε πολύ, δεν ήξερε τι έχει. Σε νοσοκομείο δεν ήθελε να πάει. Μελάνιαζε, κουλουριαζόταν και σφάδαζε από τους πόνους. Ο Κύριλλος τον έβρισκε σε απελπιστική κατάσταση. Δεν μπορούσε να κινηθεί, σερνόταν. Για να πάει λίγο πιο πέρα, έπεφτε και σερνότανε με τα τέσσερα, μπρούμυτα. Έπαθε φοβερή κρίση και τον μεταφέρανε αναίσθητο στο νοσοκομείο της Χαλκίδας. Εκεί νομίσανε ότι πρόκειται για απλή σκωληκοειδίτιδα. Δέχτηκε με χίλια παρακάλια, γιατρών και κληρικών, να γίνει η εγχείρηση. Η δυσκολία του οφειλότανε στο ότι δεν ήθελε να βγάλει τα ρούχα και να δουν οι γιατροί το σώμα του. Το θεωρούσε άκρο εξευτελισμό:

–Θα γίνω θέατρο, πατέρες. Ουδέποτε άνθρωπος με είδε.

Και πράγματι, ήτανε τόσο καθαρός και πρόσεχε τόσο πολύ να μη βλέπει σώμα, ώστε ο ίδιος «ουδέποτε άπλωσε το χέρι του στο σώμα του», όπως έλεγε ο ηγούμενος και καλός γνώστης Νικόδημος. Ακόμη και τα νήπια που βάπτιζε, τόσα χρόνια, δεν τα κοίταζε ποτέ. Κρατούσε τα μάτια του ψηλά και ομολογούσε με ιερή αφέλεια και καύχηση:

–Δεν είδα ποτέ μου πως είναι τα όργανα των παιδιών.

Του είπανε λοιπόν, ψέματα, ότι δε θα του βγάλουνε τα ρούχα, θα’καναν τάχα μόνο μια τρύπα στο αντερί. Έτσι δέχτηκε να γίνει η εγχείρηση. Τέσσερες του Οκτώβρη περίμενε στο μικρό θάλαμο για το χειρουργείο. Παρόντες ήταν αρχιμανδρίτες κληρικοί Πολύκαρπος, Νικόδημος, Βασίλειος και κάποιος ακόμα. Ο π. Ιάκωβος προσευχήθηκε πολύ και μεταξύ άλλων είπε, όπως τα διηγόταν:

–Αν θες, όσιε Δαβίδ μου, να ξαναγυρίσω στο μοναστήρι σου, έλα να με κάνεις καλά… Σ’ ένα τέταρτο πρέπει να είσαι εδώ… Και αν έρθεις, πέρνα σε παρακαλώ να πάρεις και τον όσιο Ιωάννη… Είναι στο δρόμο σου, θα στρίψεις ένα στενό δεξιά και θα τον βρεις.

Σε λίγα λεπτά, έλεγε με φωνή επίσημη, φτάσανε ο όσιος Δαβίδ (ιδρωμένος μάλιστα, γιατί του είχε ζητήσει να ’ρθει πολύ γρήγορα) και ο όσιος Ιωάννης. Στάθηκε στην πόρτα και χαιρετώντας του είπανε με λόγια και κινήσεις:

–Εγώ είμαι ο Γέρων Δαβίδ και από εδώ (χειρονομία) ο όσιος Ιωάννης ο Ομολογητής (τονισμένο). Δε μας ζήτησες; ήρθαμε, μην ανησυχείς, θα γίνεις καλά!

Αμέσως κατάλαβε ότι οι παριστάμενοι κληρικοί δεν χαιρέτισαν καν τους δύο Αγίους και διαμαρτυρήθηκε:

–Πατέρες, Δε σηκώνεστε; Δε χαιρετάτε;

Εκείνοι παραξενεύτηκαν και ο Νικόδημος έγινε πιο σαφής:

–Πάει, τα ’χασε ο Ιάκωβος…

Τον πήρανε στο χειρουργείο, τον νάρκωσαν κι έπειτα του βγάλανε ράσο, Αντερί κι εσώρουχα. Πριν τον πιάσει καλά η νάρκωση είδε ν’ανοίγει η πόρτα και να μπαίνουν οι δυο Άγιοι. Ο χειρούργος Σπ. Καλοχέρης τον άνοιξε κι έμεινε εμβρόντητος. Δεν ήτανε απλή σκωληκοειδίτιδα, μα πολύπλοκη κι επικίνδυνη κατάσταση. Ο ασθενής θα ’πρεπε να είχε πεθάνει. Εκλογή δεν είχε. Αποφάσισε να ξεκινήσει και ό,τι ήθελε προκύψει. Προέκυψε καλό. Πέτυχε η πολλαπλή εγχείρηση, επέστρεψε ο ασκητής στο κελί. Όποιος πήγαινε να τον ιδεί, του έλεγε «πόσο καλός χειρούργος είναι ο κύριος Καλοχέρης», για τον οποίο συγχρόνως προσευχότανε να έχει υγεία. Τότε, έχασε την υπομονή του ο Όσιος Ιωάννης και τη Νύχτα εμφανίστηκε θυμωμένος:

–Ιάκωβε, τι επαινείς συνέχεια το γιατρό; Εγώ σ’ έκανα καλά, εγώ είχα την εντολή να σε χειρουργήσω. Μόνος του ο γιατρός τι μπορούσε να κάνει;

Ο γιατρός Καλοχέρης, αφού περάσανε μερικές ημέρες, πήγε στο Μοναστήρι να ιδεί τον π. Ιάκωβο, στον οποίο και ομολόγησε ότι κατά την πολλαπλή εγχείρηση:

–Ένιωθα ότι το χέρι μου κάποιος το κατευθύνει και τώρα έχω την αίσθηση ότι δεν έκανα εγώ την εγχείρηση…

Η νυχθήμερη εργασία, χειρωνακτική και πνευματική, του δημιούργησε επίσης άσχημη κατάσταση στα πόδια. Έκανε φλεβίτιδα εκτεταμένη. Πονούσε φρικτά και δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Το 1974 τον πήγανε στο νοσοκομείο, το ΝΙΜΙΤΣ, για εγχείρηση. Δέχτηκε, γιατί ερμήνευσε τις δοκιμασίες των εγχειρήσεων ως ειδικό μέτρο του Θεού κι έλεγε:

–Επέτρεψε ο Θεός να πάω στα νοσοκομεία τόσες φορές και να κάνω εγχειρήσεις, για να ταπεινωθώ.

Ετούτη τη φορά έμεινε στο χειρουργείο έξι ώρες και πλέον. Ο χειρούργος Γ. Κορδέλλης χρειάστηκε να κάνει πολύ μεγάλες τομές, διότι οι σάπιες φλέβες ήτανε πολλές.

Εκεί, στο θάλαμο του νοσοκομείου, κατά την ανάρρωση, του εμφανίστηκε η Θεοτόκος για να τον ενθαρρύνει, όπως διηγήθηκε στον επισκέπτη του και πνευματικό του τέκνο π. Παύλο Ιωάννου.

