
Our
spiritual life is one where we continually struggle against our
"self-opinon and proud mindedness." It is a struggle aimed at breaking
our will so we can dedicate ourselves to God and live in a manner where
we only do His will. We have to shift from a worldly orientation to one
that is oriented towards God's kingdom. It is a shift from a world
filled with temptation and evil to one that is oriented only to doing
good. The task is to tame the intellect and free it so it can be
directed by divine grace. It is an inner struggle involving our outer
actions. It's a battle of grand proportions called spiritual warfare.
Saint Theophan tells us that the attacks we must deal with are soul-related and bodily powers.
1.
In the body: the source of passions is pleasing the flesh...There is
sexual lust, gluttony, love of pleasure, sloth, comfort, adulterous
feelings, loquacity, absent -mindedness, restlessness, will fulness in
everything, unseemly laughter, idle talk, sleepiness, daydreaming,
craving the pleasant and all manner of pleasing the flesh in lust.
2.
In soul: a) In the mental part––opinion, exclusive belief in one's own
intellect, criticism, attacking the mind of God, doubts, puffing up and
arrogance, curiosity, mental plundering, straying thoughts.
b)
In the sensual part––passions that shatter peace and tranquility of
heart, or various kinds of pleasantness and unpleasantness: wrath, envy,
hatred, anger revenge, judgment, contempt, vain glory, ambition, pride,
boredom, sadness, sorrow, depression, joy, cheerfulness, fears, hopes,
expectation.
How
do we get at the root of these? This is our challenge. Saint Theophan
says that the source of all these passions is self love. At their root,
he says, are pleasure, covetousness and pride. The way to conquer them
is to "cut off pleasure by self-directed wrath, covetousness with unacquisitiveness, and pride with humility."
The
main challenge is to maintain an awareness of the attacks so we can
counteract them. The main enemy is our thoughts. Our actions are always
preceded by a thought. This is the battle ground. The pattern of our
actions is "the onrush of thoughts, contemplation, delight in it, desire, passion, attraction, resolve, and then the deed." Therefore Saint Theophan says,
"all the ascetic's attention should be directed inside himself––at
thoughts, desires, passions and attractions. It should be most of all,
incidentally, be directed at thoughts, for the heart and the will are
not so mercurial as thoughts; and passions and desires rarely attack
themselves––they are most often born of thoughts. From this we can make
a rule: cut off thoughts and you will cut off everything."
The battle ground has been identified and next we will deal with Saint Theophan's rules for this spiritual warfare.
ref: Path To Salvation, pp 280 - 289

In order to facilitate the development of true prayer, take these
steps:
1) keep a prayer rule according to the blessing of your spiritual
father - not more than you can read unhurriedly on a normalday;
2)
before you pray, in your free time become familiar with the prayer in
your rule, fully take in each word and feel it, so that you would know
in advance what should be in your soul as you read. It will be even
better if you learn the prayers by heart. When you do this, then all of
your prayers will be easy for you to remember and feel. There is only
one final difficulty: your thoughts will always stray to other subjects,
therefore:
3) you must struggle to keep your attention focused on the
words of your prayer, knowing in advance that your mind will wander.
- St. Theophan the Recluse

Μπορεί κανείς να σωθεί χωρίς πνευματικό και χωρίς εξομολόγηση; Γέροντας Κλεόπα Ηλίε: Όχι. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί, ούτε λαϊκοί ούτε μοναχοί ούτε κληρικοί, χωρίς την εξομολόγηση των αμαρτιών και χωρίς τη λύση από τον πνευματικό, κατά τον λόγο του Κυρίου που λέει:
«Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς. Αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20, 23). Και σε άλλο χωρίο: «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ. Και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. 18, 18).
Επομένως, πώς θα μπει κανείς στη βασιλεία των ουρανών, μη όντας λελυμένος στη γη από τις αμαρτίες του; Διότι η εξουσία αυτή δόθηκε μόνο στους εκλεκτούς, δηλαδή στους Αποστόλους, στους Επισκόπους και στους Ιερείς, και όχι στους λαϊκούς.
Πρέπει όλοι να έχουμε τους πνευματικούς μας και να εξομολογούμεθα τακτικά, ακόμα και εκείνοι οι οποίοι νομίζουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. Έτσι μας διδάσκει ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης: «εάν είπωμεν οτι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ίω. 1, 8-9). Και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δείχνει λέγοντας: «Όλοι πρέπει να μετανοήσουμε, και λαϊκοί και μοναχοί και ιερείς και αρχιερείς. Να μετανοήσουμε όλοι (να εξομολογηθούμε), για να σωθούμε». Χωρίς εξομολόγηση, κανείς δεν μπορεί να σωθεί, επειδή «πολλά γαρ πταίομεν άπαντες»(Ιακώβου 3, 2).
Πας άνθρωπος συλλαμβάνεται και γεννιέται με αμαρτίες (Γεν. 8, 21′ Ψαλ. 50, 6′ Ματθ. 7, 11′ Ρωμ. 3, 11).
Η Αγία Γραφή μας δείχνει ότι «η δε αμαρτία γεννά τον θάνατον» (Ιακ. 1, 15) και ότι «τίποτα ακάθαρτο δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών».
Να ενθυμούμαστε ότι «αμαρτία είναι η καταπάτηση του νόμου του Θεού και ακαθαρσία ενώπιον Του», και ότι η οργή του Κυρίου έρχεται πάνω στους κακούς και αμαρτωλούς, οι οποίοι πεθαίνουν ανεξομολόγητοι και χωρίς μετάνοια. Οι αμαρτωλοί, δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας, στρέφουν την δίκαιη οργή του Θεού και αποκτούν την σωτηρία, των ψυχών τους….
Εις την Αγία Άννα, ζούσε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, ο οποίος έκανε συχνά παρακοές. Ήτανε παραμονή μιας εορτής της Παναγίας. «Γέροντα», λέει ο υποτακτικός, «θά πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, διότι της Παναγίας εορτή είναι αύριο. Τί θα φάμε;» «Παιδί μου», του λέει ο Γέροντας, «εδώ οι γείτονες μας ψαράδες είναι. Ώρες ψάρευαν και δεν πιάσανε ψάρια. Αν ήθελε η Παναγία να τρώγαμε ψάρια, θα έπιαναν, θα έφερναν και σε μας. Να μην πάς για ψάρεμα». «Όχι, Γέροντα», ξαναλέει ο υποτακτικός, «εγώ θα πάω να ψαρέψω». «Μην πηγαίνεις», επαναλαμβάνει ο Γέροντας. «Όχι, θα πάω», λέει ο υποτακτικός και φεύγει…
Ο Γέροντας τότε σκέπτεται ότι ο υποτακτικός του ευρίσκεται σε παρακοή· αν του τύχει κανένας μεγάλος πειρασμός του υποτακτικού του; Μήπως γλιστρίσει εις την θάλασσα; Διά τούτο μπαίνει στο κελλί του και κάνει προσευχή, κάνει κομποσχοίνι για τον υποτακτικό του.
Ο υποτακτικός πηγαίνει στη θάλασσα· πετάει την πετονιά· κάτι έπιασε τ’ αγκίστρι· τραβάει δυνατά. Βγαίνει τότε ξαφνικά ένας αράπης μαύρος-κατάμαυρος, με αγριωπά μάτια, έτοιμος να ορμήσει επάνω στον μοναχό! Αλλά μια αόρατος δύναμις τον κρατούσε. Αυτός τρομοκρατημένος φεύγει· ο διάβολος ακολουθεί από πίσω, μέχρι την Αγία Άννα, μέχρι το κελλί του… Του λέει τότε ο διάβολος: «Ρε, καλόγερε, τι να σου κάνω, που από την ώρα που έφυγες, ο Γέροντας κάνει κομποσχοίνι για σένα; Ειδάλλως θα σε έπνιγα μέσα στη θάλασσα· στη θάλασσα θα σ’ έπνιγα!» Να τι κάνει η παρακοή.
Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη (Λόγοι Διδαχής περί υπακοής)
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ έκδοση 2000.

Κυριακή πρωί. Ο ιερός ναός του Αγίου Νικολάου στη Σεούλ μοιάζει να «λάμπει» λουσμένος στις ανταύγιες αυτού του ηλιόλουστου φθινοπωρινού πρωινού. Ο θεοφιλέστατος Επίσκοπος
Ζήλων κ. Σωτήριος, και άλλοι δύο ιερείς -ο π. Aντώνιος Woo και ο π.
Αμβρόσιος Ζωγράφος- βρίσκονται ήδη στο ναό και προσκομίζουν. Ο
Αναγνώστης διαβάζει την Α’ Ώρα.
Μετά το άναμα του κεριού στο μανουάλι του νάρθηκα, κατευθύνομαι προς την θαυματουργή, παλαιά ρωσσική εικόνα Tης Παναγίας που
βρίσκεται αριστερά του Τέμπλου. Γονατίζω, προσκυνώ τη χάρη Tης και Tης
ανοίγω διάπλατα την καρδιά μου. Σήμερα το πρωί νιώθω μια ανεξήγητα
μεγάλη κι ασυγκράτητη χαρά να πλημμυρίζει την ύπαρξή μου. Την παρακαλώ,
την ευχαριστώ…
Καθώς απομακρύνομαι από την εικόνα Tης Παναγίας, διαπιστώνω πως μέσα
στο ναό κάνει κρύο.
Αποφασίζω να πάω στο δωμάτιό μου για να φορέσω μια
πιο ζεστή ζακέτα. Έτσι, βγαίνω από το ναό. Μόλις όμως βρέθηκα
στην άκρη του πλατύσκαλου ένιωσα κάτι σαν σπρώξιμο, παραπάτησα και
άρχισα να κατεβαίνω με κουλουριασμένο το σώμα ένα -ένα τα σκαλιά της
εκκλησίας. Όταν έφτασα στο τελευταίο σκαλί, το σώμα μου είχε
πάρει το σχήμα του σαλιγγαριού. Στην προσπάθειά μου να σηκωθώ -δεν
υπήρχε κανείς στην αυλή εκείνη την ώρα-ένιωσα πολύ δυνατούς πόνους στη βάση του αυχένα και στο κέντρο της σπονδυλικής στήλης. Σιγά – σιγά και με προσεκτικές κινήσει
έπιασα με τά δυο χέρια το κεφάλι μου για να το στηρίξω και σηκώθηκα. Με
δυσκολία κατευθύνθηκα στον ξενώνα που βρίσκεται δίπλα από το ναό για να
ζητήσω βοήθεια από δυο Ελληνίδες, οι οποίες τις μέρες εκείνες
συνέπεσε να βρίσκονχαι στο Ιεραποστολικό κέντρο, την κ. Μαρία Γιαννούδη
από την Αυστραλία και την αγιογράφο κόρη της, Δωροθέα. Τρόμαξαν όταν με
είδαν. Τους εξήγησα τι είχε συμβεί. Με έβαλαν να καθίσω σε μια καρέκλα.
Η κ. Μαρία μου κρατούσε ακίνητο το κεφάλι, ενώ η Δώρα έτρεξε για να
ζητήσει βοήθεια.
Σε λίγο καταφθάνει η Δώρα με τον Κορεάτη θεολόγο Γιοχάν Πάρκ οι
οποίοι κάνουν ό,τι μπορούν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Τους
παρακάλεσα να μη πουν τίποτε στο θεοφιλέστατο και στους ιερείς για να μή
δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα την ώρα της Θείας Λατρείας. Όμως διαπίστωσα πως ήταν ήδη αργά. Είχαν κιόλας ενημερωθεί,
και είχαν δώσει εντολή να κληθεί ασθενοφόρο για μεταφορά μου σε
νοσοκομείο. Όταν μετά από λίγη ώρα ήρθε το ασθενοφόρο, οι
τραυματιοφορείς μου ακινητοποίησαν το σώμα, από το κεφάλι μέχρι
τη μέση, με ένα ειδικό ορθοπεδικό γιλέκο και κολλάρο και με μεχέφεραν
στο πιο κοντινό νοσοκομείο της Σεούλ, το «St. Francis», του
Πανεπιστημίου “YONSEI”. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής πονούσα
αφόρητα και προσευχόμουν στον άγιο Νεκτάριο ζητώντας τη βοήθειά του. Στο
ασθενοφόρο μαζί μου βρισκόταν η κ. Μαρία, η Δώρα, ο Γιοχάν και μια
Ρουμάνα οδοντίατρος, η Άνκα, η οποία κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη
Σεούλ. Τελικά φτάσαμε στο νοσοκομείο και με πήγαν στα έκτακτα
περιστατικά όπου και με παρέλαβαν οι γιατροί. Μετά από τη συμπλήρωση των
προσωπικών μου σχοιχείων με μετέφεραν στον ειδικό θάλαμο για digital
ακτινογραφίες. Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία των εξετάσεων, με πήγαν με
το φορείο σε μια αίθουσα με πολλούς ασθενείς και περιμέναμε τα αποτελέσματα. Καθώς περνούσε η ώρα, ένιωθα την πλάτη, τά πόδια και το αριστερό μου χέρι μουδιασμένα.
Μετά από λίγη ώρα, ήρθε ένας νευροχειρουργός, ο οποίος μου είπε πως
οι εξετάσεις έδειχναν ότι έχω τραυματισθεί στον αυχένα και στη
σπονδυλική στήλη και θα χρειασθώ εγχείρηση. Όταν άκουσα τη διάγνωση με
έπιασε ένα βουβό κλάμα και αμέσως έτρεξα νοερώς στο μοναστήρι του αγίου
Νεκταρίου στην Αίγινα και έπεσα γονατιστή μπροστά στα ιερά λείψανά του
παρακαλώντας τον να αποτρέψει την εγχείρηση γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μεγάλη ανωμαλία στην εδώ ιεραποστολή, κι αυτό δεν θα το άντεχα.