–Χθες, παιδί μου, σε κάποια στιγμή μπήκε κάποια κυρία, ντυμένη σα νοσοκόμα. Κρατούσε κι ένα παιδάκι στην αγκαλιά της. «Τι κάνεις, πάτερ μου», με ρώτησε. «Τι να κάνω, κυρία μου, άρρωστος είμαι και στεναχωριέμαι που έχω φύγει από το μοναστήρι μου». Εν τω μεταξύ, παιδί μου, διερωτήθηκα: «εδώ οι νοσοκόμες έχουνε και τα παιδιά τους στο νοσοκομείο»; Τότε εκείνη μου χαμογέλασε και μου είπε: «μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά»: Τη ρώτησα «ποια είσθε σεις, κυρία μου»; Τότε πάλι μου χαμογέλασε χωρίς να μου ειπεί τίποτε άλλο. Εγώ στράφηκα στον διπλανό ασθενή, να τον ρωτήσω, μήπως ήξερε ποια ήτανε αυτή η κυρία. Κι αυτός, γεμάτος απορία: «για ποια κυρία μιλάτε»; Τότε γύρισα και δεν είδα κανέναν. Και κατάλαβα, παιδί μου, ότι ήταν η Παναγία μας.

Επέστρεψε στο Μοναστήρι, αλλά πλέον χειρωνακτικά δεν μπορούσε να εργαστεί πολύ. Πολλές ώρες της ημέρας στεκότανε γονατιστός κι εξομολογούσε. Διότι τις περισσότερες εξομολογήσεις τις δεχότανε, μέχρι το τέλος της ζωής του, γονατιστός.

Σ’ αυτά όλα να προσθέσει κανείς τους φοβερούς ιλίγγους από σύνδρομο αυχενικό. Για να μπορέσει να λειτουργήσει, ν’ αντέξει τους ιλίγγους και τον πόνο των ποδιών, προσευχόταν στην Παναγία πολύ και στον όσιο Δαβίδ. Έκαναν το θαύμα τους κι έτσι τελείωνε τη Λειτουργία. Κατόπιν άρχιζαν πάλι. Τα ίδια με το ουροποιητικό σύστημα και το πεπτικό. Σε κακό χάλι ήταν πάντα.



Μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης

Word of God ( Saint Tikhon of Zadonsk )


Love the Word of God, that is the Scriptures, handed down to us by the prophets and apostles, as God Himself. For the word of God is the word of God's mouth. If you love God, then without fail you will love the word of God also. For the word of God is God's epistle or letter to us unworthy ones, and is His supreme gift to us for the sake of our salvation. If you love the Sender, then also love the letter which is sent from Him to you. For the word of God is given by God to me, to you, and to everyone, so that everyone who desires to be saved may receive salvation through it.

You love it when an earthly king writes you a letter, and you read it with love and joy. How much more must we read the letter of the Heavenly King with love and joy.

The word of God was not given to you so that it should lay written only on paper, but so that we may use it spiritually, that we may be enlightened and guided in the true way and salvation, that our morals may be corrected, and that we may live according to its rule in this world, and that we may please God. If you wish, therefore, to be a true Christian, then without fail you must take care to live by its rule. For the word of God is a heavenly seed. It must, then, yield fruit in us after its kind, that is a holy and heavenly life, otherwise it will accuse us on the day of the fearful Judgement of Christ. Live, therefore, as the word of God teaches, and then correct yourself. Do not pry idly into the mysteries.

Of the mystery of the All-Holy Trinity, the Most-Holy Eucharist, and other such things that are not revealed to us in the holy word of God, do not inquire idly, lest you fall into the snare of the devil and be tangled in it, and not be able to escape from thence, and so perish. For that which requires faith alone transcends our reasoning, and it is very dangerous to pry into these things. Keep yourself, then, from prying into things which are above you. Believe in all things as the Holy Scriptures teach, and as the Holy Church believes and establishes in accordance with it.


Saint Tikhon of Zadonsk

Commentary on the Nativity of Christ - Part 2 ( St. Nikolai Velimirovic )


"But while he thought about these things, behold,
an angel of the Lord appeared to him in a dream saying,‘Joseph, son of David, do not be afraid
to take to you Mary your wife, for that which is
conceived in her is of the Holy Spirit” (Mt. 1:20).
From what the angel announced to Joseph, it is clear that the Virgin Mary had told him nothing of her earlier encounter with the great archangel, as it is clear that now, when Joseph intended to put her away, she did not justify herself in any way. The angel’s message, as all the heavenly mysteries that were gradually revealed to her, “she kept, and
pondered ... in her heart”(Lk. 2:19 & 2:51). 



In her faith to God and obedience to Him, she shrank from no humiliation at the hands of men. “If my sufferings are pleasing to God, why should I not endure them?” said some of the Christian martyrs later. Living in constant prayer and
pondering on God, the Most-Pure Virgin was also able to say,“If my humiliation is pleasing to God, why should I not endure it? Only let me be
righteous before God, who knows the heart, and the world can do what it likes with me.” She knew this: that the world could do nothing to her unless
God allowed it.
 


What gentle humility before the living God this is, and what wonderful devotion to His will! And further—what a heroic spirit is seen in this delicate maiden: “The Lord is the strength of them who fear Him”(Ps. 24:13). While sinners in our day, as in all days, bring even false witnesses to testify for them, the Virgin Mary who had no man to testify for her, other than God almighty, did not justify herself. She was not disturbed, but
remained silent and waited for God, in His good time, to justify her. And God hastened to justify His chosen one. This same angel who had revealed to her the great mystery of her conceiving, made haste to speak now in place of the silent Virgin. 


St. Nikolai Velimirovic

Τι σημαίνει σωτηρία ! ( Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ )


Τι σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Η πρόνοια του θεού ( Γέροντας Παΐσιος )


Γιατί Γέροντα ενώ πολλές φορές έχουμε νιώσει την παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την πρόνοιά Του για μας;
 

Είναι παγίδα του διαβόλου. Ο διάβολος ρίχνει στάχτη στα μάτια του ανθρώπου, για να μη δη την πρόνοια του Θεού. Γιατί, όταν δη ο άνθρωπος την πρόνοια του θεού, θα μακλακώση η γρανιτένια καρδιά του, θα γίνη ευαίσθητη και θα ξεσπάση σε δοξολογία, και αυτό δεν συμφέρει στον διάβολο.

Thursday, January 9, 2014

Λίγα λόγια και πολλή προσευχή ( Αγιος Πορφύριος )


Στους γονείς ενός νέου, που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, για αγνώστους σ’ αυτούς λόγους, ο Γέροντας είπε, όταν τον επισκέφθηκαν αναστατωμένοι: «Το παιδί σας είναι ευαίσθητο ∙ από μικρό έλιωνε από τη ζήλια κι άρχισε σιγά σιγά να αποξενώνεται από σας. Έφθασε μέχρι την απόπειρα αυτοκτονίας μετά από ερωτική απογοήτευση. Θέλει προσοχή ∙ ίσως του ξαναέρθει η στενοχώρια. Για να θεραπευθεί το παιδί από το τραύμα του, χρειάζονται λίγα λόγια και πολλή προσευχή. Όχι συμβουλές, κατακρίσεις και τέτοια. Λίγα προσεγμένα λόγια, που να του τονώσουν την ελπίδα κι αμέσως μετά προσευχή. Πολιορκήστε τον με τις προσευχές σας». Τα γεγονότα δικαίωσαν τα λόγια του Γέροντα.