Έμεινα πολύ ώρα μόνη, ακινητοποιημένη στο φορείο, έχοντας την
οδοντίατρο δίπλα μου, η οποία μου μετέφραζε από τα κορεάτικα τι έλεγαν
οι γιατροί και οι νοσοκόμες. Στην προσπάθειά της να με
παρηγορήσει μου έλεγε πως όταν χειρουργηθώ θα έρχεται να με βλέπει
καθημερινά, διότι έκανε πρακτική εξάσκηση σ’ αυτό το νοσοκομείο. (Στο
σημείο αυτό θέλω να αναφέρω το γεγονός ότι η Κορεάτισσα νοσοκόμα που με
είχε αναλάβει, ονόματι Kim Young, μιλούσε αγγλικά και με εξυπηρετούσε με
πολλή στοργή και αγάπη. Βλέποντάς με να κάνω το σημείο του σταυρού και
να προσεύχομαι, με ρώτησε από που είμαι. Όταν της είπα από την Ελλάδα,
χάρηκε και μου ανέφερε πως ήταν κι αυτή Χριστιανή και πως τον περασμένο
χρόνο είχε επισκεφθεί την Ελλάδα και είχε προσευχηθεί σε πολλά από τα
μικρά εκκλησάκια της Αθήνας, τα οποία την είχαν πολύ εντυπωσιάσει!).
Στο μεταξύ συνέχιζα να προσεύχομαι στον άγιο Νεκτάριο για να επέμβει
εκείνος και να αποτρέψει την εγχείρηση. Ξαφνικά, μέσα από τις οπές του
τεράστιου κολλάρου που φορούσα, και καθώς ήμουν οριζοντιοποιημένη με
τον ορθοπεδικό εξοπλισμό στο φορείο, βλέπω κάποιον κληρικό στο δεξιό
διάδρομο να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος που βρισκόμουν αλλά
μετά έχασα την οπτική επαφή μαζί του. Είδα πολύ καθαρά τά ράσα του, αλλά
δεν είδα το πρόσωπό του. Σκέφθηκα πως, καθώς η θεία Λειτουργία είχε ήδη
τελειώσει στον άγιο Νικόλαο, κάποιος από τους ιερείς ήρθε να με επισκεφθεί. Όμως, πριν
προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, αρχίζω να νιώθω τα χέρια κάποιου,
τον οποίον δεν μπορούσα να δώ γιατί υπήρχε κουρτίνα σ’ εκείνη την πλευρά
του φορείου, να μου κάνει πολύ γρήγορο και δυνατό μασσάζ και στα δύο
πόδια συγχρόνως! Αμέσως αισθάνθηκα ανακούφιση και τους δυνατούς πόνους να υποχωρούν. Επειδή όμως δεν ήξερα ποιος μου έκανε το μασσάζ και απορώνταε γιατί η οδοντίατρος δεν
μου ανέφερε τίποτε σχετικά μ’ αυτό, την ρωτάω στα αγγλικά: «Who is
touching my feet?» (Ποιός αγγίζει τα πόδια μου;). Κι εκείνη μου απαντά:
«Nobody. There is nobody here. It’s only you and me». (Κανείς. Δεν είναι
κανείς εδώ. Είμαστε μόνο εσύ κι εγώ). Κατά τη διάρκεια αυτού του
σύντομου διαλόγου, εγώ εξακολουθούσα να αισθάνομαι το μασσάζ στα πόδια
μου. Όμως, αμέσως μετά άρχισε να μειώνεται η έντασή του μέχρι που σταμάτησε. Ήμουν έκπληκτη κι απορημένη, όμως δεν
είπα τίποτε. Κατάλαβα πως κάτι το υπερφυσικό είχε συμβεί και
συγκινημένη συνέχιζα ενδόμυχα και μετά πολλών δακρύων την προσευχή.
Μετά από περίπου δύο ώρες ήρθαν και με πήραν με το φορείο για να μου κάνουν νέες ακτινογραφίες και αξονική τομογραφία. Όταν τελείωσα και με αυτές τις εξετάσεις, με έφεραν πάλι πίσω στο θάλαμο με τους ασθενείς. Μας
είπαν να περιμένουμε για τα αποτελέσματα. Αφού είχε περάσει μία και
πλέον ώρα, ήρθε και πάλι ο νευροχειρουργός που με είχε επισκεφθεί το
πρωί και μου ανακοίνωσε πως οι νέες εξετάσεις δεν δείχνουν τίποτε το
σοβαρό. Επίσης μου ανέφερε πως ακόμα και η κύρτωση από τη σκολίωση που
είχαν δείξει οι πρώτες ακτινογραφίες είχε υποχωρήσει και ότι η
σπονδυλική στήλη στο συγκεκριμένο σημείο είχε ισιώσει! «Μπορείτε να πάτε
σπίτι σας», μου είπε, «αλλά να ξανάρθετε την ερχόμενη εβδομάδα για νέες εξετάσεις
έτσι ώστε να δούμε πως θα εξελιχθεί η κατάστασή σας. Μου έδωσε και μια
σακκούλα με 60 χάπια και μου συνέστησε να παίρνω 3X3 φορές την ημέρα,
δηλαδή 9 χάπια συνολικά την ημέρα.
Πετώντας από τη χαρά μου και με τη βοήθεια των γνωστών μου προσώπων
έβγαλα το ορθοπεδικό γιλέκο και φορώντας μόνο το κολλάρο σηκώθηκα από το
φορείο. Μπορούσα να σταθώ όρθια! Η χαρά και η συγκίνησή μου δεν
περιγράφονται. Για λόγους προληπτικούς με πήγαν με καροτσάκι
μέχρι την αυλή του νοσοκομείου όπου περίμενε το αυτοκίνητο της
ιεραποστολής και με έφερε πίσω στη βάση μου. Οι πόνοι είχαν κατά πολύ
μειωθεί.
Όταν αργότερα ανέφερα σ’ έναν κληρικό της Ιεραποστολής τι είχε συμβεί
στο νοσοκομείο με το μασσάζ, προς μεγάλη μου έκπληξη τον ακούω να μου
λέει φανερά συγκινημένος: «Όταν κατά τη διάρκεια της Προσκομιδής μάθαμε
το περιστατικό, προσευχήθηκα στον άγιο Νεκτάριο και του είπα: Άγιέ μου
τρέξε στο νοσοκομείο, μια κι εμείς δεν μπορούμε να της προσφέρουμε
καμμιά βοήθεια»!
Τότε πλέον βεβαιώθηκα ότι αυτός που ήρθε τρέχοντας στο θάλαμο ήταν ο άγιος Νεκτάριος! Ο Άγιός μας θαυματουργικά είχε αποτρέψει την εγχείρηση και ποιος ξέρει και τι άλλες δυσάρεστες και επώδυνες εξελίξεις…
Αυτή είναι η δεύτερη γνωστή θαυματουργική επέμβαση του αγίου
Νεκταρίου στην Κορέα από τότε που τα άγια Λείψανά του εστάλησαν από την
Ιερά Μονή της Αίγινας ως ευλογία στην εν Κορέα Ορθόδοξη Ιεραποστολή.
Η νοσοκομειακή σακκούλα με τα 60 χάπια εξακολουθεί να βρίσκεται ανέγγιχτη στο συρτάρι μου, αδιάψευστος μάρτυρας του θαύματος. Δεν πήρα ούτε ένα χάπι. Ούτε και στο νοσοκομείο ξαναπήγα. Με τη βοήθεια του αγίου μας Νεκταρίου έγινα εντελώς καλά χωρίς καμία ιατρική βοήθεια. Δοξάζω τον Τριαδικό μας Θεό,
την Παναγία μας και τον άγιο Νεκτάριο γι’ αυτή την τόσο μεγάλη αντίληψη
και βοήθειά Του προς εμένα την τόσο μικρή και ανάξια.
The Triodion is a book that contains the liturgical texts and hymns used by our Church in Her services during the special period that begins with the Sunday of the Publican and the Pharisee and ends on Holy and Great Saturday.
The Triodion can be divided intothe following three parts: i) The first three weeks preceding Great Lent; ii) Great Lent (i.e. the period from Clean Monday until Palm Sunday; and iii) Holy Week. This book is referred to as the Triodion because
many of the Canons (specific hymns chanted during the Orthros) in this book are not comprised of a full set of eight or nine odes; rather, they contain only three odes (tri = three + odes). Of course, there are several Canons comprised of a complete set of odes
in this book; however, since the majority contain only three odes, the entire book was characterized as the Triodion.
Additionally, the entire time period during which this book is used has also come to be known as and referred to as the Triodion. The Triodion, therefore, is both a liturgical book as well as a period of the
Church calendar year.
The purpose of the entire Triodion period is none other than to prepare us (through fasting, prayer, and repentance) to receive our Lord as He comes
voluntarily to suffer and be crucified, and
so we can participate in His Passion and His Resurrection.
Thus, in order to prime us for the spiritual struggles and fasting of Great Lent, the holy fathers wisely decided to set forth the following themes from the Gospel during the first three Sundays of the Triodion:
i) the Publican and Pharisee; ii) the Prodigal Son;
and iii) the Second Coming.
Since the holy fathers knew that humility is the foundation and initial starting point of our salvation, whereas pride and vainglory not only
serve as a humungous obstacle for salvation
but also have the abilit to tear a person down
from the height of virtue, they appointed that the parable of the Publican and Pharisee be used as a trustworthy testimonial of this truth.
Through the Pharisee we are taught that arrogance and conceit are a great evil that must be avoided, and that we should not think highly of ourselves.
Conversely, through the publican, we are instructed just how beneficial humility is, that we must embrace it, and that we must never look down on and disregard others because as the Scriptures state,
“The Lord opposes the proud, but He gives grace to the humble”(James 4:6).
A sinful person who repents is more pleasing to God than a righteous man who boasts in his accomplishments.
Wherefore, what was the Lord’s ruling for these two people? “This man [i.e. the
publican],” He says, “went down justified rather
than the other [i.e. the Pharisee]”
(Lk. 18:14). The word “rather” is used to signify
“instead of”the other: it means “and not”the other.
This parable reveals to us the following two things: First, that none of us should boast in our accomplishments, even if we happen to possess many virtues. Second, that even if we have committed many sins and fallen into the depth of evil, if we pray to God with a humble heart
and a contrite spirit like the publican, He can show His mercy on us and justify us.

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ
Ο άλλος άνθρωπος είναι αδελφός σου. Όλοι είμαστε παιδιά ιού Θεού και επομένως αδέλφια. Ανήκουμε στην 'ίδια οικογένεια τού γάρ και γένος εσμέν (Πράξ. 17- 28
Αγαπάς ιούς αδελφούς σου; Δείχνεις έμπρακτα την αγάπη σου ιδιαίτερα σ' εκείνους που έχουν την ανάγκη σου και υποφέρουν; τους γονείς σου τους συμπαρίστασαι; πως τους συμπεριφέρεσαι; τους σέβεσαι; τους εξυπηρετείς; Δείχνεις υπακοή και προθυμία; Μήπως ο εγωισμός σου σε ωθεί, ώστε να θέλεις να περνά πάντα το δικό σου; Μέσα στο σπίτι σου προσπαθείς να μη δημιουργείς προβλήματα; Είσαι ειρηνοποιός;
Στις συναλλαγές σου είσαι τίμιος, ευθύς, ειλικρινής και ακέραιος; Μήπως με την εξυπνάδα και την πονηριά αδικείς τους άλλους;
Μήπως συκοφαντείς τους συνανθρώπους σου; Μήπως ειρωνεύεσαι και χλευάζεις τους ιερείς, τους ευσεβείς χριστιανούς, τους νηστεύοντας η εκείνους που έχουν κάποιο φυσικό ελάττωμα;
Μήπως παίρνεις στο στόμα σου τους αδελφούς σου και μεταδίδεις κάτι που άκουσες, αληθές η ψευδές, κι έτσι βλάπτεις την υπόληψη και την τιμή του αδελφού σου; Προσοχή. Και άθελα σου καμιά φορά μπορεί να συμβεί αυτό. Και μη λησμονείς ότι η κατάκριση είναι μεγάλη ασθένεια
Μήπως έχεις την κακή συνήθεια να καταριέσαι; Μήπως στέλνεις τους άλλους στο Σατανά, όταν θυμώνεις; Μήπως θυμώνεις υπερβολικά και δεν ελέγχεις ιόν εαυτό σου κι έτσι ξεσπάς στους άλλους; Μήπως στον ασυγκράτητο θυμό σου χειροδίκησες;
Μήπως κλέπτεις; Μήπως παρεκίνησες η εβοήθησες κάποιον άλλον να κλέψει; Μήπως κάλυψες τον κλέφτη; Μήπως δέχτηκες τα κλεμμένα στο σπίτι σου;
Μήπως έκαμες φόνο έστω και εξ αμελείας; Μήπως έχεις κάνει έκτρωση η συμφώνησες για την έκτρωση η εβοήθησες άλλους να κάνουν αυτή τη θανάσιμη αμαρτία;
Μήπως αναμειγνύεσαι στη ζωή των συγγενών και φίλων σου και γίνεσαι πρόξενος φιλονικιών και ταραχών;
Στους πάσχοντας και έχοντας ανάγκη αδελφούς πως συμπεριφέρεσαι; Προσέχεις τη χήρα, το ορφανό, το γέροντα που είναι μόνος, τον ασθενή, τον πολύτεκνο, τη φτωχή οικογένεια; Η μήπως πιστεύεις ότι ο! άλλοι έχουν γεμάτο στομάχι κρίνοντας από το δικό σου;
Μήπως είσαι καχύποπτος και υποπτεύεσαι τους άλλους, δυσκολεύοντας έτσι τη ζωή σου και προβληματίζοντας τους αδελφούς σου;
Μήπως ζηλεύεις την ευτυχία, την πρόοδο, την ομορφιά και τα αγαθά των άλλων;
Μήπως φθονείς τους αδελφούς σου;
Μήπως περιφρονείς ιούς ανήμπορους αδελφούς σου;
Μη λησμονείς ποτέ ιόν αδελφό. Ευεργέτησε τον, αγάπησε τον.
Όπως είδαμε πιο πάνω ο Πανάγαθος Θεός έδωσε στον Άγιο Γεράσιμο πολλά χαρίσματα. Συνομιλούσε με τα άγρια θηρία, τον υπάκουαν και τους έδινε ονόματα, ζούσε με ελάχιστη τροφή, άντεχε τις κακουχίες και τον καύσωνα, ήταν ήρεμος και δε θύμωνε, είχε μεγάλη υπομονή, έκανε πολλή άσκηση και εργαζόταν πολύ, αγρυπνούσε και προσευχόταν ασταμάτητα. Ήξερε να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, γνώριζε από πριν αυτά που θα γίνονταν στο μέλλον.
Ένα άλλο χάρισμα ήταν ότι έβλεπε από μακριά αυτά που γίνονταν σε ένα μέρος, χωρίς να είναι παρών. Έτσι είδε με τα μάτια της ψυχής του ότι κοιμήθηκε ο Μέγας Ευθύμιος, που το μοναστήρι του ήταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από αυτό του Αγίου Γερασίμου. Πήγε λοιπόν με το μαθητή του, τον Άγιο Κυριάκο, στο μέρος όπου ήταν το λείψανο του μεγάλου αυτού Αγίου, τον έθαψαν και ξαναγύρισαν στο μοναστήρι τους.
Το μεγαλύτερο όμως χάρισμα ήταν το θαυματουργικό. Ο Άγιος έκανε θαύματα όταν ήταν ζωντανός, αλλά εξακολουθεί να κάνει και μετά το θάνατο του. Στις μέρες μας ακόμα εξακολουθεί να κάνει πολλά θαύματα. Πιο κάτω θα διηγηθούμε μερικά από τα θαύματα του.
Ανάσταση νεκρού
Όταν ακόμα ήταν στη ζωή ο Άγιος Γεράσιμος ανάστησε ένα νεκρό. Πώς όμως έγινε το μεγάλο και παράδοξο αυτό θαύμα; Κάποτε κοιμήθηκε κάποιος μοναχός της Λαύρας και δεν το έμαθε ο Άγιος, που ήταν τότε ηγούμενος. Όταν κτύπησε το σήμαντρο για την κηδεία του, πήγε κι ο γέροντας στο ναό. Όταν είδε το λείψανο λυπήθηκε γιατί δεν τον αποχαιρέτισε, πριν φύγει από τη ζωή. Πήγε λοιπόν κοντά στο φέρετρο και λέγει στον πεθαμένο:
- Σήκω, αδελφέ, να αποχαιρετιστούμε.
Τότε ο νεκρός μοναχός αναστήθηκε, σηκώθηκε και αποχαιρέτισε τον Άγιο. Αυτός μετά του ξαναείπε:
- Κοιμήσου τώρα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, οπότε θα σε αναστήσει ο Χριστός.
Πραγματικά ο μοναχός ξαναμπήκε στο νεκροκρέβατο και συνέχισε τον αιώνιο ύπνο του.
Αν σκεφτούμε ότι νεκρούς ανάστησε μόνο ο Χριστός, μερικοί απόστολοι και λίγοι άγιοι, θα καταλάβουμε σε ποια ύψη αγιότητας είχε φτάσει ο Άγιος Γεράσιμος.
Θεραπεία δωδεκάχρονου με ψηλό πυρετό
Μετά την κοίμηση του ο Άγιος Γεράσιμος ανακηρύχθηκε άγιος και έκανε θαύματα, από τα παλιά εκείνα χρόνια μέχρι και σήμερα. Πολλοί μάλιστα λένε ότι ο Άγιος άκουσε πολύ γρήγορα τις παρακλήσεις και τις προσευχές τους και τους έκανε καλά. Γι1 αυτό από πολλούς ονομάζεται "Ο Άγιος Εξπρές". Ο Άγιος είναι πάντα ζωντανός, κυκλοφορεί ανάμεσα στους προσκυνητές και στους άλλους πιστούς, συνομιλεί μαζί τους, τους παρηγορεί, τους ενθαρρύνει, τους θεραπεύει και σκορπίζει παντού την αγάπη του.
Ο τωρινός ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος, διηγείται το πιο κάτω θαύμα.
- Πριν είκοσι χρόνια περίπου ήρθε από τα Ιεροσόλυμα ο διάκονος Ειρηναίος της μονής Σινά. Είχε μαζί του και ένα δωδεκάχρονο αγόρι από την Κρήτη που φοιτούσε στη σχολή της Σιών. Ήταν Σά66ατο απόγευμα, ήμουν πολύ κουρασμένος και ζύμωνα, γιατί δεν είχα πρόσφορο για τη λειτουργία της Κυριακής. Ξαφνικά το παιδί παρουσίασε πολύ ψηλό πυρετό, είχε φοβερούς πονοκεφάλους και ανυπόφορους πόνους. Δεν ήξερα τι να κάνω. Όχημα δεν είχα, εκτός από ένα μηχανάκι, δεν μπορούσα να το πάρω στο γιατρό και ήμουν σε απελπιστική κατάσταση. Προσευχήθηκα στον Άγιο να κάνει το παιδί καλά. Κατά τις έντεκα η ώρα ο διάκος και το παιδί αποκοιμήθηκαν. Εγώ ήμουν κατακουρασμένος, είχα τα ψωμιά στο φούρνο, σκεφτόμουν τη λειτουργία της επόμενης μέρας και παρακαλούσα θερμά τον Άγιο να κάνει καλά το άρρωστο παιδί. Σε μια στιγμή ο διάκος ακούει την πόρτα να κτυπά. Σηκώνεται, κοιτάζει, δεν ήταν κανένας. Ήρθε και με βρήκε και πήγαμε μαζί στο δωμάτιό τους. Του είπα ότι ο Άγιος θα ήτανε. Δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα και το παιδί, εκεί που παραμιλούσε, ξύπνησε και μου είπε: "Γέροντα, έγινα μούσκεμα. Ένας παππούλης έριξε απάνω μόνο έναν τενεκέ νερό". Του έβγαλα το φανελάκι και το σκουπίσαμε με την πετσέτα. Σε πέντε λεπτά κοιμήθηκε ήσυχο, χωρίς πυρετό και το πρωί ήταν τελείως καλά.
Ο Άγιος προσφέρει φρούτα στους προσκυνητές του
Ο ηγούμενος Χρυσόστομος συνεχίζει:
- Μια φορά ήταν εδώ, στους Αγίους Τόπους, ένα γκρουπ από την Ελλάδα, με ένα δεσπότη - Διονύσιο τον λέγανε - από μια περιοχή της Μακεδονίας. Είχε έρθει με φοιτητές της θεολογίας. Ειδοποιήσανε από την Ιεριχώ ότι έρχονται κι αν μπορούσα να τους ετοιμάσω φάβα (γιατί εγώ συνηθίζω να ψήνω φάβα για τον κόσμο).
Όταν μπήκανε μέσα στο μοναστήρι είπα στο δεσπότη: "Δεσπότη μου, να με συγχωρέσεις αλλά δεν έχω φρούτο να φάτε μετά τη φάβα". Σε λίγο μπαίνει ένας στρατιώτης μ' ένα κασόνι πορτοκάλια και λέει: "Αμπούνα, (Γέροντα) πάρε αυτά τα πορτοκάλια". Εγώ απόρησα, γιατί έφυγε αμέσως και πήγα να δω από ποιο στρατόπεδο είναι. Βγαίνω έξω, κοιτάζω από δω, κοιτάζω από κει, τίποτα. Άφαντος ο στρατιώτης. Φωνάζω έναν εργάτη και τον ρωτάω πού πήγε ο στρατιώτης. Αυτός απορεί και μου λέει ότι δεν είδε κανένα στρατιώτη να μπαίνει στο μοναστήρι. "Πώς δεν μπήκε" του λέω. "Να τα πορτοκάλια". Αυτός έμεινε κόκαλο και λέει: "Δεν μπήκε κανείς. Εγώ εδώ ήμουνα, στην πόρτα. Δεν ήρθε κανένας ούτε φάνηκε κανένα τζιπ". Μπήκα μέσα και είπα στο δεσπότη ότι ο Άραβας δεν είδε κανένα να μπαίνει. Όλοι απόρησαν και είπαν ότι τον είδαν με τα μάτια τους. Βγαίνουν όλοι έξω - ένα λεπτό είχε περάσει -δε βλέπουν τίποτα. Κι αυτοκίνητο να 'ταν, δε θα προλάβαινε ν' απομακρυνθεί. Φρόντισε ο Άγιος και έστειλε φρούτα.
Θαυματουργική ανεύρεση νερού για το μοναστήρι
Ο ηγούμενος Χρυσόστομος συνεχίζει τη διήγηση του, φέρνοντας στο νου του ακόμα ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου Γερασίμου.
Το πηγάδι στην αυλή του μοναστηριού είχε πολύ λίγο νερό, που έπιανε από τη βροχή. Γι' αυτό ζήτησα και μου έδωσαν οι Εβραίοι λίγο νερό. Και πάλι όμως δεν ήταν αρκετό για τις ανάγκες του μοναστηριού. Έτσι αποφάσισα να σκάψω σ' ένα διπλανό χείμαρρο, όπου είχα ακούσει ότι υπήρχε παλιά νερό. Σκάβαμε τρεις εργάτες. Ο Σαμίρ, ένας Άραβας που είχα εδώ από μικρό παιδί, ένας προσωρινός εργάτης και εγώ. Αφού κατεβήκαμε είκοσι τρία μέτρα βάθος δε βρήκαμε ούτε ίχνος νερού. Θυμάμαι ήταν μεσημέρι. Ήμουν κατακουρασμένος και στενοχωρημένος και κάθισα κάτω από ένα αγριόδεντρο, για να ξεκουραστώ λιγάκι. Τότε είπα: "Άγιε μου Γεράσιμε, φαίνεται ότι δεν Θέλεις να βρούμε νερό. Αν δεν το βρούμε και σήμερα θα το κλείσω το πηγάδι". Δουλεύαμε με τον παραδοσιακό τρόπο. Σκάβαμε με την τσάπα και τον κασμά και καθαρίζαμε με το φτυάρι, για να κατεβούμε κάτω. Εκείνη την ώρα σκάβανε κάτω δύο εργάτες κι εγώ ήμουν απάνω και άδειαζα τους κουβάδες. Μου φωνάζουν: "Αμπούνα, έλα κάτω γιατί βρήκαμε χαλίκι". Είχανε βρει μόνο χώμα, χωματόπετρα. Σηκώθηκα αμέσως. Κατεβαίνω κάτω, παίρνω αμέσως τον κασμά και αρχίζω μόνος μου να σκάβω. Έσκαβα, έσκαβα, έσκαβα, κατέβηκα γύρω στο μισό μέτρο και παρατήρησα ότι όλο και πιο βρεγμένο ήταν το χαλίκι. Στο ενάμισι μέτρο βρήκαμε το νερό. Πιστεύω πως ήταν οπωσδήποτε θαύμα του Αγίου. Αν δεν τον παρακαλούσα και δεν συνεχίζαμε το σκάψιμο, την άλλη μέρα θα το έκλεινα το πηγάδι, γιατί ήταν και παράνομο. Οι Εβραίοι απαγορεύουν ν' ανοίξεις πηγάδι ή να κτίσεις κάτι χωρίς άδειες, γι' αυτό κι έχω πάντα προβλήματα. Μεγαλύτερο θαύμα του Αγίου είναι που το νερό ήταν καθαρό και γλυκό. Στην περιοχή αυτή τα νερά, επειδή είναι κοντά η Νεκρά Θάλασσα, είναι όχι μόνο αλμυρά, αλλά λύσσα, έχουν θειάφι και μυρίζουν σαν κλούβια αυγά.
Παρουσία του Αγίου στο ναό του
Πριν δώδεκα χρόνια περίπου ο ηγούμενος είχε πάει στην Ελλάδα. Στο μοναστήρι βρισκόταν μια ρουμάνα καλογριά, η Μαρία, ο Ασάμ ο άραβας, μικρό παιδί τότε και δίπλα στη σπηλιά η γερόντισσα Χριστοδούλη.
Κάθε νύκτα ακούγανε την πόρτα της εκκλησίας του Αγίου Γερασίμου να ανοίγει και να κλείνει. Πήγαινε η Μαρία να δει ποιος ήταν και δεν έβλεπε κανένα. Το ίδιο και ο Ασάμ, που γύριζε στο μοναστήρι, κοίταζε και δεν έβλεπε κανένα.
Όταν ο π. Χρυσόστομος γύρισε στο μοναστήρι τον ρωτήσανε:
- Γέροντα, ποιος ανοιγοκλείνει την πόρτα της εκκλησίας κάθε βράδυ;
Κι εκείνος τους απάντησε;
- Ο Άγιος Γεράσιμος είναι, ποιος άλλος να είναι;
Ο Άγιος εκτελούσε χρέη φύλακα του μοναστηριού, όταν απουσίαζε ο αγιοταφίτης φύλακάς του.
Επίσης μέσα στο μοναστήρι πάρα πολλοί ένιωσαν μια θαυμάσια ευωδία, που δεν μπορούν να περιγράψουν με λόγια.
Θεραπεία νεαρού μαθητή στην Κύπρο
Η Δ.Σ. από τη Λάρνακα της Κύπρου διηγείται:
- Ο γιος μου Γιώργος, δεκαπέντε χρονών, είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Για πέντε ως έξι μήνες συνέχεια, κάθε μέρα, λιποθυμούσε. Πήγαμε σε πολλούς γιατρούς, ξοδέψαμε πολλά λεφτά, υποφέραμε πολύ, μέχρι που ακούσαμε για τον Άγιο Γεράσιμο και τον ηγούμενο Χρυσόστομο.
Μιλήσαμε μαζί του και μετά από παράκληση στον Άγιο, το παιδί έγινε καλά. Τώρα εργάζεται κανονικά. Ενώ πιο πριν είχε και πρόβλημα καρδιάς από πολύ μικρός, οι τελευταίες εξετάσεις έδειξαν ότι χαίρει άκρας υγείας και δεν έχει το παραμικρό.
Ο Άγιος Γεράσιμος εξομολογεί αντρόγυνο
Ένα αντρόγυνο διηγιόταν το παρακάτω θαύμα:
- Πριν λίγα χρόνια ήρθαμε στο μοναστήρι του Αγίου και μείναμε για λίγες μέρες. Ένα απόγευμα παρακαλέσαμε τον ηγούμενο να μας εξομολογήσει, αν είχε χρόνο. Ο γέροντας απάντησε ότι δεν μπορούσε, γιατί είχε πολλές δουλειές. Μετά από λίγο ανεβήκαμε τη σκάλα και μπήκαμε στο ναό του Αγίου Γερασίμου. Εκεί συναντήσαμε πάλι τον ηγούμενο. Όταν μας είδε, μας είπε με πολλή αγάπη: "Ελάτε, παιδιά μου, να σας εξομολογήσω".