Αγιος Πορφύριος

Ηγούμενος Εφραίμ: “Οι αμαρτωλοί λογισμοί…”





Οι λογισμοί είναι κομμάτι του εαυτού μας ; Είναι μέρος της σκέψης μας ; Πως γεννιούνται και πως καταπολεμούνται . Πως καταφέρνει ο άνθρωπος να νικάει ή να προσεγγίζει τα παράγωγα αυτά του καλού και του κακού. Το γνωστό ρωσικό περιοδικό «Σλαβιάνκα» φιλοξένησε μια ουσιαστική συνέντευξη του ηγούμενου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αρχιμανδρίτη Εφραίμ με κεντρικό θέμα: «Οι αμαρτωλοί λογισμοί»

Ο γέροντας Εφραίμ που είναι γνωστός σε όλους για την δύναμη των πνευματικών του λόγων και για την καθαρότητα με την οποία ξέρει να περιγράφει σύνθετα νοήματα , έδωσε και τώρα μια ξεκάθαρη εικόνα για τους αμαρτωλούς λογισμούς ενώ τόνισε ότι υπάρχουν και αυτοί οι λογισμοί που μας κάνουν ακόμη πιο δυνατούς πνευματικά.

Η αλήθεια είναι ότι πολλοί από μας δεν γνωρίζουμε την πορεία των λογισμών και το πόσο μπορούν να φθείρουν την πνευματική μας ακεραιότητα ή και την προσπάθειά μας να βαδίσουμε προς αυτήν .

Τι είναι οι λογισμοί , πως ξεπηδούν στην καθημερινότητά μας , πως τους αναγνωρίζουμε και πως τους διαχειριζόμαστε είναι μερικά από τα θέματα που φωτίζει ο γέροντας Εφραίμ .

Απόσπασμα της συνέντευξης αυτής σας παρουσιάζουμε παρακάτω έτσι όπως δημοσιεύθηκε στο ρωσικό περιοδικό «Σλαβιάνκα»:

Τι είναι οι αμαρτωλοί λογισμοί και ποια είναι η πνευματική τους υπόσταση;

Είναι σκέψεις που αντιτίθεται στο θέλημα του Θεού και κινούνται στο χώρο της διανοίας του ανθρώπου είτε από την δική του θέληση είτε όχι . Ο νους είναι αεικίνητος και είτε ο ίδιος παράγει λογισμούς είτε εξωτερικοί παράγοντες τους προβάλλουν συνεχώς πάνω στην οθόνη του νου.

Από πού προέρχονται οι λογισμοί ;

Έχουν ως πηγή την εμπαθή καρδία του ανθρώπου ή τους ίδιους τους δαίμονες . Ο ίδιος ο Χριστός αποκαλύπτει : « Εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί , φόνοι μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι , βλασφημίαι.»( Ματθ. 15,19)

Τα πάθη του ανθρώπου παράγουν και τρέφονται με αμαρτωλούς λογισμούς . Οι δαίμονες είναι συγκεκριμένα όντα που τρέφουν ένα υπερβολικό μίσος για τον άνθρωπο και επιβουλεύονται με κάθε τρόπο την σωτηρία του ανθρώπου . Κύρια εργασία τους είναι να σπέρνουν κακούς , πονηρούς , αισχρούς, αμαρτωλούς , βλάσφημους λογισμούς στην διάνοια του ανθρώπου.

Υπάρχουν βέβαια και οι θεϊκοί λογισμοί που πηγή τους έχουν τον ίδιο τον Θεό ή τους Αγίους , οι οποίοι ενθαρρύνουν τον αμαρτωλό άνθρωπο σε μετάνοια , φέρνουν παρηγορία στους παντοιοτρόπως θλιβομένους , φωτίζουν τους ενάρετους ώστε «να ερευνούν τα βάθη του Θεού» (Α’ Κορ. 2,10)

Η πνευματική προκοπή του ανθρώπου φαίνεται κυρίως και από την ποιότητα των λογισμών που έχει . Να καλλιεργούμε τους αγνούς , τους αγίους, τους θεϊκούς λογισμούς. Να κάνουμε τον νου μας ένα εργοστάσιο καλών λογισμών όπως έλεγε ο μακάριος Γέροντας Παϊσιος.

Πώς να εντοπίσουμε τους λογισμούς και πως διαφέρουν από τις αμαρτωλές σκέψεις;

Μόνο με την νήψη μπορούμε να τηρούμε τον νου , να προσέχουμε και να εντοπίζουμε τους λογισμούς μας. Η νήψη είναι η εγκράτεια , η προσοχή που επιβάλλω στον νου μου.

Επιτυγχάνεται με την επίκληση του πάντιμου , μεγαλοπρεπούς και γλυκυτάτου ονόματος του Χριστού μας. Η ευχή , το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», το μεγαλύτερο όπλο κατά των δαιμόνων και των παθών , είναι αυτή που συγκρατεί τον νου που ελέγχει και τηρεί τους λογισμούς.

Οι λογισμοί είναι σαν τα αεροπλάνα που πετούν στον αέρα . Δεν εξαρτάται από εμάς αν πετούν συνεχώς τα αεροπλάνα στον αέρα. Εξαρτάται από μας και δεν πρέπει να αφήνουμε τους λογισμούς να προσγειώνονται μέσα μας, δηλαδή να τους αποδεχόμαστε , να συγκατατιθέμεθα σε αυτούς.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της επιθυμίας και των λογισμών;

Η επιθυμία, η διάθεση που έχουμε για να κάνουμε ένα πράγμα, να ζητήσουμε κάτι είναι μια κίνηση της καρδίας , ενώ ο λογισμός κινείται στον χώρο της διανοίας.

Πρώτα επιθυμούμε και μετά η επιθυμία μας αυτή εκφράζεται εσωτερικά δια του λογισμού …Η αρχή όμως είναι επιθυμία , Η ρίζα είναι η επιθυμία. Κόβοντας τις αμαρτωλές επιθυμίες ουσιαστικά απαλλασόμεθα από την επήρεια των αμαρτωλών λογισμών.

Γι αυτό ο Κύριός μας όταν τόνιζε «ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού»( Ματθ.5,28) ήθελε να κόψει την ρίζα του πάθους.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι η διάνοια του πιστού που αγωνίζεται στην προσευχή εύκολα καθαρίζεται από τους λογισμούς , όμως η καρδία του ανθρώπου που είναι η δύναμη που παράγει τους λογισμούς δεν μπορεί να καθαριστεί αν δεν καθαριστούν συνάμα και όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής , το επιθυμητικό και το θυμικό .

Πρέπει να εξομολογούμαστε όλους τους λογισμούς μας ;

Οι λογισμοί που εισέρχονται καθημερινά στον νου μας είναι χιλιάδες , είναι αμέτρητοι . Το πλείστον αυτών των λογισμών είναι μάταιοι , αισχροί , αμαρτωλοί . Το ταγκαλάκι ξέρει καλά την δουλειά του και σπέρνει αυτούς τους λογισμούς. Εμείς ευθυνόμαστε μόνο όταν κάνουμε συγκατάθεση σε αυτούς , όταν υλοποιούμε αυτούς τους λογισμούς στην πράξη.