Όταν τελείωσε η εξομολόγηση, κατεβήκαμε πάλι στο προαύλιο. Σε λίγο περνούσε από κοντά μας ο ηγούμενος και τον ευχαριστήσαμε γιατί, παρόλες τις σκοτούρες και την κούραση, μας έκανε το χατίρι και μπήκε στον κόπο να μας εξομολογήσει. Τότε εκείνος έκπληκτος μας είπε:
- Τι λέτε, βρε παιδιά; Εγώ σας εξομολόγησα; Εγώ κανένα δεν εξομολόγησα σήμερα. Αφού σας είπα ότι δεν είχα καιρό και ήμουν και κουρασμένος.
Εμείς μείναμε άφωνοι. Καταλάβαμε ότι εκείνος που μας εξομολόγησε δεν ήταν άλλος από τον Άγιο Γεράσιμο. Εμφανίστηκε με τη μορφή του ηγουμένου, για να μην τον καταλάβουμε. Δοξάζουμε το Θεό και τον ευχαριστούμε. Επίσης ευχαριστούσαμε το μεγάλο Άγιό του, τον Άγιο Γεράσιμο, που μας έκανε τη μεγάλη τιμή να μας εξομολογήσει.
Ευλογεί ιερωμένο
Ένας ιερωμένος διηγήθηκε τα εξής:
- Μια μέρα βρισκόμουν στη μονή του Αγίου Γερασίμου και καθόμουν στην εσωτερική αυλή. Σε μια στιγμή πέρασε από μπροστά μου ο ηγούμενος και με ευλόγησε. Ύστερα από λίγο ξαναπέρασε και τον ευχαρίστησα για την ευλογία του, την ώρα που περνούσε από μπροστά μου, πριν λίγη ώρα. Ο ηγούμενος τότε μου είπε:
- Πάτερ, πριν λίγο δεν πέρασα από εδώ, ούτε σε ευλόγησα.
Τότε του απάντησα ότι ίσως κάποιος άλλος ιερωμένος να βρισκόταν στο μοναστήρι. Εκείνος όμως μου είπε ότι οι μόνοι ρασοφόροι που βρίσκονταν ως εκείνη την ώρα στο μοναστήρι ήμασταν εμείς οι δυο. Καταλάβαμε ότι ο Άγιος Γεράσιμος πήρε τη μορφή του ηγουμένου και έκανε βόλτες μέσα στο μοναστήρι του.

CURRICULUM VITAE :JESUS CHRIST
Hello! My name is Jesus Christ. I have sent you my CV because I am seeking to apply for the top executive position in your heart. Please examine my credentials as cited below.
QUALIFICATONS
I have created the earth and the Heavens ( Proverbs 3, 19)
I have created man from earth ( Genesis 2, 7)
I have given him the breath of life (Genesis 2, 7)
I have redeemed him from the curse of the law ( Galatians 3, 13)
POSITIONS HELD
I have had only one employer,(Luke 2, 49)
I have received only the greatest of recommendations ( Matthew 3, 15-17)
SKILLS AND WORK EXPERIENCE
Some of my skills and work experience include: assisting the poor, healing the ailing, restoring sight to the blind
I am an excellent Counsel ( Isaiah 9,06)
But the most important is that I have the authority, the ability and the power to cleanse you from your sins. ( John 1, 7-9)
STUDIES
They cover the breadth and length of all knowledge, wisdom and cognition ( Proverbs 2, 6)
I can even reveal all the secrets buried in your heart ( Psalms 44, 21)
SIGNIFICANT ACHIEVEMENTS
I was actively involved in the mightiest Conference of all Times (Genesis 1, 29)
REFERENCES
All my followers and faithful throughout the world will attest to the healings, the divine intervention, the miracles as well as to their deliverance, their transformation and the supernatural guidance they have received from me.
Now that you have come to the end of my CV, I am certain that I am the only candidate possessing the necessary credentials to fill the position in your heart. When can I begin? Now is the proper time (Hebrews 3, 15).
Γεια σας.
Το όνομά μου είναι Ιησούς-Ο Χριστός.
Έχω στείλει το βιογραφικό μου επειδή ζητώ την κορυφαία διοικητική θέση στην καρδιά σου.
Παρακαλώ να εξετάσεις τα επιτεύγματά μου, όπως ορίζεται στο βιογραφικό μου.
Προσόντα
* Ίδρυσα τη γη και δημιούργησα τους ουρανούς, (βλ. Παροιμίες 3:19)
* Έχω πλάσει τον άνθρωπο από το χώμα της γης, (Βλέπε Γένεσις 2:7)
* Έδωσα πνοή στον άνθρωπο την αναπνοή της ζωής, (Βλέπε Γένεσις 2:7)
* Εξαργύρωσα τον άνθρωπο από την κατάρα του νόμου, (βλέπε Γαλάτες 3:13)
Επαγγελματικό Ιστορικό
* Είχα μόνο έναν εργοδότη, (Βλέπε Λουκά 2:49).
* Ο εργοδότης μου δεν έχει τίποτα, αλλά διθυραμβικές κριτικές για μένα, (βλέπε Κατά Ματθαίον 3:15-17)
Δεξιότητες εργασίας Εμπειρίες
* Ορισμένες από τις ικανότητές μου και τις εμπειρίες της εργασίας περιλαμβάνονται: ενίσχυση των φτωχών,θεραπεία ασθενών, την αποκατάσταση της όρασης για τους τυφλούς .
* Είμαι ένας θαυμάσιος Σύμβουλος, (βλ. Ησαΐας 9:06). * Το πιο σημαντικό, έχω την εξουσία, την ικανότητα και τη δύναμη να σας καθαρίσω τις αμαρτίες σας, (Δείτε εγώ Ιωάννου 1:7-9)
Σπουδές
* Θα καλύπτουν όλο το εύρος και το μήκος της γνώσης, της σοφίας και της κατανόησης, (βλ. Παροιμίες 2:6).
* Μπορώ να σου πω ακόμα όλα τα μυστικά της καρδιάς σου, (βλ. Ψαλμοί 44:21).
Σημαντικών επιτευγμάτων
* Ήμουν συμμέτοχος ενεργά στη μεγαλύτερη Σύνοδο Κορυφής όλων των εποχών, (βλ. Γένεσις 1:26).
Αναφορές
Οι πιστοί και οι οπαδοί σε όλο τον κόσμο θα καταθέσουν για θεραπείες μου θεία, σωτηρία, λύτρωση, θαύματα, την αποκατάσταση και την υπερφυσική καθοδήγηση
Τώρα που έχετε διαβάσει το βιογραφικό μου, είμαι βέβαιος ότι είμαι ο μοναδικός υποψήφιος με όλα τα προσόντα να καλύψω την θέση στην καρδιά σου.
Πότε μπορώ να αρχίσω; Ο χρόνος είναι η ουσία, (Βλέπε Εβραίους 3:15).
Repentance and grieving over one's sins is the beginning of the Divine path is the teaching of St. Poemen. Why is this so? When we repent and stand against evil we will do good and begin to do the will of God. If we do not repent then we will not recognize our evil actions and continue to go against the will of God. The is why we so often find ourselves separated from God. This effort is mostly a struggle with our thoughts. We must be ever watchful and ever ready to attack thoughts which are temptations to go against the will of God.
Saint Poemen was approached by one of his spiritual children with the following concern:
"Father! I have many thoughts, and I am in danger because of them." The old man took him outside and said, "Expand your chest and do not inhale!" "I cannot do that." answered the brother. "If you cannot do that then neither can you stem the flow of the thoughts," said the old man. "But your job is to resist them."It is not the elimination of thoughts that we seek as this is impossible but the ability to minimize and resist them. How do we do this? In general, Saint Poeman would say, "the thing you need most is a sober mind."
First of all, be attentive to yourself and be sober. A brother said that when he was with others, he would amuse himself and return to his cell not the same as when he left it. He asked how he should act. The elder told him, "When you return to your cell, do you want to find yourself the same as when you left? Maintain vigilance over yourself both at home and outside the home." This is one of our major challenges. Saint Theophan has also advised us that one way to do this is to avoid those situations, places and people who led to conditions that arouse thoughts that tempt us. This is also what Saint Poemen teaches. We must remove ourselves for everything passionate.
Saint Paul also instructs us,
Keep away from any of the brothers who refuses to work or to live according to the tradition. (2 Thessalonians 3:6)
What does this mean practically: Why go to a bar on Friday evening after work when we might be tempted to drink to much and then our resistance is almost zero? Why maintain a friendship with a person who continually is asking to do things which you know are not proper? Why engage in discussions that you know will lead to heated arguments where you end up saying things you wish you had never said? Why watch movies or TV shows that stimulate unwanted desires? You can surely think of more which apply to your own personal life. Act on eliminating these temptations from you life. This combined with a life of prayer, repentance and regular participation in the sacraments will bring you closer to God.
Saint Poemen says,
If a trunk full of clothing is not looked after, then in time the clothing will disintegrate. So too will the thoughts, if we do not in fact carry them out, vanish in time, as if they disintegrated.The cure is obvious but not easy to do as we must exercise our will to order our lives is a way that avoids undue temptations.
Saint Poemen
Reference: The Spiritual Life, pp 267-269

We Too Are Anxious As The Prophet Elijah!
There is a great lesson that we are given through the commemoration of the Prophet Elijah, those of us who have the Church at heart and thirst for its purity. We receive this lesson by reading chapter 19 of book III of The Kings. What is said in this part of the Old Testament is the following:
The fiery Prophet Elijah, with a soul exhausted and almost broken-hearted as a result of his struggles against the idolatry which plagued the state of Israel, is found in a cave of the mountain Horeb. He opens his heart in prayer before God and overflows with feelings of grievance: “I have served you with zeal,” he says to his Divine Master. “See, however, the reasons which have discouraged me. The sons of Israel betrayed me. And, in spite of all that I did for them, in spite of the castigation which I addressed to them, and in spite of the punishment of the priests of Baal which your power brought about, the same situation continues to apply. Your altars are still ruined. Your Prophets are assassinated. And I have remained alone but my enemies seek to put me to death.”
Then, the Prophet Elijah heard a voice which said to him: “Tomorrow you must come out of your cave and you must stand at the peak of the mountain.” This is indeed what happened. The following day, the Prophet came out of his cave, and climbed up to the top of the Mountain. What a dreadful moment! A terrible thunderstorm had broken out. It seemed that its force would dissolve the rocky mass of Mount Horeb. At this moment he heard a voice which said to him: “The Lord is not inside this violent and destructive storm.” Then the storm passed and a terrible earthquake occurred. But again the voice informed him that the Lord was not inside this earthquake either. And then, the rocks of Horeb brought out flames. And the voice said to Elijah that the Lord was not in that fire either. After these breath-taking phenomena, a gentle Breeze began to blow. The Lord was in it. This is what the voice said to the Prophet, and he believed it and understood what God wanted to teach him. The lesson is this: that the presence of God is not expressed in any other way but as “a gentle Breeze”, as the sacred text calls it. This is an eternal lesson, which is addressed to us as well.
We, too, often become as anxious as Elijah. Our zeal makes us feel violent like the storm, and like the earthquake and vehement like the fire. Our sacred indignation pushes us to words and acts which do not have the freshness and the gentleness of the Breeze.
We believe that the Church, this new Israel, will not be cleansed from sin, unless we move vigorously, imitating the activity of Elijah, before he received this superb lesson on the mountain Horeb.
But the Lord loves His Church more than we do. He is concerned much more for her well being than we are. His grievance which he feels because of our sorry state is uncontainable not only in our heart, but also in our imagination.
And yet, He tells us that we must not be impatient and uncharitable. Rather we should be merciful and condescending as He is.
When God came down to the earth, and became a human being, He repeated this lesson to us. We may recall here the verses from Isaiah which St. Matthew the Evangelist recalls in order to show the simplicity which characterizes the Son of God in his behavior towards those who exhibit an evil behavior in the Church. “He will not wrangle or cry aloud, nor will anyone hear his voice in the streets; he will not break a bruised reed, or quench a smoldering wick” (Matth. 12:19-20). It is exactly because the Lord loves his Church more than us that he is genial and caring and delicate. He does not like screaming, lengthy expostulations of wild criticism, or unbridled victimization. He knows, because he is the only one who knows our heart, and so, even in the worst guises of evil, which stigmatize the body of the Church, there is always the hope of recovery. This recovery is accomplished only under the life-giving and distinctive breeze of the Spirit. Love, forbearance, meekness, humility, affection should distinguish the workers of the Church. The workers should imitate their divine employer, the Lord of the Vineyard. There is no room in them for rage, anger, or a judging tongue. What has to be gained on behalf of Christ on the earth will not be gained by force, but with love, harmlessness and non-aggressiveness.
Indeed, the Son of God himself teaches this most clearly in the Parable of the Weeds Among Wheat. We see the weeds among the wheat and this sight is unbearable to us. Our zeal pushes us to cut out the weeds. Nevertheless, this impulse is not the finger of God, but the finger of Lucifer. God does not want us to cut them out. Listen to what he says to us, when we take it to ourselves to strike persons and situations in His Church: “It is not I who inspires you to do so. This behavior is thoughtless and prejudicial. Because where you direct your beating, there are souls around which will be scandalized by your action, and you may damage them and even uproot them together with the evil which purportedly you tried to uproot.”
Do not misappropriate what is not your own task. I will purge my Church from all weeds on the Day of Judgment. Your judgment, your holy indignation, your anger will not bring only good, but also evil. You may uproot from the Church myriads of pharisees, vicious culprits and bribe-takers, but if with them you cast out even one soul which is scandalized by your behavior, for whom I shed my Blood, the damage to you will be infinitely greater than the benefit.
Do you want to bring glory to my Church, or to work for its progress and her purity? Imitate me. Do not run to cut out the weeds. Do not take recourse to violence. Become and remain to the end as “a gentle breeze,” because I am not present either in the storm, or in the earthquake, or in the fire. I am only present in the refreshing breeze.
Taken from the «Κιβωτός» - απάνθισμα, vol. 2. Translated from the Greek original by Fr. George Dion. Dragas.
Ένας άρχοντας πλούσιος θησαύριζε κατά πολλά· ποτέ δεν ήθελε μήτε να εξομολογηθεί μήτε ελεημοσύνη να κάνει. Είχε ένα γιό ως δέκα χρονών. Ήλε καιρός και αρρώστησε ο άρχοντας εκείνος· του έλεγαν οι δικοί του να εξομολογηθεί, να κάνει κάτι για την ψυχή του αυτός τους έλεγε· ας είναι καλά το παιδί μου, εκείνο έχει να κάνει για τη ψυχή μου. Όλος με το διάβολον ήτο και η γνώμη του δεν άλλαζε.
Στον τόπον εκείνο ήτο ένας πνευματικός ενάρετος· πηγαίνει και ξυρίζει τα γένια του, ενδύεται φορέματα κοσμικά και πηγαίνει στο σπίτι του πλουσίου. Κτυπά τη πόρτα, βγαίνουν και τον ρωτούν τί γυρεύει; Αποκρίθηκε πως είναι ξένος άνθρωπος και έτυχα εδώ, λέει, στη χώρα σας· έμαθα πως είναι ο άρχοντας της χώρας άρρωστος, και ήλθα να τον δω και εγώ, επειδή είμαι ιατρός. Ευθύς τον εδέχθησαν. Ήσαν όλοι οι συγγενείς του γύρω του και τον παράστεκαν.
Τους λέει: πώς είναι ο άρρωστος ; Αποκρίθηκε ο άρρωστος και του λέει: Αχαμνά είμαι, αφέντη. Λέει ο γιατρός: τί σου λέγουν οι γιατροί της χώρας σας; Λέει ο άρρωστος: με λέγουν πως είμαι αχαμνά διά τον θάνατο. Τον πιάνει από το χέρι και του λέγει ο πνευματικός γιατρός. Και εγώ το λέγω ότι πεθαίνεις μα ανίσως και ευρίσκετο ένα γιατρικό όπου γνωρίζω, δεν θα απέθνησκες. Του λέει: Τί ιατρικό είναι εκείνο όπου χρειάζεται να εύρουμε ; Καμώνεται πως δεν ξεύρει και ρωτά : έχει κανένα παιδί; Του είπαν πως μόνο ένα έχει. Του λέγει ο πνευματικός. Να μη λυπάσαι, το γιατρικό σου ευρέθη. Εγώ σου υπόσχομαι πως δεν αποθνήσκεις. Γυρεύει να του δώσουν ένα φλιτζάνι νερό και αλεύρι. Τα ανακατώνει και
καμώνεται πως και κάτι άλλο γιατρικό βάνει μέσα και λέγει. Τώρα το γιατρικό είναι έτοιμο, μόνο χρειάζεται να έλθει το παιδί σου εδώ να του σπάσω το δάχτυλό του το μικρό με το βελόνι να στάξει τρεις σταλαγματιές αίμα, να σου το δώσω να το πιείς και ευθύς να γίνεις καλά.
Το παιδί έπαιζε με τα άλλα παιδία. Στέλλουν ευθύς και του λέγουν: Έλα, παιδί μου, όπου ήλθε ένας γιατρός να κάνει τον πατέρα σου καλά. Το παιδί ήθελε να παίξει· όμως το έφεραν. Καθώς το βλέπει ο γιατρός του λέει: Έλα, παιδί μου, να σου σπάσω το μικρό δάχτυλο μ' ένα βελόνι να στάξει τρεις σταλαγματιές αίμα εδώ μέσα όπου έχω κάποιο γιατρικό να το δώσω να το πιεί ο πατέρας σου να γίνει ευθύς καλά. Λέει το παιδί: τρελάθηκα ή παλάβωσα να χαλάσω εγώ το δάχτυλό μου ; Λέει ο γιατρός: σε σένα, παιδί μου, κρέμεται ή να ζήσει ή ν' αποθάνει. Δεν βλέπεις πόσα σύναξε να σου αφήσει ; Λέει το παιδί: ζήσει δεν ζήσει εγώ δεν χαλώ το χέρι μου, και έφυγε.
Λέει ο γιατρός του άρχοντα: Εγώ είμαι ο πνευματικός της χώρας και το έκανα τούτο για να σου δείξω πως από το παιδί σου μη ελπίζεις τίποτε για τη ψυχή σου να σου κάνει.
Τότε σηκώνεται ο άρρωστος. Εγώ, λέει, κόλασα τη ψυχή μου για το παιδί μου, να του αφήσω πολλά, και εκείνο δεν το βάσταξε η καρδιά του να δώσει τρεις σταλαγματιές αίμα για τη ζωή μου ; Καλά λέγεις, πνευματικέ μου. Ευθύς γυρεύει τα τεφτέρια του, τις ομολογίες του και τα ξεσχίζει· μοίρασε όλα του τα πράγματα, δεν άφησε τίποτε, και το παιδί του το κατέστησε πάμπτωχο, και κέρδισε τον Παράδεισο να χαίρεται πάντοτε.
Τώρα όσοι έχετε παιδιά μην ελπίζετε και λέγετε, πως είναι καλό το παιδί μου και εκείνο έχει να φροντίσει για τη ψυχή μου. Ό,τι κάνει ο άνθρωπος μόνος του, εκείνο βρίσκει στην άλλη ζωή!
Αυτό, λοιπόν, το όνομα του Ιησού Χριστού, να λέει ως προσευχή πάντοτε κάθε ευσεβής και με το νου του και με τη γλώσσα του, κι' όταν στέκεται, και όταν βαδίζει και όταν κάθεται και όταν ξαπλώνει, και όταν μιλά και όταν πράττει οτιδήποτε και να πιέζει τον εαυτό του γι' αυτό το πράγμα, και θα βρει μεγάλη γαλήνη και χαρά, όπως γνωρίζουν εκ πείρας όσοι φροντίζουν γι' αυτήν. Και επειδή αυτό το έργο είναι υψηλότερο και για όσους βρίσκονται στον βίο, και αυτών των ιδίων των μοναχών, γι' αυτό όσοι είναι μέσα στους θορύβους πρέπει έστω και σε ορισμένες ώρες να το κάνουν και να το έχουν έργο και να μεταχειρίζονται αυτή την προσευχή με όλη τους τη δύναμη, όλοι και ιερωμένοι, και μοναχοί και λαϊκοί.
Οι μεν, λοιπόν, μοναχοί, επειδή είναι ταγμένοι σ' αυτό το έργο της προσευχής, και έχουν απαραίτητο χρέος γι' αυτήν, και όταν βρίσκονται στο θόρυβο των διακονημάτων, όμως πάντοτε ας πιέζονται να ενεργούν αυτή την προσευχή ως οφειλή, και να προσεύχονται στον Κύριο ασταμάτητα, και όταν βρίσκονται σε περισπασμό και σύγχυση και στην ονομαζόμενη και πραγματοποιούμενη αιχμαλωσία του νου, και να μην αμελούν όταν τους τον κλέβει ο εχθρός, αλλά να επανέρχονται στην προσευχή και να επανέρχονται μάλιστα χαρούμενοι. Οι ιερωμένοι πάλι, ας την επιμεληθούν ως αποστολικό έργο και ως θείο κήρυγμα, ως έργο το οποίο εκτελεί θεία ενεργήματα και μας παρουσιάζει την αγάπη του Χριστού. Οι κοσμικοί δε, ας το ενεργούν με όλη τους τη δύναμη ως σφραγίδα στον εαυτό τους και ως σημάδι της πίστεως, ως φύλαξη και αγιασμό και φυγαδευτήριο κάθε πειρασμού.
Οπότε, όλοι ιερωμένοι και λαϊκοί και μοναχοί μόλις σηκωθούμε από τον ύπνο, πρέπει πρώτα να σκεφτούμε το Χριστό, και να θυμηθούμε το Χριστό. Και αυτή -την προσευχή- ως πρώτη σκέψη και θυσία να προσφέρουμε στο Χριστό. Γιατί πρέπει πριν από κάθε σκέψη να θυμηθούμε το Χριστό που μας έσωσε και τόσο μας αγάπησε, επειδή είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί και Τον ντυθήκαμε στο θείο Βάπτισμα και Τον σφραγιστήκαμε στο Χρίσμα και κοινωνήσαμε και κοινωνούμε την αγία σάρκα Του και το αίμα Του, και είμαστε μέλη Του, και ναός. Αυτόν ντυθήκαμε και κατοικεί μέσα μας γι' αυτό πρέπει να Τον αγαπούμε και οφείλουμε πάντοτε να Τον έχουμε στη μνήμη μας. Γι' αυτό ας έχει ο καθένας, όσο μπορεί, ορισμένο καιρό αυτής της προσευχής ως χρέος αναπόφευκτο.
Αρκετά είναι όσα ελέχθησαν για το θέμα αυτό, γιατί όσοι επιθυμούν να μάθουν, μπορεί να βρουν περισσότερα γι' αυτή τη διδασκαλία. Ας αρχίσουμε τώρα να λέμε όπως υποσχεθήκαμε για τις θείες προσευχές της Εκκλησίας, που εκτελούνται κατά τάξη, διότι γι' αυτές είναι το θέμα. Και μάλιστα θα τις γνωρίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε.
Πρώτα, λοιπόν, λέμε, όπως είπαμε και πριν, ότι η προσευχή είναι έργο κύριο των Αγγέλων, και ως προς αυτό, επειδή είναι θειότατο, η Εκκλησία δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα. Και κάθε μεν άλλο έργο, δηλαδή η ελεημοσύνη, και η υπηρεσία προς τους αδελφούς, και η επίσκεψη των ασθενών, και η φροντίδα των φυλακισμένων, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων και τα παρόμοια, γίνονται για την αγάπη των αδελφών, και δι' αυτών αναφέρονται στο Θεό. Επίσης και η ακτημοσύνη, και η νηστεία, και η χαμαικοιτία, και η γονυκλισία, και η αγρυπνία, και τα λοιπά, που είναι για τη σκληραγωγία του σώματος, για να καθαριστούμε και να πλησιάσουμε το Θεό είναι καλό να γίνονται, και ως θυσία στο Θεό, όμως δεν μας παρουσιάζουν αμέσως σ' Αυτόν. Η προσευχή όμως μας παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό, και μας ενώνει μ' Αυτόν. Ο προσευχόμενος φέρεται προς το Θεό σαν να είναι φίλος του, και μιλά, παίρνει θάρρος, ζητά, και γίνεται ένα με το Θεό.
Έπρεπε, λοιπόν, η προσευχή να γίνεται ασταμάτητα και ακατάπαυστα, όπως γίνεται και στους Αγγέλους. Επειδή αυτό μόνον ζητά από εμάς ο Θεός, το να Τον έχουμε στη μνήμη, και να είμαστε μαζί Του και μόνο Αυτόν να αναζητούμε και να αγαπούμε, και να βλέπουμε, για να Τον απολαμβάνουμε καθαρά και αμέσως. Επειδή, όμως, αυτό είναι αδύνατον σ' εμάς, λόγω του κωλύματος της σάρκας και τις ανάγκες, μόλις που δόθηκε και σπάνια σε πολύ λίγους ισάγγελους ως δωρεά Θεού, γι' αυτό θέσπισε κατ' ανάγκην η Εκκλησία ορισμένους καιρούς για απαραίτητες προσευχές, κατά τους οποίους οφείλει να προσεύχεται κάθε πιστός.
(Αγ. Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, «Η προσευχή του Ιησού», Εκδ. Επέκταση)
«Ό μοναχός είναι φάρος πάνω στα βράχια»
- Γέροντα, ποιο είναι το έργο του μονάχου;
- Έργο του μονάχου είναι να γίνη δοχείο του Αγίου Πνεύματος. Νά κάνη την καρδιά του ευαίσθητη σάν το φύλλο του χρυσού των αγιογράφων. Όλο τό έργο τού μοναχού είναι αγάπη, όπως καί τό ξεκίνημα του γίνεται από αγάπη προς τόν Θεό, ή οποία έχει καί την αγάπη προς τόν πλησίον.
Ό μοναχός μελετάει την δυστυχία της κοινωνίας, πονάει ή καρδιά του καί προσεύχεται συνεχώς καρδιακά για τόν κόσμο.
Έτσι ελεεί τόν κόσμο με την προσευχή. Υπάρχουν μοναχοί πού βοηθούν τους ανθρώπους περισσότερο από όσο θά τους βοηθούσε όλος ό κόσμος μαζί.
Ένας κοσμικός λ.χ. προσφέρει δύο πορτοκάλλια ή ένα κιλό ρύζι σε κάποιον φτωχό, πολλές φορές μόνο για νά τόν δουν οί άλλοι, καί κατακρίνει μάλιστα, γιατί οι άλλοι δέν έδωσαν. Ό μοναχός όμως βοηθάει με τόννους σιωπηλά μέ την προσευχή του.
Ό μοναχός δεν βάζει δικά του σχέδια και προγράμματα κοσμικά γιά ιεραποστολές, άλλα προχωρεί χωρίς κανένα δικό του σχέδιο και ό Καλός Θεός τόν περνάει στο σχέδιο το δικό Του, το θεϊκό, καί, αν χρειασθή γιά ιεραποστολή, τόν στέλνει ό Θεός μέ θείο τρόπο.
Δεν ζητάει ό Θεός από τους μοναχούς νά βγουν στον κόσμο, γιά νά κρατούν τους ανθρώπους νά περπατούν, αλλά ζητάει νά τους δώσουν τό φως μέ το βίωμά τους, γιά νά οδηγηθούν στην αιώνια ζωή. Ό μοναχός δηλαδή δεν έχει ώς αποστολή νά βοηθήση τόν κόσμο μέ τό νά βρίσκεται μέσα στον κόσμο.
Φεύγει μακριά άπό τόν κόσμο, όχι γιατί μισεί τόν κόσμο, αλλά γιατί αγαπάει τόν κόσμο, καί ζώντας μακριά άπό τόν κόσμο, θά τόν βοηθήση μέ τήν προσευχή του σέ ο,τι δεν γίνεται ανθρωπίνως παρά μόνο μέ θεϊκή επέμβαση. Γι' αυτό ό μοναχός πρέπει νά βρίσκεται σέ διαρκή επικοινωνία μέ τόν Θεό, νά παίρνη σήματα καί νά δείχνη στους ανθρώπους τόν δρόμο προς τόν Θεό.
Δέν μπορούσα νά καταλάβω πώς δικαιολογούν μερικά πράγματα οι Ρωμαιοκαθολικοί. Μού λύθηκε ή απορία πριν άπό λίγο καιρό, όταν πέρασαν άπό τό Καλύβι δύο Ρωμαιοκαθολικοί αρχιτέκτονες άπό τήν Ρώμη.