Ανάλογα σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεται ο άνθρωπος , κρίνεται και η αντιμετώπισή τουμε τους λογισμούς . Δηλαδή για τους τελείους , οι οποίοι έχουν την τέλεια πνευματική γνώση και επιτήρηση στους λογισμούς , η συγκατάθεση σε έναν αμαρτωλό λογισμό είναι εφαμάρτη. Σε κάποιον όμως που τώρα άρχισε την πνευματική ζωή μπορεί να μην είναι εφάμαρτη .

Ο άνθρωπος που αγωνίζεται σωστά εξομολογείται τους λογισμούς που επιμένουν που τον πιέζουν , που μόνος του με την προσευχή του και τον αγώνα του δεν μπορεί να τους αναχαιτίσει. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να εξομολογείται όλους του τους λογισμούς. Αυτό είναι ψυχολογική ασθένεια. Πολλοί έρχονται στην εξομολόγηση με ένα τετράδιο στο οποίο έχουν γραμμένους τους λογισμούς τους , εκατοντάδες λογισμούς που περνάνε καθημερινά από την διάνοιά τους . Αυτό δεν είναι σωστό. Και τον εξομολόγο – πνευματικό κουράζουν αλλά και οι ίδιοι δεν ωφελούνται. Δεν είναι αυτό τήρηση των λογισμών , δεν είναι καρπός νήψεως και πνευματικής προκοπής είναι άρρωστη κατάσταση.

Μπορούμε να προσέλθουμε στο Αγ. Ποτήριο σε περίπτωση αν ακριβώς πριν την Θ.Μετάληψη μας ήρθε ένας αμαρτωλός λογισμός;

Και βέβαια να προσέλθουμε . Τι διαβάζουμε του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού πριν από την Θεία Μετάληψη; «Προ των θυρών του ναού σου παρέστηκα και των δεινών λογισμών ουκ αφίσταμαι».

Ο πόλεμος των λογισμών έχει χαρακτηρισθεί από τους πατέρες χαλεπός. Στην συγκεκριμένη περίπτωση θέλει άμεση περιφρόνηση αυτός ο λογισμός γιατί τον φέρνει ο εχθρός για να μας στερήσει την ευλογία από την Θεία Κοινωνία. Εκτός αν είναι ένας λογισμός που συνδέεται με κάποιο θανάσιμο αμάρτημα που δεν έχουμε εξομολογηθεί , αλλά νομίζω ότι ένας τέτοιος λογισμός δεν θα μας πολεμήσει εκείνη την στιγμή , ήδη προ πολλού θα ελέγχει την συνείδησή μας.

Υπάρχουν και κάποιοι ιδιαίτερα ολέθριοι λογισμοί που οδηγούν στον πνευματικό θάνατο;

Ναι οι λογισμοί της απελπισίας και της απόγνωσης . Αυτοί οι λογισμοί , λένε οι Πατέρες, είναι σαν να κόβουν το κεφάλι του αγωνιστού, οπότε δεν μπορεί να κάνει τίποτε, δεν μπορεί να πολεμήσει να αγωνιστεί. Ο πιστός δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ την αγάπη και το έλεος του Θεού Πατέρα μας σε όποιο βάθος αμαρτωλότητας και αν πέσει. Δεν πρέπει να λησμονεί ότι υπάρχει ελπίδα ότι υπάρχει μετάνοια.

Ο Χριστός δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο αλλά για να σώσει τον κόσμο . Ο Χριστός τον ληστή , τον κακούργο πάνω στον σταυρό , ρόγχο του θανάτου , δέχτηκε την μετάνοιά του και τον έσωσε , τον έβαλε στο Παράδεισο .

Πρέπει το ανδρόγυνο να αλληλοεξομολογούνται τους λογισμούς τους που έχουν ο ένας για τον άλλο ;

Νομίζω πως όχι . Καλύτερα να λένε τους λογισμούς τους στον κοινό πνευματικό . Να γνωρίζετε ότι ο διάβολος από την στιγμή που κάποιοι θα ενωθούν με τα στέφανα του γάμου , έχει βάλει ως στόχο του κάποια στιγμή να τους χωρίσει. Για αυτό υπάρχει ένας πόλεμος που δυστυχώς τα περισσότερα ζευγάρια δεν τον γνωρίζουν . Ενώ στην αρχή του γάμου ήταν όλα μέλι γάλα , η αγάπη ένωνε και τους δύο , μετά αρχίζουν οι διαφωνίες , οι τσακωμοί το «δεν μου αρέσεις» , «δεν σ αγαπώ». Όλα αυτά είναι πόλεμος.

Γιατί τι έγινε μετά από 10 χρόνια γάμου ή και περισσότερα και δεν αγαπά ο ένας τον άλλον ; Καλύτερα το ζευγάρι όταν αρχίζει να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα να τα αναθέτει στον κοινό πνευματικό τους, ο οποίος με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος θα τους καθοδηγήσει ανάλογα και με την ευχή του θα αποπέμψει την δαιμονική ενέργεια που έχει εισχωρήσει για να τους χωρίσει. Προς Θεού δεν λέω να μην συζητούν μεταξύ τους οι σύζυγοι που αυτό επιβάλλεται για να υπάρχει ενότητα και αγάπη αλλά να μην λένε ο ένας στον άλλο τους αμαρτωλούς λογισμούς που τους σπέρνει ο διάβολος.

Πώς να πολεμήσουμε τους λογισμούς;

Με την νήψη και την ευχή « Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης στην Κλίμακα αναφέρει: « Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους». Οι πολέμιοι είναι τα πάθη μας , οι αμαρτωλοί λογισμοί μας , οι δαίμονες. Δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος , όταν η ευχή αυτή γίνεται με αυτομεμψία και πόνο καρδίας.

Αν δούμε ότι ο ένας λογισμός επιμένει και παρόλη την προσπάθεια μας και την προσευχή μας δεν μας αφήνει ήσυχους , τότε είναι καλό αυτόν τον λογισμό να τον εξομολογούμεθα. Η εξομολόγηση είναι πρακτική ταπεινοφροσύνη και «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι Χάριν» ( Ιακ. 4,6) Η ντροπή που θα νιώσουμε μπροστά στον πνευματικό με την εξομολόγηση του αμαρτωλού αυτού λογισμού , θα μας δικαιώσει ενώπιον του Θεού και ο Θεός θα μας απαλλάξει από την ενέργεια αυτού του πάθους, του
αμαρτωλού λογισμού .

Επίσης είναι πολύ καλό αλλά αυτό θέλει πολλή επιμέλεια , να καλλιεργούμε καλούς λογισμούς και να περιφρονούμε τους αμαρτωλούς , τους κακούς λογισμούς.

Η περιφρόνηση που θα δείξουμε στους κακούς που σπέρνει ο διάβολος , θα κάνει τον ίδιο διάβολο να σκάσει , να τραπεί σε φυγή , γιατί ο διάβολος είναι υπερόπτης , θέλει να τον προσέχουν, να ασχολούνται μαζί του , δεν ανέχεται να τον περιφρονούν .