Είχαν άγνοια αλλά καλή διάθεση. «Τί κάνουν οί μοναχοί, μού λένε, καί κάθονται εδώ; Γιατί δέν πηγαίνουν στον κόσμο νά κάνουν κοινωνικό έργο;». «Οί φάροι, τους λέω, δέν πρέπει νά είναι πάντοτε πάνω στά βράχια; Τί, πρέπει νά πάνε στις πόλεις νά προστεθούν στά φανάρια; Άλλη αποστολή έχουν οί φάροι, άλλη τά φανάρια».
Ό μοναχός δέν είναι φαναράκι, γιά νά τοποθετηθή στην πόλη σέ μιά άκρη τού δρόμου καί νά φωτίζη τους διαβάτες, νά μή σκοντάφτουν.. Είναι φάρος απομακρυσμένος, στημένος ψηλά στά βράχια, πού μέ τις αναλαμπές του φωτίζει τά πελάγη καί τους ωκεανούς, γιά νά κατευθύνωνται τά καράβια καί νά φθάνουν στον προορισμό τους, στον Θεό.
«Τό αθόρυβο κήρυγμα τον μοναχού »
Θα κάνω προσευχή εσείς οι τρεις δόκιμες να μή μεγαλώσετε, να μείνετε έτσι, με αυτά τά μπλε μαντήλια, σ' αυτό τό ύψος, σ' αυτήν τήν ηλικία! Ξέρετε πώς βοηθιούνται αθόρυβα οι άνθρωποι, όταν σας βλέπουν;
Γιατί σήμερα στον κόσμο δεν βρίσκουν εύκολα μιά σωστή κοπέλα. Οι περισσότερες είναι αγριεμένες, μέ τά τσιγάρα στο χέρι, κάνουν κάτι μορφασμούς... Και βλέπουν εδώ νέες αφιερωμένες, νά ψέλνουν, νά χαίρωνται... Σου λέει: «Τί γίνεται εδώ; κάτι συμβαίνει. Νά πούμε ότι είναι χαζές; δεν είναι. Νά πούμε ότι τους λείπει κάτι; δεν τους λείπει. Φαίνεται, κάτι ανώτερο υπάρχει». Πράγματι, ξέρετε πόσο βοηθάει αυτό;
Όταν πηγαίνουν κοσμικοί σε ένα μοναστήρι καί βλέπουν σωστούς μοναχούς, τότε καί άπιστοι νά είναι, αν έχουν καλή διάθεση, γίνονται πιστοί.
Πολλοί άθεοι επιστήμονες πού ήρθαν μόνο γιά μιά επίσκεψη στο Άγιον Όρος, άλλαξαν ζωή. Προβληματίζονται μέ τήν καλή έννοια και βοηθιούνται.
Βλέπουν νέους ανθρώπους, χαρούμενους, πού είχαν όλες τις προϋποθέσεις νά αναδειχθούν στον κόσμο, νά αφήνουν πλούτη, θέσεις κ.λπ., καί νά ζουν ασκητικά, μέ προσευχή καί αγρυπνία, καί λένε: «Τί γίνεται; αν όντως ύπάρχη Θεός, αν ύπάρχη άλλη ζωή, αν ύπάρχη κόλαση, εγώ τί κάνω;». Έτσι φρενάρουν τήν αμαρτωλή ζωή τους ή καί τήν διορθώνουν.
Ξέρω μιά περίπτωση· μιά κοπέλα είκοσι χρονών έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, έκοψε τις φλέβες της, άλλα τήν πρόλαβαν. Βρέθηκε μετά ένας μοναχός, τήν πήρε καί τήν πήγε σε ένα γυναικείο μοναστήρι. Ήταν ή καημένη αγριεμένη. Όταν όμως είδε έκεϊ τις μοναχές, συνήλθε. «Βλέπω άλλον κόσμο εδώ, είπε. Μπορώ νά μείνω;».
Αυτό είναι τό αθόρυβο κήρυγμα τοϋ μοναχού. Πολλοί κηρύττουν, λίγοι εμπνέουν εμπιστοσύνη, γιατί ή ζωή τους δεν ανταποκρίνεται στά λόγια τους.
Ό μοναχός δεν κάνει κηρύγματα δυνατά νά τον ακούσουν οι άλλοι, άλλα κηρύττει σιωπηλά μέ την ζωή του τον Χριστό και βοηθάει μέ την προσευχή του. Ζή τό Ευαγγέλιο και ή Χάρις του Θεού τον προδίδει. Έτσι κηρύττεται τό Ευαγγέλιο κατά τον θετικώτερο τρόπο, πράγμα πού διψάει ό κόσμος, ιδίως ό σημερινός. Και όταν μιλάη ό μοναχός, δεν λέει απλώς μιά σκέψη· λέει μιά εμπειρία. Άλλα καί μιά σκέψη νά πή, και αύτη είναι φωτισμένη.
- Γέροντα, μερικοί λένε ότι οι νέοι ή οι νέες πηγαίνουν στο μοναστήρι άλλοτε άπό απογοήτευση καί άλλοτε επειδή έχουν κάποια αναπηρία ή επειδή είναι ελαφροί στο μυαλό.
- Οι άνθρωποι αυτοί είχαν φαίνεται ένα ή δύο τέτοια περιστατικά κατά νου καί αδικούν στην συνέχεια ή άπό κακότητα ή άπό ζήλεια τό 90% των μοναχών. Έάν όμως εξετάσουν τά πράγματα καί δουν ότι δεν είναι έτσι, τότε λένε ότι εδώ υπάρχει κάτι ανώτερο, υπάρχει Θεός.
Γι' αυτό ό μοναχός πρέπει νά είναι πάντοτε τό καλό παράδειγμα γιά τον κόσμο - «ούτω λαμψάτω τό φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων».
Ό σωστός μοναχός είναι τό φώς του κόσμου. Τί λέει ό Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; «Οί Άγγελοι είναι φώς γιά τους μοναχούς καί οί μοναχοί είναι φώς γιά τους κοσμικούς». Ό μοναχός, όταν διαφέρη άπό τους κοσμικούς, τότε βοηθάει θετικά.
Γιατί αυτό πού βοηθάει τους κοσμικούς πού ταλαιπωρούνται γιά μάταια πράγματα είναι ή αγιότητα, ή οποία μέ τήν απλότητα της τους διδάσκει νά συλλάβουν τό βαθύτερο νόημα της ζωής, γιά νά τους φύγη τό πλάκωμα από τήν καρδιά.
γ. Παϊσίου Αγιορείτου, από το βιβλίο Λόγοι Β΄ - Πνευματική αφύπνιση.
Στη χριστιανική ζωή μιλούμε συχνά για πνευματικότητα και για
πνευματικούς ανθρώπους. Αλλά ποιοί ακριβώς είναι οι πνευματικοί
άνθρωποι; Ας αφήσουμε τον Απ. Παύλο να μας τους περιγράψει. Είναι,
λέγει, όσοι «πνεύματι Θεού άγονται», εκείνοι τους οποίους «ο νόμος του
πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσε από του νόμου της αμαρτίας
και του θανάτου» (Ρωμ. η’ 2, 14). Και συμπληρώνει, «όσοι πνεύματι Θεού
άγονται, ούτοι είσιν υιοί Θεού», οίτινες «ουκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω
υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Ρωμ. η’ 14. Β’ Κορ. ε’ 15). Το
καθήκον αυτό να γίνουμε, με τη Χάρη, πνευματικοί άνθρωποι αναφέρεται
στον κάθε πιστό, ιδιαίτερα όμως στους ιερείς, γιατί αυτοί αποτελούν τους
πνευματικούς οδηγούς των λοιπών ανθρώπων.
Πράγματι, αν μελετήσουμε τα ιστορούμενα από την Αγία Γραφή, θα
διαπιστώσουμε ότι πάντοτε η ηγετική (πνευματική και διοικητική) εξουσία
του λαού του Θεού (αλλά και όλων σχεδόν των άλλων λαών) συγκεντρωνόταν
στους ιερείς, που είτε ως προφήτες, είτε ως Κριτές, είτε ως καθαυτό
ιερείς εθεωρούνταν οι μόνοι ικανοί να καθοδηγούν το λαό, να αποκαλύπτουν
τις βουλές του Θεού, και γενικά να αποτελούν τα μεσάζοντα πρόσωπα
μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Ο θεσμός αυτός δεν ήταν εφεύρημα της
ανθρώπινης αυταρχικότητας, όπως και τόσα άλλα συστήματα εξουσίας που
δημιούργησε ο ανθρώπινος εγωισμός, αλλά επρόκειτο για σχέδιο της θείας
βουλής, ώστε Αυτός ο ίδιος ο Θεός, διά του αντιπροσωπευτικού αυτού
στοιχείου της ιερωσύνης και των οργάνων της, να επικοινωνεί και ενώνεται
με τα πλάσματά του.
Λόγω της ατέλειας της ανθρώπινης φύσης, όπως
αυτή περιορίστηκε μεταπτωτικά στα πιο στενά περιθώρια του πεπερασμένου,
του φθαρτού, του θνητού, ήταν αδύνατο χωρίς τη θεία αποκάλυψη να
μπορέσει ο άνθρωπος να διακρίνει και να γνωρίσει την αλήθεια, να
γνωρίσει πόθεν έρχεται και που πηγαίνει, ποιος ο Δημιουργός του και
ποιος ο προορισμός του. Είχε απωλέσει την άμεση επαφή με τη θεία Χάρη,
είχε απωλέσει το φως της αληθινής γνώσης, τη θεία συνεργασία, γι’ αυτό
παράπαιε στα σκοτάδια της πλάνης, τυφλός, ελεεινός, χαμένος και
καταδικασμένος. Εδώ ακριβώς βρίσκει το νόημα της η ιερωσύνη· γιατί ο
ιερέας είναι ακριβώς το όργανο που η θεία αγαθότητα θέλησε να
χρησιμοποιήσει για να αποκαταστήσει την επαφή με τον άνθρωπο. Με αυτό,
ως «χριστού Κυρίου» (που σήμαινε διαλεγμένος, χειροτονημένος από τον
Κύριο), θα άκουε στο εξής η τυφλωμένη ανθρωπότητα που παράπαιε στο
λαβύρινθο της πλάνης και της αγνωσίας το «τάδε λέγει Κύριος». Έτσι, ο
ιερέας αποτέλεσε τον καλό αγωγό της μεταφοράς του θείου φωτισμού, της
θείας επικοινωνίας, της θείας επέμβασης και σαν τέτοιος έμεινε
αναντικατάστατος σ’ όλες τις περιόδους της προχριστιανικής και της
χριστιανικής εποχής.
Η σημασία λοιπόν και το έργο του ιερέα ήταν και είναι μεγάλη. Γι’
αυτό ο Θεός λαμβάνει ειδική πρόνοια γι’ αυτούς και απαιτεί από το λαό
υπακοή και σεβασμό σ’ αυτούς. «Μη άπτεσθε των χριστών μου και εν τοις
προφήταις μου μη πονηρεύεσθε», διατάσσει· και πάλιν, «άρχοντα του λαού
σου ούκ ερείς κακώς» (Πράξ. κγ’ 5). Το συμπέρασμα είναι ότι ο ιερέας
είναι το τιμιότερο και ιερότερο και αξιότερο και γενικά το πιο αξιόπιστο
πρόσωπο για να αποκαλύψει ο Θεός τις βουλές του και ακόμα να μεταδώσει
τον εαυτό του και όλες του τις θείες χάριτες στον άνθρωπο και την κτίση.
Η εκλογή αυτή και προτίμηση του Θεού στον ιερέα σαν το εκλεκτό του
όργανο δεν είναι κάτι το μηχανικό που θα υποχρέωνε τον ιερέα σε μια
ακούσια και καταναγκαστική διακονία. Γιατί χρειάζεται και η από μέρους
του ιερέα επάξια ανταπόκριση. Πράγματι, δεν είναι υπερβολή να
ομολογήσουμε ότι και η ανθρωπότητα με τη σειρά της ανταποκρίθηκε
ευγνώμονα στο δημιουργό της και στη διάρκεια των αιώνων παρέστησε
μπροστά Του σαν φορείς του μεγίστου δωρήματος της Ιερωσύνης τις
μεγαλύτερες φυσιογνωμίες, τις πιο καθαρές και αγνές υπάρξεις, που με
αυταπάρνηση και υπακοή εκπλήρωσαν το μεγάλο τους αυτό λειτούργημα και
συνεχίζουν, με τη Χάρη του Θεού, να συγκρατούν και να διακονούν αυτήν
την υπερφυσική θεία ένωση του θείου με την κτίση, του Πλάστη με τα
πλάσματα του. Το γνώρισμα αυτών των προσώπων ήταν η προς το Θεό
ευσέβεια, ο διακαής ζήλος για το θέλημα του Θεού και η ακούραστη
ενέργεια και προσπάθεια να διδάξουν, να οδηγήσουν και να στηρίξουν το
λαό του Θεού. Ήταν τα καθαρά και αγιασμένα σκεύη της θείας Χάρης, τα
δεκτικά και χωρητικά δοχεία του θείου φωτισμού που μετάδιδαν στον κόσμο,
έτοιμοι να θυσιαστούν για το θέλημα, «πορευόμενοι άμεμπτοι εν πάσαις
ταίς οδοίς αυτών».
Πριν προχωρήσουμε θα πρέπει να σημειωθεί ότι όχι μόνο οι ειδικά
εκλεγμένοι από το Θεό προφήτες και ιερείς είχαν το καθήκον να προσφέρουν
θυσίες και ευλογίες και να φανερώνουν τις θείες βουλές, αλλά και κάθε
ευλαβική ψυχή που αισθανόταν την επίδραση της θείας Χάρης να την ωθεί
στη θεοσέβεια και λατρεία. Εκτός δηλ. από την ειδική ιερωσύνη των
«χριστών Κυρίου», των ιερέων, υπάρχει και η γενική ιερωσύνη που ανήκει
σ’ όλο το λαό, τον οποίο η Αγία Γραφή ονομάζει «βασίλειον ιεράτευμα»
(Εξοδ. ιθ’ 6. Αποκαλ. α’ 6. ε’ 10). Πράγματι, τι άλλο ήταν ο
πρωτοδίκαιος και πρωτομάρτυς Άβελ παρά ιερέας και θύμα μαζί,
προσφέροντας την αγνή και καθαρή θυσία του στο Θεό, που γι’ αυτή
θυσιάστηκε και ο ίδιος και πέθανε; Τί άλλο ήταν ο δίκαιος Ενώχ που
προφήτεψε στις μέρες του και που γι’ αυτόν μαρτυρείται ότι άρεσε στο Θεό
και γι’ αυτό μετατέθηκε χωρίς να γνωρίσει θάνατο, προοριζόμενος να
μαρτυρήσει -σύμφωνα με μία παράδοση- στις έσχατες μέρες της μεγάλης
δοκιμασίας της Εκκλησίας, όταν η πίστη θα έχει ατονίσει; Αλλά και ο
Μελχισεδέκ που μένει στο διηνεκές σαν τύπος του Χριστού, κατά τον Παύλο,
και που ευλόγησε τον Αβραάμ και το σπέρμα του, δηλ. τους λοιπούς
Πατριάρχες, «ιερεύς του Θεού του υψίστου» ονομάζεται στην Αγία Γραφή
(Γεν. ιδ’ 18) πολύ πριν καθιερωθεί από το Θεό με το Μωυσή η ειδική
ιερωσύνη των «χριστών Κυρίου».