Αν μπορείτε να καλλιεργήσετε αυτόν τον τρόπο , είναι ο πιο αναίμακτος όπως έλεγε και ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Να ζητούμε την ειρήνη την χαρά , την αγάπη του Χριστού και να μην προσέχουμε τον κακό μας εαυτό , τα πάθη , τους αμαρτωλούς λογισμούς . Να έχουμε το πρόσωπό μας στραμμένο- όλο το είναι μας- προς τον Χριστό και να ζητούμε το πρόσωπό Του , το έλεός Του . Έτσι σιγά σιγά χωρίς να το καταλάβουμε αγιαζόμαστε , φεύγει ο παλαιός άνθρωπος με τις επιθυμίες του και τους λογισμούς του , που μας ενοχλούσε και ενδυόμεθα τον καινόν , τον «κατά Θεόνκτισθέντα» Εφες.4,24)



http://www.diakonima.gr

Pride is a denial of God ( Saint John Climacus )


Pride is a denial of God, an invention of the devil, contempt for men. It is the mother of condemnation, the offspring of praise, a sign of barrenness. It is a flight from God's help, the precursor of madness, the cause of downfall. It is the cause of satanic possession, the source of anger, the gateway of hypocrisy. It is the fortress of demons, the guardian of sins, the source of hardheartedness. It is the denial of compassion, a bitter Pharisee, a cruel judge. It is the foe of God. It is the root of blasphemy.

Pride begins where vainglory leaves off. Its midpoint comes with the humiliation of our neighbor, the shameless parading of our achievements, complacency, and unwillingness to be found out. It ends with the spurning of God's help, the exalting of one's own efforts and a devilish disposition.

Listen, therefore, all who wish to avoid this pit. This passion often draws strength initially from the giving of thanks, and at first it does not shamelessly urge us to renounce God. I have seen people who speak aloud their thanks to God but who in their hearts are glorifying themselves, something demonstrated by that Pharisee with his "O God, I thank You" (Luke 18:11).

Pride takes up residence wherever we have lapsed, for a lapse is in fact an indication of pride. And an admirable man said once to me, "Think of a dozen shameful passions. Love one of them, I mean pride, and it will take up the space of all the other eleven."

A proud Christian argues bitterly with others. The humble Christian is loath to contradict them.

The cypress tree does not bend to the ground to walk, nor does the haughty Christian bend down in order to gain obedience.

The proud man wants to be in charge of things. He would feel lost otherwise.

"God resists the proud" (James 4:6). Who then could have mercy on them? Before God every proud man is unclean. Who then could purify such a person?

For the proud correction is a fall, a thorn (cf. 2 Cor. 12:7) is a devil, and abandonment by God is madness. Whereas in the first two instances there are human cures available, this last cannot be healed by man.

To reject criticism is to show pride, while to accept it is to show oneself free of this fetter.

Pride and nothing else caused an angel to fall from heaven. And so one may reasonably ask whether one may reach heaven by humility alone without the help of any other virtue.

Pride loses the profits of all hard work and sweat. They cried out, but there was none to save them, because they cried out with pride. They cried out to God, but He paid no heed since they were not really trying to root out the faults against which they were praying.

An elder, very experienced in these matters, once spiritually admonished a proud brother who said in his blindness, "Forgive me, father, but I am not proud." "My son," said the wise old man, "what better proof of your pride could you have given than to claim that you were not proud?"

A help to the proud is submissiveness, a tougher and humbler way of life, and the reading of the supernatural feats of the Fathers. Even then there will perhaps be little hope of salvation for those who suffer from this disease.

While it is disgraceful to be puffed up over the adornments of others, it is sheer lunacy to imagine that one has deserved the gifts of God. You may be proud only of the achievements you had before the time of your birth. But anything after that, indeed the birth itself, is a gift from God. You may claim only those virtues in you that are there independently of your mind, for your mind was bestowed on you by God. And you may claim only those victories you achieved independently of the body, for the body too is not yours but a work of God.

Do not be self-confident before judgment has been passed on you. Remember the guest at the marriage feast. He got there, and then, tied hand and foot, he was thrown into the dark outside (cf. Matt. 22:13). So do not be stiff-necked, since you are a material being. Many although holy and unencumbered by a body were cast out of Heaven.

When the demon of pride gets a foothold for himself among his own servants, he appears to them, in sleep or awake, and he looks like a holy angel or martyr and he hints at mysteries to be revealed or spiritual gifts to be granted, that the wretches may be deceived and driven utterly out of their minds.

If we were to die ten thousand times for Christ, we would still not have repaid what we owe, for in value rather than physical substance there is no comparison between the blood of God and that of His servants.

We should always be on the lookout to compare ourselves with the Fathers and the lights who have gone before us. If we do, we will discover that we have scarcely begun the ascetic life, that we have hardly kept our vow in a holy manner, and that our thinking is still rooted in the world.

A real Christian is one whose soul's eye is not haughty and whose bodily senses are unmoved.

A Christian is one who fights his enemies, like the wild beasts that they are, and harries them as he makes his escape from them.

To be a Christian is to know ecstasy without end and to grieve for life.

A Christian is shaped by virtues in the way that others are shaped by pleasures.

A Christian has an unfailing light in the eye of the heart.

A Christian is an abyss of humility in which every evil spirit has been plunged and smothered.

Pride makes us forget our sins, for the remembrance of them leads to humility.

Pride is utter poverty of soul disguised as riches, imaginary light where in fact there is darkness. This abominable vice not only stops our progress but even tosses us down from the heights we have reached.

The proud man is a pomegranate, rotten within, while outwardly radiant.

A proud Christian needs no demon. He has turned into one, an enemy to himself.

Darkness is alien to light. Pride is alien to every virtue.

Blaspheming words rise up in the hearts of the proud, heavenly visions in the hearts of the humble.

A thief hates the sun. A proud man despises the meek.

It happens, I do not know how, that most of the proud never really discover their true selves. They think they have conquered their passions and they find out how poor they really are only after they die.

The man ensnared by pride will need God's help, since man is of no use to him.

I captured this senseless deceiver once. It was rising up in my heart and on its shoulders was vainglory, its mother. I roped them with the noose of obedience and flailed them with the whip of humility. Then I lashed them and asked how they had managed to gain access to me. "We have no beginning and no birth," they said, "for we are the source and the begetters of all the passions. The strongest opposition to us comes from the contrition of heart that grows out of obedience. We can endure no authority over us, which is why we fell from heaven though we had authority there. In short, we are the authors and the progenitors of everything opposed to humility, for everything that favors humility brings us low. We prevail everywhere except in heaven. So, then, where will you run to escape us? You will find us often where there is patient endurance of dishonor, where there is obedience and freedom from anger, where there is willingness to bear no grudge, where one's neighbor is served. And our children are the falls of those who lead the life of the spirit. Their names: Anger, Calumny, Spite, Irritability, Shouting, Blasphemy, Hypocrisy, Hatred, Envy, Argumentativeness, Self-will, Disobedience.

"There is only one thing with which we cannot interfere, and the violence you do us will make us admit what this is. If you can honestly condemn yourself before the Lord, then indeed you will find us as flimsy as a cobweb. For, you see, Vainglory is pride's saddle-horse on which I am mounted. But holy Humility and Self-accusation will laugh at the horse and its rider and will joyfully sing the song of triumph: 'Let us sing to the Lord, for He has been truly glorified. Horse and rider He has thrown into the sea' (Exod. 15:1), into the depths of humility."

Such is the twenty-third step. Whoever climbs it, if indeed anyone can, will certainly be strong.



Saint John Climacus

The grace of God in our life ( St. John of Kronstadt )


We see the grace of God openly working in life. If a man was proud, a lover of self, and unkind, but became humble and gracious, he became so by the power of grace. By the power of grace the unbeliever becomes a believer; the lover of money, no longer greedy, but honest and generous by the power of grace. The glutton becomes moderate in eating from the conscious knowledge of high moral purpose, by the grace of God; he who hated and was full of malice, a lover of his fellow man by the power of grace; he who was cold toward God and toward the Church is transformed, he becomes a fervent believer in God, by the act of grace. "From this it is evident that many live without grace, not knowing its importance and its need for themselves, and do not seek it... Many live in all kinds of abundance, and pleasure, but they have no grace in their hearts, this most valuable treasure for the Christian, without which the Christian cannot be a true Christian and inherit the kingdom of God."

"The sign of God's mercy and that of His Most Holy Mother of God toward us, after or during prayer, is peace within the heart, especially after the affect of some passion, which is the absence of peace of soul. By peace of soul and a certain holy inclination of the heart we can easily ascertain that our prayer is heard and the grace asked for is received."

Take advantage then, Christian, of God's treasure of grace! "When you pray to the Father and the Holy Spirit in the Trinity, the One God, do not seek Him outside yourself, but perceive Him within yourself as living in you, completely penetrating within you and knowing you. Know ye not that ye are temples of God, and the Spirit of God dwelleth in you?"

Remember "that your soul is like some imprint of godliness and all the riches of the soul consist of God, as within a treasure (the treasure of grace) from which we can draw every spiritual good, by the prayer of faith, and by patience, and by purifying ourselves from all iniquity."

"As there is an overabundance of sources of water on earth, and all drink from them, come and draw freely, for the Lord is an ocean of spiritual waters; come and draw all the spiritual good with the dipper of true, firm, and unashamed faith. Only extend this hearty dipper and you will inevitably draw abundantly the water of life, the forgiveness of sins, and peace of conscience. But fear doubt; it deprives you of the means of drawing forth every mercy of God."

The waters from this source you will also find in communion with the saints during prayer; they are in the graceful life of the Church. "The priesthood and in general, all the saints, are blessed water containers, from which the water of grace is transmitted to other believers. Living waters will flow from the depths of rivers."

In such a manner Father John teaches us the fundamental truths of the Christian faith and life founded on these truths. The value of his theological teaching for us consists in the close connection between his theological thought, his words, his life, and all his sanctified activity. The value is in this, that his personal life is justified, proved, and realized by his faith in action. "Experience!" - "Based on experience!" with this exclamation Father John often finishes his separate writings. "No matter how many times I prayed with faith, God always heard me and answered my prayers." What can be said stronger than these words!



St. John of Kronstadt

Humility and Struggle ( Saint John of Shangai )


God's grace always assists a struggler, but this does not mean that a struggler is always in the position of a victor; sometimes the beasts did not touch the righteous ones, but by no means did they not touch them always. What is important is not victory or the position of a victor, but rather the labor of striving towards God and devotion to Him. Great is the Apostle Paul, but he asks the Lord many times ('thrice" means not once, but many times) that the messenger of Satan depart from him, for he "buffets" him, making some sort of attacks that are difficult and averse to his spirit. But the Lord leaves him in such a position: "My grace is sufficient for thee" (2 Cor. 12:7-9) - enough assistance of grace and gifts are provided for him. The Lord wants from the apostle the striving which cleanses his soul.

What is important is the state of the soul, the striving towards God, and not the stature of a victor. "Strength is made perfect in weakness"(2 Cor. 12:9). Though a man may be found in a weak state, that does not at all mean that he has been abandoned by God. The Lord Jesus Christ, according to the worldly view, was in trouble, but when the sinful world considered Him to be completely destroyed, in actuality He was victorious over death and hades. The Lord did not promise us positions as victors as a reward for righteousness, but told us, "In the world we shall have tribulation, but be of good cheer, I have overcome the world" (Jn. 16:33). The power of God is effective when a person asks for the help of God, acknowledging the weakness and sinfulness of his nature. This is why humility and the striving towards God are the fundamental virtues of a Christian.


Saint John of Shangai

Wednesday, January 8, 2014

Μην σταματάς ποτέ να λεες την ευχή ( Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής )


«Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.
Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». 



Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ...;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ' όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις».

(Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)

Προετοιμασία για Θεία κοινωνία ( Αγιος Πορφύριος )





«Όταν πηγαίνεις να κοινωνήσεις τα άχραντα μυστήρια, πρόσεχε πολύ, έλεγε σε έναν αδελφό. Πρέπει να πηγαίνεις με πολλή προετοιμασία. Να έχεις σύνεση, εγκράτεια, νηστεία και πολλή αγάπη Χριστού. Να μην καθυστερείς περισσότερο από 15 μέρες».

Αυτό το τελευταίο αφορούσε τη δική του περίπτωση, και φυσικά στον καθένα έλεγε αυτό που του ταίριαζε.

Αγιος Πορφύριος


[ Τζ 146]

The Providence Of God ( Saint Herman of Alaska )


A terrible accident has a power to awaken us to the realization of the existence of various calamities and dangers surrounding us, from which the Providence of God preserves us. At the same time it convincingly persuades us to acknowledge our own infirmity and weakness and to seek the Father's protection and His most powerful defense, which affirms us in the Wisdom and the Word of God, which came down from above by the will of the Heavenly Father under a curtain of flesh like ours, woven by the Divine Might from the Immaculate Virgin, for our salvation. He became man and taught us to pray that we be not led into temptation. This reminds us from what Father we have our existence, and this in turn should make us seek our heavenly Fatherland and our eternal inheritance.


Saint Herman of Alaska

(From a Letter to Baranoff, 1809)


Obedient or disobedient? ( Elder Siluan )


Why did the Holy Fathers place obedience above fasting and prayer? Because asceticism without obedience leads to vanity; if a novice merely does what he is told, he has no reason to be proud. Moreover, the obedient has cut off his will in everything and listens to his spiritual father, and for this reason his mind is clear of any concern and his prayer is pure. The obedient has in mind only God and the word of his elder, while the disobedient’s mind is full of various business and condemnation for his elder, and for that reason he cannot see God.

Obedience is necessary not only for monks, but for all people. Even the Lord was obedient. Proud and self-assured do not let grace reside within them, and therefore they never have internal peace, whereas the soul of the obedient easily accepts the grace of the Holy Spirit, bringing with it joy and serenity.

Whoever carries in him even a small amount of grace will submit to leadership with great joy. He knows that the Lord controls heaven and earth and the netherworld, and his own self, and his affairs and all that exists in the world, and for this reason he is always at peace.

Obedience prevents pride. In return for obedience you receive the ability to pray, along with the grace of the Holy Spirit. This is why obedience is greater than fasting and prayer.