Στην άσκηση του λειτουργήματος της ιερωσύνης μπορούμε γενικά να
διακρίνουμε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος αρχίζει από τον
πρωτόπλαστο Αδάμ και τον πρωτόθνητο Άβελ, συνεχίζει με τον Σήθ, τον
Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ, που πλείστες φορές πρόσφεραν θυσίες στο Θεό,
και καταλήγει στους γιους και απογόνους του Αβραάμ μέχρι το Μωυσή. Σ’
αυτούς (και κυρίως στον Αβραάμ) δόθηκαν οι επαγγελίες και πλείστες
θεοφάνειες. Η δεύτερη περίοδος είναι η περίοδος της ειδικής ιερωσύνης
του Μωσαΐκού Νόμου, που αρχίζει με το μέγα προφήτη Μωυσή και τελειώνει
στην εποχή του Χριστού με την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Στην
περίοδο αυτή η ειδική ιερωσύνη των «χριστών Κυρίου» βρισκόταν σε
ιδιαίτερη έξαρση, το θείο θέλημα αποκαλυπτόταν πιο συχνά και δίδονταν οι
ορθές και θεόπνευστες κατευθύνσεις της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής
των ανθρώπων της εποχής. Εκεί στη θεοφάνεια της φλεγόμενης Βάτου
αποκάλυψε ο Θεός τον εαυτό του˙ αργότερα στο Όρος Σινά, μιλώντας προς
αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο, του αποκάλυψε τα μυστικά της δημιουργίας, του
έδωσε το Νόμο και καθιέρωσε ανάμεσα στο λαό την ιδιαίτερη τάξη του
ιερατείου, καθορίζοντας με λεπτομέρειες τις διαδικασίες της
τελετουργικής λατρείας που οι ιερείς θα επιτελούσαν από μέρους του λαού.
Τόση σημασία έδωσε ο Θεός στην ιερωσύνη, ώστε διαχώρισε για το σκοπό
αυτό μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ. Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε
εδώ είναι το αμετάθετο της βουλής του Θεού να αντιπροσωπεύεται διά των
«χριστών» του, των ιερέων.
Τέλος, η τρίτη και κύρια περίοδος της ιερωσύνης είναι η χριστιανική
εποχή. Λέγουμε κύρια περίοδος γιατί η ιερωσύνη της προχριστιανικής
εποχής, αυτήν προετύπωνε και αυτήν προεικόνιζε. Οι ιερείς της Παλαιάς
Διαθήκης δεν ήσαν παρά τύποι και προεικονίσεις του πραγματικού, του
μοναδικού, του με απόλυτη έννοια ιερέα, του Χριστού, του μόνου απόλυτου
Μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων (Α’ Τιμ. β’ 5). Ο σαρκωμένος στη γή Θεός
-Λόγος ήταν ο κατ’ έξοχή «Χριστός Κυρίου» (Λουκ. δ’ 18. Πράξ. δ’ 26-27.
ι’ 38), ο πραγματικός ιερέας, που συνδυάζοντας στο Πρόσωπό Του και τον
ιερουργό και το θύμα, πρόσφερε τον εαυτό του στο Θεό Πατέρα θυσίαν «υπέρ
της του κόσμου ζωής» (‘ίω. στ’ 52). Τη θυσία αυτή τη μόνη αληθινή και
λυτρωτική προεικόνιζαν οι διάφορες θυσίες της προχριστιανικής εποχής,
που γι’ αυτό, μετά την προσφορά της, καταργήθηκαν, όπως καταργήθηκε και η
νομική ιερωσύνη της Π. Διαθήκης.
Έτσι ο Χριστός, αφού έγινε Αρχιερέας, «διά του ιδίου αίματος εισήλθεν
εφάπαξ εις τα Άγια (του ουρανού) αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος». «Τοιούτος
ημίν έπρεπεν Αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των
αμαρτωλών και υψηλότερος των ουρανών γενόμενος» (Έβρ. θ’ 12. ζ’ 26).
Τέτοιοι πρέπει να είναι και οι ιερείς της Εκκλησίας, που μετέχουν στην
αρχιερωσύνη του Χριστού.
Η από τον Αρχιερέα Χριστό ανάδειξη των Αποστόλων Του που έλαβαν το
χρίσμα του Αγίου Πνεύματος την ήμερα της Πεντηκοστής και η καθιέρωση του
χριστιανικού ιερατείου σε διαδοχήν αυτών, μαρτυρούν το αμετάθετο θέλημα
του Θεού να καθοδηγεί και αγιάζει το λαό του με τους ιερείς του. Γι’
αυτό ακριβώς η ιερωσύνη δεν είναι μια οποιαδήποτε υπηρεσία, αλλά το
μέγιστο αξίωμα που δόθηκε ποτέ στον άνθρωπο, η υψίστη τιμή και αξία που
δόθηκε ποτέ σε κτιστά όντα. Με την ιερωσύνη ο θνητός και πεπερασμένος
μεταβάλλεται σε υπερφυσικό ον, ξεπερνά τα όρια της φύσης του και
στέκεται μεταξύ ουρανού και γής, αποκαταλλάσσοντας (με το Χριστό) τους
ανθρώπους με το Θεό, την κτίση με το Δημιουργό της. Ποιά άλλη αξία η
ποιος τίτλος τιμής μπορεί να συγκριθεί με το θείο λειτούργημα της
ιερωσύνης, αφού ο ιερέας ανεβάζει τα της γης στον ουρανό και κατεβάζει
τα του ουρανού στη γη διακονώντας στο Θείο σχέδιο της σωτηρίας; Με αυτόν
ο Θεός τελεί τα μυστήρια, με αυτόν (απερίγραπτος και απερινόητος ων)
μεταδίδεται στα πλάσματά του, με αυτόν ανακαινίζει και εξαγιάζει τη φύση
των πάντων. «Ο Πατήρ -λέγει η Αγία Γραφή- την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω
υιώ» (Ίω. ε’ 22). Ο δε Υιός αυτή την απόλυτη εξουσία εμπιστεύθηκε
-σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο- στους ιερείς του, ώστε σαν
μόνοι κριτές να λύνουν και να δένουν στη γη αυτά που μόνον οι ουρανοί
εξουσιάζουν.
Η σύντομη αυτή περιγραφή του μεγαλείου της ιερωσύνης μας οδηγεί τώρα
φυσιολογικά να πούμε μαζί με τον Πέτρο στους συνεχιστές της ιερής αυτής
διακονίας, «ποταπούς δει υπάρχειν υμάς εν αγίαις αναστροφαίς και
ευσεβίαις», «ίνα μη μωμηθή η διακονία» (Β’ Πέτρ. γ’ 11. Β’ Κορ. στ’ 3).
Υπάρχουν πολλές εντολές και παραγγελίες του Ιησού μας, εκείνες όμως που
αφορούν άμεσα την τελειότητα και τον αγιασμό ανήκουν περισσότερο από
κάθε άλλο στην ιερωσύνη και τα όργανά της. Σαν λειτουργοί μυστηρίων
Θεού, σαν οικονόμοι θείας χάρης, οι ιερείς δεν μπορούν παρά να είναι
πνευματικά πρόσωπα, άνθρωποι ενδεδυμένοι τον Κύριόν μας Ιησού Χριστό.
Εάν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τη φύση μας σε αξιοπρέπεια, σε σύνεση,
σε ήθος, σε δικαιοσύνη, σε υπεροχή, δεν πρέπει να λείπει από τον ιερέα.
Περιγράφοντας ο Παύλος στο μαθητή του Τίτο τα απαραίτητα προσόντα του
ιερωμένου, λέγει: «Δει γάρ τον επίσκοπον (και γενικά τον ιερέα)
ανέγκλητον είναι ως Θεού οικονόμον, μη αυθάδη, μη οργίλον, μη πάροινον,
μη πλήκτην, μη αισχροκερδή, αλλά φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, όσιον,
εγκρατή…» (Τίτ. α’ 7-9). Και γενικά ο,τι με τη χάρη του Χριστού, δόθηκε
στη δική μας φύση, υπερφυσικό, υψηλό, άγιο, τέλειο και προπαντός η «κατά
μέθεξιν» θέωση, αποτελούν πρώτιστα κληρονομιά των ιερέων. Με την είσοδό
του στην ιερωσύνη δεν είναι πιά ο ιερέας απλό άτομο που μόνο για τον
εαυτό του ευθύνεται και θα δώσει λόγο. Είναι ο εκπρόσωπος του Θεού που
συνεχίζει το έργο της σωτηρίας του κόσμου όπως το χάραξε ο Σωτήρας μας
Ιησούς Χριστός. Είναι ο σε όλα υποχρεωμένος μιμητής του Αρχιποιμένα που
θυσίασε τον εαυτό του για το ποίμνιο.
«Εάν εμοί διακονή τις, εμοί ακολουθείτω, και όπου ειμί εγώ, εκεί και ο
διάκονος ο εμός έσται· και εάν τις εμοί διακονή, τιμήσει αυτόν ο
Πατήρ», λέγει ο Χριστός (Ίω. ιβ’ 26). Και προστακτικά παραγγέλλει:
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη’ 19). Καλεί ο Χριστός
τους μαθητές του να γνωρίσουν σε κάθε άνθρωπο την αλήθεια. Για το σκοπό
αυτό, πρέπει να γίνουμε, προπαντός οι ιερείς, «τοις πάσι τα πάντα» (Α’
Κορ. θ’ 22), διότι «Έλλησί τε και βαρβάροις, σοφοίς τε και ανοήτοις,
οφείλεται εσμέν (Ρωμ. α’ 14). Σύμφωνα με το παράδειγμα του Χριστού, του
«αρχηγού της σωτηρίας» μας, να γίνουμε ζωντανό παράδειγμα της διδαχής
μας, αποδεικνύοντας ότι αυτά που παραγγέλλουμε είναι κατορθωτά και
εφαρμόσιμα. Όπως η πίστη χωρίς τα έργα είναι σύμφωνα με το θείο Ιάκωβο
νεκρή, έτσι και η διδασκαλία είναι άψυχη, αν δε βιωθεί πρώτιστα από
εκείνο που τη διδάσκει.
Ύστερα, δεν είμαστε κήρυκες και διδάσκαλοι κάποιας ανθρώπινης
θεωρίας, κάποιου φιλοσοφικού η κοινωνικού συστήματος, αλλά διδάσκουμε
«σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην» (Α’ Κορ. β’ 7).
Αποκαλύπτουμε στους ανθρώπους το Θεό και το μυστήριο της σωτηρίας.
Ευαγγελιζόμαστε τη δωρεά της Θείας Χάρης, την κατάργηση του θανάτου, την
ανάσταση της θνητής μας φύσης, την κατάργηση της εξουσίας του διαβόλου
και την αιώνια βασιλεία του Θεού που είναι το τέρμα κάθε πόθου, κάθε
σκέψης και νοσταλγίας. Όλα αυτά αποτελούν το κύριο καθήκον του ιερέα. Το
«ποίμενε τα πρόβατά μου» και το «βόσκε τα αρνία μου», που λέχθηκε από
το Χριστό στον Πέτρο (Ίω. κα’ 15-17), επαναλαμβάνεται στον κάθε ιερέα.
Η εμπειρία του αόρατου πολέμου, η γνώση των μυστηρίων της Χάρης, οι
μορφές και ενέργειες της πλάνης, οι χαρακτήρες των ανθρώπων, οι τρόποι
της οικονομίας στη διαποίμανση των ψυχών πρέπει να είναι κτήμα των
ιερέων, διότι πως είναι δυνατό να διδαχθεί κάποιος μια τέχνη από έναν
αδαή; Η «πανοπλία» της χάρης, όπως την περιγράφει ο Παύλος (Έφεσ. στ’
11-18) είναι απαραίτητη, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο στρατηγός -ιερέας
να πολεμήσει νικηφόρα εναντίον των αρχών και εξουσιών, των
κοσμοκρατόρων του «σκότους του αιώνος τούτου». Και εάν με όλους τους
τρόπους προσπαθήσει ο ιερέας και δεν μπορέσει να γυρίσει πίσω ένα
πλανεμένο και άρρωστο πρόβατο, τότε θα πρέπει, με την εξουσία της χάρης
που έχει περιβληθεί, να έχει τη δύναμη ν’ απευθυνθεί σ’ αυτό και να
μιλήσει με αυθεντία λέγοντας, «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού γίνου υγιής» η
«έξελθε από το βάραθρον εις το οποίον έπεσες» η «αφέωνταί σου αί
αμαρτίαι» η «ανάβλεψε από την πώρωσιν της αναισθησίας σου» η το και
σπουδαιότερο, «ανάστα από της νεκρώσεως, όπου αί παντοειδείς αμαρτίαι σε
ωδήγησαν». Ναί, αδελφοί μου, αυτά είναι τα καθήκοντα και τα γνωρίσματα
του ιερέα, του κατεξοχή πνευματικού ανθρώπου, που πρέπει να «ανακρίνη
μεν πάντα», ενώ αυτός «ύπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Α’ Κορ. β’ 15).