If the fallen angels had retained obedience, they would have stayed in the heavens and would glorify the name of the Lord to this day. And if Adam had retained obedience, then he and his issue would have remained in Eden. But even now it is possible to return to Eden through repentance. The Lord loves us greatly, despite our sins, as long as we seek humility and love our enemies. Whoever does not love his enemies cannot achieve peace, even if he were placed in Eden.



Elder Siluan

Ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό ( Γέροντας Παΐσιος )


- Γέροντα, ο θείος έρως είναι η αγάπη για τον Θεό;

- Ο θείος έρως είναι κάτι ανώτερο από την αγάπη για τον Θεό. Είναι τρέλα. Αγάπη - έρως - τρέλα, όπως φθόνος-μίσος-φόνος. Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει την καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθή, και ενώνεται με τον Θεό.

Ο θείος έρως λυγίζει τα σκληρά κόκκαλα και γίνονται τόσο μαλακά, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθή όρθιος, πέφτει κάτω! Γίνεται σαν την λαμπάδα που βρίσκεται σε θερμό χώρο και δεν μπορεί να σταθή όρθια. Πότε λυγίζει από εδώ, πότε λυγίζει από εκεί. Την σιάζεις, αλλά πάλι λυγίζει, πάλι πέφτει, γιατί είναι θερμός ο χώρος, πολύ θερμό... Όταν κανείς βρίσκεται σ' αυτήν την κατάσταση και πρέπη να πάη κάπου η να κάνη κάποια δουλειά, δεν μπορεί. Παλεύει, προσπαθεί να βγει από αυτήν την κατάσταση...

- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση του θείου έρωτος, αν πονάη, το αισθάνεται;

- Ο πόνος, αν είναι πολύ δυνατός μετριάζεται και γίνεται υποφερτός. Αν είναι λίγος χάνεται. Βλέπεις όσοι είναι ερωτευμένοι, συνεπαίρνονται τελείως, ούτε ύπνος τους πιάνει. Μου έλεγε ένας μοναχός: "Γέροντα, ο αδελφός μου έχει ερωτευθή μια γύφτισσα, και ούτε να κοιμηθεί μπορεί. Συνέχεια "Παρασκευούλα μου, Παρασκευούλα μου" λέει. Μάγια του έχουν κάνει; δεν ξέρω! Εγώ τόσα χρόνια καλόγερος, δεν αγαπώ την Παναγία ούτε όσο αγαπάει ο αδελφός μου αυτή την γύφτισσα! Καθόλου να μη σκιρτάει η καρδιά μου!".

Δυστυχώς υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που σκανδαλίζονται με την λέξη "θείος έρως". Δεν έχουν καταλάβει τι θα πη "θείος έρως" και θέλουν να βγάλουν την λέξη αυτή από τη Μηναία και από την Παρακλητική, γιατί λένε ότι σκανδαλίζει. Που φθάσαμε! Αντίθετα, οι κοσμικοί που έχουν ζήσει τον κοσμικό έρωτα, αν τους μιλήσεις για θείο έρωτα, αμέσως λένε : "Κάτι ανώτερο θα είναι αυτό". Πόσα παιδιά που γνώρισαν τον κοσμικό έρωτα τα φέρνω αμέσως σε λογαριασμό, όταν τους μιλώ για τον θείο έρωτα! "Εσείς πέσατε κάτω καμιά φορά από την αγάπη που νοιώσατε; τα ρωτάω, Νιώσατε ποτέ εσείς έτσι που να μην μπορείτε να κουνηθείτε, να μην μπορείτε να κάνετε τίποτε;". Αμέσως καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι κάτι ανώτερο και συνενοούμαστε. "Αν εμείς, λένε, από αυτό το κοσμικό κάτι νιώθουμε, φαντάσου τι θα είναι εκείνο το ουράνιο!".

- Πως μπορείς να παλαβώσης, Γέροντα, από την αγάπη του Θεού;

- Να συναναστρέφεσαι με... παλαβούς, να να σου μεταδώσουν την τρέλα τους την πνευματική! Θα εύχομαι να σε δω... θεότρελλη! Αμήν

Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα από την πνευματική τρέλα, η οποία προέρχεται από τον θείο έρωτα. Φθάνει τότε ο άνθρωπος στην θεία αφηρημάδα και δεν θέλει να σκέφτεται τίποτε εκτός από τον Θεό, τα θεία, τα πνευματικά, τα ουράνια. Ερωτευμένος πια θεϊκά, καίγεται εσωτερικά, γλυκά, και ξεσπάει εξωτερικά, παλαβά, μέσα στον θείο χώρο της σεμνότητος δοξολογώντας σαν άγγελος μέρα-νύχτα τον Θεό και Πλάστη του.

- Είναι έκστασις αυτό, Γέροντα;

- Ναι, είναι εκτός εαυτού τότε ο άνθρωπος, με την καλή έννοια. Αυτό είναι ....."έκστηθι φρίττων ουρανέ" [ειρμός της η' ωδής του κανόνος του Μ. Σαββάτου]

Η θεία τρέλα βγάζει τον άνθρωπο έξω από την έλξη της γης, τον ανεβάζει στον θρόνο του Θεού, και νιώθει πια ο άνθρωπος τον εαυτό του σαν το σκυλάκι στα πόδια του αφεντικού του και του γλείφει τα πόδια με χαρά και ευλάβεια.

Γέροντας Παΐσιος

"There are three stages for salvation ( Elder Ambrose of Optina )


In order to give the necessary understanding about the power and importance of repentance, Starets Ambrose would say: "What times have befallen us! Before, when somebody sincerely repented his sins, he changed his sinful lifestyle and lived chastely. But now it often happens, that during confession a person would detail all his sins and then continue his lifestyle unchanged."

Starets imparted another instructional narrative: "A demon in the appearance of a human was sitting and dangling his feet. Seeing him with his spiritual eyes, he asked him: "Why aren’t you doing something?" The demon replied: "Well there is nothing for me to do but to dangle my legs, because people are doing everything better than me."

"There are three stages for salvation. St. John the Golden Tongue states: a) Do not sin. b) If you have sinned, repent. c) Those who repent inadequately, have to bear their sorrows as they find them."

"It happens," Batushka used to say, "that although our sins are forgiven through repentance, our conscience does not cease to reproach us. As a comparison, the reposed Starets Macarius used to show his finger that was cut a long time ago: the pain had long gone but the scar remains. That is exactly the same that after repentance, the scars remain, that is, admonitions of the conscience."

"Although God forgives the sins of those repenting, every sin demands a cleansing punishment. For example, after Christ said to the wise thief: "Today you will be with Me in Paradise," his knees were broken. And what was it like to hang on his hands only, with broken kneecaps, for some three hours? It meant that he had to cleanse himself through suffering. The cleansing of those sinners who die immediately after repentance, is done through the prayers of the Church and those present, while those living, have to cleanse themselves through a change in their lifestyles and charity that would cover their sins.



Elder Ambrose of Optina

Πώς πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό, ώστε Εκείνος μπορεί ν'ακούσει τις προσευχές μας...( Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου )


Να πώς πρέπει να ζητάς κάτι, από το Θεό: «Κύριε, Εσύ βλέπεις ότι χρειάζομαι το τάδε πράγμα ή ότι υποφέρω από τη δείνα συμφορά. Βοήθησέ με, όπως ξέρεις και όπως θέλεις! Γενηθήτω το θέλημα Σου ...;»,
Μ' αυτή την εσωτερική τοποθέτηση, να προσεύχεσαι πολύ. Όχι μια φορά, εστω και παρατεταμένα, ούτε για μια μέρα μόνο,αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια ...; Όλο να ικετεύεις, όλο να κραυγάζεις: «Κύριε, βοήθησέ με! Κύριε, λύτρωσέ με! Ωστόσο, ας μη γίνει ό,τι θέλω εγώ, μα ό,τι θέλεις Εσύ». Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Χριστός στη Γεθσημανή, όταν προσευχόταν στον Πατέρα Του.

Και η χήρα της ευαγγελικής παραβολής βρήκε τελικά το δίκιο της από τον άδικο εκείνο δικαστή, μόνο και μόνο επειδή δεν κουράστηκε να τον παρακαλάει για πολύ καιρό. Κάποιος σοφός είπε το λόγο τούτο: «Πρέπει να γίνεις φορτικός στο Θεό και στους άγιους Του!».
Γιατί ο Κύριος δεν εκπληρώνει πάντοτε τα αιτήμα­τά μας;
Η προσευχή ποτέ δεν πάει χαμένη, είτε ο Θεός μας εισακούει είτε όχι. Και φυσικό είναι να μη μας εισακούει πάντα, γιατί συχνά Του ζητάμε πράγματα άχρηστα και ανώφελα. Και τότε όμως, εκτιμώντας τον κόπο της προσευχής μας, μας δίνει, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, κάτι άλλο, χρήσιμο και ωφέλιμο.
Αυτός που σας είπε, "Και τί κέρδισες ως τώρα από την προσευχή;", είναι ανόητος. Εμείς όταν προσευχόμαστε, ζητάμε από το Θεό κάτι που θεωρούμε αγαθό. Αν, όμως, στην πραγματικότητα είναι ή θα αποβεί επιζήμιο - και αυτό το ξέρει ο Παντογνώστης- τότε Εκείνος δεν εκπληρώνει το αίτημά μας.

Μη εκπληρώνοντάς το, λοιπόν, μας ευεργετεί, γιατί αλλιώς θα παθαίναμε κακό, κακό που δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε.


Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Ας μεθύσουμε πνευματικά ( Γεροντας Παϊσιος )


- Γέροντα, φοβάμαι μήπως δεν σωθώ.


- Μη φοβάσαι μαζί θα πάμε επάνω. Μόνο να πης στην Γερόντισσα να μας δώση δύο μεγάλα μπουκάλια για τον δρόμο -πρόσεξε να είναι πλαστικά για να μην σπάσουν στο ταξίδι! ...;

Θα τα γεμίσουμε νερό και ,μέχρι να ανεβούμε στον Ουρανό, από την κούραση θα το πιούμε! Μόνον τρία δάκτυλα θα αφήσουμε και θα παρακαλέσουμε τον Χριστό να το ευλογήση, να το κάνη κρασί και μετά θα το πιούμε και θα μεθύσουμε πνευματικά κοντά στον Χριστό.
- Γέροντα, ποιό είναι αυτό το νερό;
- Είναι η αγάπη προς τον Χριστό και τους αδελφούς .
- Και η μέθη;
- Είναι η μέθη από το Άγιο πνεύμα. Αυτοί που μεθούν από το Άγιο Πνεύμα , αγάλλονται συνέχεια από την στοργή του Θεού, του Πατέρα τους.
Αν μεθύση ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στην γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα «θεωρεί σκύβαλα». Βλέπεις, όσοι πίνουν πολύ και μεθούν, μετά δεν νοιάζονται για τίποτε. «Μπάρμπα- Θανάση, το καλύβι σου καίγεται», φώναζαν σε κάποιο γεροντάκι που το καλύβι του είχε πάρει φωτιά. «Άσ' το να καή» έλεγε αυτός, γιατί είχε πιει και ήταν μεθυσμένος! ...;
Η άλλη μέθη, η ουράνια, είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρήτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί. Αμήν


Γεροντας Παϊσιος

Why do we fast... ( Saint Seraphim of Sarov )


The leader of feats and our Saviour, the Lord Jesus Christ, before setting out on the feat of redeeming the human race, fortified Himself with a lengthy fast. And all ascetics, proceeding to work for the Lord, armed themselves by fasting and did not set out on the path of the Cross without the feat of fasting. They measured the very success of their ascetism by their success in fasting.

Despite their fasting, and to the surprise of others, the holy fathers did not know weakness but always remained hearty, strong and ready for the task at hand. Illnesses were rare among them and their lives were extraordinarily prolonged.

During the time that the body of one fasting becomes thin and light, the spiritual life attains to perfection and reveals itself through miraculous manifestations. The spirit then performs its actions as if in a bodiless body. External feelings are as shut out, and the mind, renouncing the worldly, ascends to the heavenly and becomes completely immersed in the contemplation of the spiritual world. Yet not everyone can take upon himself strict rules of abstinence from everything, nor deprive himself completely of all that serves to relieve infirmities: "He that is able to receive it, let him receive it" (Mt. 19:12).

One should take enough food everyday to strengthen the body, so that it can be a friend and helper to the soul in accomplishing virtues: otherwise it can happen that through the exhaustion of the body the spirit can weaken. On Wednesdays and Fridays, particularly during the four Lenten periods, follow the example of the Fathers and take food once a day — and the Angel of the Lord will affix himself to you



Saint Seraphim of Sarov

In order for our prayers to be heard by the saints......( Saint Theophan the Recluse )


Have you ever wondered about how the saints can hear our prayers. This is a question that Saint Theophan tries to answer for us using the analogy of a telegraph line,


He writes,

When true prayer–that is, sincere prayer–moves in the soul, then that prayer, by means of the action of the element upon it, flies it has if on a beam of light to the Saints, and tells him what we want and what we are praying about. There is no gap between the time we make our prayer and when it is heard; the only necessity is that it comes from our heart. It is our telegraph line to Heaven. The very same prayers, which are not from our heart, but which come only from our head and tongue, do not produce a ray which rises to heaven, and they are not audible there. Those are not even prayers, but only prayer-like modes.Prayers need to be sincere and said with feeling and not just read as if reading an email. Only those that are sincere are heard according to Saint Theophan. As proof he suggests you notice how you feel after you have prayed fervently. If it was sincere you will feel a calming and an inner assurance that you will be able to cope with what is troubling you. This is the response that comes like the speed of light to a sincere prayer.


Saint Theophan says,

Prayer comes to someone who labors at it, but it will not come to anyone who does not work at it. We see that the Holy Fathers labored a great deal at prayer, and by these very labors kindled within themselves a prayerful spirit.Our thoughts in prayer must reflect a humbleness. Ask always, "if It be you will." Ask always for forgiveness of your failing to act as God has intended. And, always give thanks for all God does give you, knowing that even in times of difficulty He is providing you what you need for you spiritual growth. Keep in mind that your aim is to become one with Him in His Kingdom and that all things of this world are only temporary and means for our becoming one with God.



Saint Theophan the Recluse
Reference: The Spiritual Life, p 84-86
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...