Εάν ο απλός πιστός δεν μπορέσει να φθάσει στο πνευματικό αυτό ύψος,
τούτο δε θα παρεμποδίσει την Εκκλησία στο έργο της τόσο όσο όταν ο
ιερέας αποτύχει στην αποστολή του. Διότι ο ιερέας είναι πατέρας που
αναγεννά, φωστήρας που φωτίζει, παιδαγωγός που καθοδηγεί, γιατρός που
θεραπεύει˙ αν λοιπόν δεν είναι τέτοιος, πως θα φωτίσει και θεραπεύσει
και καθοδηγήσει τους άλλους; Τότε ασφαλώς θ’ ακούσει από τον Κύριο το,
«ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν πρώτον» (Λουκ. δ’ 23) και το φοβερό ελεγκτικό
λόγο· «Ινατί συ εκδιηγεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την
διαθήκην μου διά του στόματος σου; συ εμίσησας παιδείαν και εξέβαλες
τους λόγους μου εις τα οπίσω» (Ψαλμ. 49: 16-17).
Όσο μεγαλύτερη η ζημιά από την αποτυχία της αποστολής του ιερέα τόσο
πιο μεγάλη είναι και η ευθύνη του, και συνεπώς η καταδίκη του από τον
Αρχιποιμένα Χριστό που με το αίμα του ίδρυσε την Εκκλησία. Είναι πολύ
χαρακτηριστικά τα όσα λέγει στον Ιεζεκιήλ σχετικά με το θέμα αυτό: «Και
συ, υιέ ανθρώπου, σκοπόν (φρουρόν) δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ…». «Εάν μη
λαλήσης του φυλάξασθαι τον ασεβή από της οδού αυτού, αυτός ο άνομος τη
ανομία αυτού αποθανείται, το δε αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω»
(λγ’ 7-8). Κι αλλού προσθέτει: «Τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί τους
ποιμένας, και εκζητήσω τα πρόβατά μου εκ των χειρών αυτών και αποτρέψω
αυτούς του μη ποιμαίνειν τα πρόβατά μου (λδ’ 10). Στον Ιερεμία λέγει: «Ω
ποιμένες, οι διασκορπίζοντες και απολλύοντες τα πρόβατα της νομής μου…
Ιδού εγώ εκδικώ έφ’ ημάς κατά τα πονηρά επιτηδεύματα υμών» (κγ’ 1-2),
γι’ αυτό καλό είναι να τα έχουμε αυτά πάντοτε στη σκέψη μας για να μη
μας κυριεύσει η ραθυμία και η αμέλεια.
Βέβαια το όλο έργο του Θεού δε ματαιώνεται από την αμέλεια και την
απάθεια των λειτουργικών οργάνων, διότι ο Θεός έχει τη δύναμη να
χρησιμοποιήσει και άλλους τρόπους, η ευθύνη αυτού όμως παραμένει
ακέραιη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λόγια του Μαρδοχαίου
στην Εσθήρ που φαινόταν απρόθυμη να βοηθήσει στη ματαίωση των σχεδίων
του βασιλέα συζύγου της Αρταξέρξη για τη γενική σφαγή των Εβραίων στη
Βαβυλώνα. «Μη νομίσης ότι συ μόνη θα σωθής από όλους τους Ιουδαίους.
Διότι αν συ σιωπήσης εις την περίστασιν αυτήν, βοήθεια και προστασία εις
τους Ιουδαίους θα έλθη δι’ άλλου τρόπου, συ όμως και ο οίκος του πατρός
σου θα απολεσθήτε» (Εσθήρ δ’ 13-14).
Μη γένοιτο όμως, αγαπητοί αδελφοί τίμιο του Χριστού ιερατείο, μη
γένοιτο κάτι τέτοιο ποτέ να συμβεί με μας. Αντίθετα, η ευλογία και η
χάρη του Κυρίου μας να συνοδεύει πάντοτε όλες τις σκέψεις και ενέργειές
σας, ώστε να τελειώσουμε το δρόμο, να τηρήσουμε την πίστη για να μας
δοθεί, κατά δικαιοσύνη, ο θείος στέφανος (Β’ Τιμ. δ’ 7). Ας μη
βαρεθούμε, αδελφοί μου, τον εδώ μικρό κόπο, μικρό σε σύγκριση με την
αιωνιότητα. Ας είμαστε, σύμφωνα με τον Παύλο «τη σπουδή μη οκνηροί, τω
πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες, τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει
υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες» (Ρωμ. ιβ’ 11-12). Μη μας
τρομάζει η έκσταση της σημερινής αποστασίας και άρνησης· «τα γαρ όπλα
της στρατείας ημών ού σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν
οχυρωμάτων» (Β’ Κορ. ι’ 4). Ας μη λησμονούμε ακόμη ότι «μείζων εστίν ο
εν ημίν (Θεός) η ο εν τω κόσμω (διάβολος)» (Α’ Ίω. δ’ 4).
Ας δούμε τώρα σε τι ακριβώς συνίσταται ο αγώνας που όλοι οι πιστοί
καλούνται να διεξάγουν, πρωτοστατούντων των ιερέων. Είναι γεγονός ότι
όλοι μας ξεκινούμε από μια μη χριστιανική ζωή· όλοι μας είμαστε
αμαρτωλοί στο νου, στην προαίρεση, στην πράξη. Γι’ αυτό όλων μας ο
αγώνας συνίσταται στο να «εκδυθώμεν» τον παλαιό άνθρωπο με τις πράξεις
και τις επιθυμίες του, και να «ενδυθώμεν» τον καινό, τον «κατά Θεόν
κτισθέντα»· να μεταμορφωθούμε, να υποστούμε την «καλήν αλλοίωσιν», να
νεκρώσουμε το σώμα της αμαρτίας, για να ενδυθεί από μέσα μας ο Χριστός
που στο βάπτισμα ομολογήσαμε και που «μορφούται» μέσα μας με την «εν
Χριστώ» ζωή (Γαλ. δ’ 19).
Και ναι μεν «δυνάμει» φορέσαμε την εικόνα του επουράνιου ανθρώπου (Α’
Κορ. ιε’ 49) αντί εκείνης του χοϊκού που πριν από το βάπτισμα φέραμε·
αλλά το «δυνάμει» πρέπει να γίνει και «ενεργεία», για να υπάρξει θετικό
αποτέλεσμα. Ο Πανάγαθος Κύριός μας, αφού με το σταυρό Του μας χάρισε την
ελευθερία και την είσοδο στην αιώνια ζωή, μας δίδαξε και την πρακτική
οδό που πρέπει απαραίτητα να διανύσουμε για να επιτύχουμε την
«επαγγελίαν». Ο Πανάρετός Του βίος αποτελεί το μέτρο και το κριτήριο,
τον απαράβατο κανόνα ζωής των πιστών για όλες τις εποχές· είναι η
λεγόμενη «πρακτική» που οι Πατέρες χαρακτηρίζουν σαν «θεωρίας επίβασιν».
Τα λόγια του Λουκά «ήρξατο ο Ιησούς ποιείν τε και διδάσκειν» (Πράξ. α’
1) αποτελούν το άριστο παράδειγμα συνδυασμού θεωρίας και πράξης.
Ας θυμηθούμε όμως την περιγραφή που κάμνει ο Παύλος για τον «χοϊκόν»,
τον «παλαιόν άνθρωπον», το «σώμα της αμαρτίας», για να διαπιστώσουμε τι
είμαστε και τι υπάρχει μέσα μας, και άρα ποιόν αγώνα έχουμε να
διεξάγουμε. «Οίδαμεν -λέγει- ότι ο νόμος πνευματικός έστιν εγώ δε
σαρκικός είμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν. Ο γάρ κατεργάζομαι ου
γινώσκω· ου γάρ ο θέλω τούτο πράσσω, άλλ’ ο μισώ τούτο ποιώ… Νυνί δε
ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, άλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία. Οίδα γάρ
ότι ουκ οικεί εν εμοί, τουτ’ έστιν εν τη σαρκί μου, αγαθόν το γάρ θέλειν
παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ούχ ευρίσκω· ού γάρ ο θέλω
ποιώ αγαθόν, άλλ’ ο ου θέλω κακόν πράσσω…». Και συνεχίζει «Ευρίσκω άρα
τον νόμον τω θέλοντι εμοί ποιείν το καλόν, ότι εμοί το κακόν παράκειται·
συνήδομαι γάρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον
νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και
αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου».
Και καταλήγει στο πένθιμο δίλημμα: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! τις με
ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ’ 14-24).
Η περιγραφή αυτή μαρτυρεί τη διαστροφή που υποστήκαμε από την
αμαρτία, και τη θλιβερή καταστροφή του «κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσιν». Ο
Παύλος εδώ αποκαλύπτει τη δύναμη της αμαρτίας που βρίσκεται μέσα μας
και που όχι μόνο πείθει, αλλά και εκβιάζει την ανθρώπινη θέληση. Την
ίδια διαπίστωση βρίσκουμε και στη Γένεση, όπου αναφέρεται ότι η διάνοια
του ανθρώπου επιμελώς κείται «επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» (Γέν. η’
21).
Η διάγνωση αυτή της ασθένειας του ανθρώπου είναι πάρα πολύ χρήσιμη
για σας, ευλαβέστατο ιερατείο, γιατί εσείς είσθε και οι γιατροί και οι
κριτές από όπου θα περάσει ο παραμορφωμένος αυτός άρρωστος για να φθάσει
στην υγεία και στη ζωή. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια τέτοια
θεραπεία είναι, πρώτο, η διακοπή και απομάκρυνση των αιτίων που
ενισχύουν η που ωθούν στην αμαρτία. Δεύτερο, η ειλικρινής μετάνοια ώστε
να πείσουμε τη θεία αγαθότητα ότι μεταμελούμαστε και επιστρέφουμε
οριστικά στην πρώτη μας ομολογία. Τρίτο, είναι η εκούσια φιλοπονία όπου
υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε αγώνες και πόνους σωματικούς, για
αντιστάθμισμα της φιληδονίας όπου παρασυρθήκαμε από την αμαρτία.
Εάν η μετάνοια και η φιλοπονία διατηρηθούν με επιμονή και προθυμία,
δεν θα αργήσουν να αυξήσουν το φόβο του Θεού˙ και όταν ο φόβος του Θεού
αυξηθεί, τότε αυξάνει και ο ζήλος και δεν αισθάνεται κόπωση αυτός που
μετανοεί. Ο θείος ζήλος με τη σειρά του, όταν ανάψει, βάζει σε κίνηση
ο,τι χρήσιμο και ικανό υπάρχει στη φύση μας και τότε ο άνθρωπος με όλες
τις δυνάμεις αποδεικνύει στο Θεό ότι και τον φοβάται και τον αγαπά. Εάν ο
θείος αυτός ζήλος δεν εξανεμισθεί, αλλά παραμείνει ενεργής -και θα
παραμείνει ενεργής αν φυλάγεται η ακρίβεια ως προς τις θείες εντολές-,
τότε θα γεννηθεί μέσα μας αληθινή συναίσθηση της αμαρτωλότητας, η
συναίσθηση ότι λυπήσαμε το Θεό· από εδώ ακριβώς αρχίζει το πνευματικό
πένθος. (Τούτο στους μεν σκληρούς και αυστηρούς χαρακτήρες προξενεί
περισσότερη χαρά παρά παρηγοριά, διότι αυτοί πάντοτε αισθάνονται
καθαρότερα τη θεία αγάπη παρά τη δικαιοσύνη του Θεού). Όταν το πένθος
και το δάκρυ παραμείνουν χωρίς να σκορπισθούν και να φύγουν, μειώνεται η
δύναμη των παθών και δυναμώνουν οι αισθήσεις στο να ανθίστανται και να
μην υποχωρούν. Ανάλογα δε με τον πόθο και το ζήλο του πιστού
αποκαλύπτεται στην καρδιά του η αγάπη του Χριστού.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της θείας χάρης, όταν αυτή τεθεί σε
ενέργεια από την επίμονη μετάνοια. Από εδώ και στο εξής είναι απαραίτητη
η άσκηση της «ευχής», για να μπορέσει ο νους να μείνει στην αίσθηση της
χάρης και να διαφυλαχθεί από το μετεωρισμό, καθώς και για να φυλαχθούν
οι αισθήσεις από τη βία των παθών. Χωρίς την προσευχή τίποτε δεν είναι
δυνατό να γίνει. Ο χειρότερος εχθρός που επιβουλεύεται όλ’ αυτά είναι η
αμέλεια, η λεγόμενη από τους Πατέρες ακηδία -το αντίθετο της φιλοπονίας,
του κόπου, του αγώνα, που είδαμε ότι αποτελούν την αρχή της μετανοίας.
Αν λοιπόν η ραθυμία διακόψει την καλήν αυτή συνέχεια, τότε όλα χάνονται
και η επιστροφή είναι πολύ δύσκολη. Στη μετάνοια, οποιασδήποτε μορφής κι
αν είναι, χρειάζεται η συμπαράσταση πεπειραμένου πνευματικού γιατρού,
γιατί ο διάβολος, όταν δει τον άνθρωπο να σηκώνεται για να γυρίσει πίσω
στο Θεό, τον πολεμά πολύ περισσότερο παρά προηγουμένως, για να τον
αποθαρρύνει.
Σκοπός των πρακτικών αυτών είναι να προκαλέσουμε μέσα μας την
παρουσία και ενέργεια της Θείας Χάρης· διότι εμείς, μόνοι μας, δεν
μπορούμε να ανατρέψουμε τον «αντιστρατευόμενον τον νόμον του νοός μας
νόμον της αμαρτίας», που είναι ριζωμένος στα μέλη μας. Χωρίς λοιπόν τη
χάρη «ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν». Η φιλοπονία την προκαλεί, η αμέλεια και
η φιληδονία τη διώχνουν. Όταν τα μέλη και οι αισθήσεις παύσουν να
δουλεύουν στην αμαρτία και φωτισθούν ο νους και η καρδία και αμφότερα
υποταχθούν στην υπακοή του Χριστού, ελευθερώνεται ο άνθρωπος από την
αιχμαλωσία του νόμου της φθοράς «εις την ελευθερίαν των τέκνων του Θεού»
και γίνεται πλέον «πνευματικός», και σαν τέτοιος είναι ικανός ν’
ακούσει, όπως ο Πέτρος, «Ποίμενε τα πρόβατά μου» η «βόσκε τα αρνία μου».
Αυτά όλα ισχύουν για όλους τους πιστούς, αλλά πρώτιστα και σε κύριο
λόγο για τους ιερείς και μοναχούς. Σε μας τους ρασοφόρους αυτά πρέπει να
γίνουν μόνιμο μέλημα, διότι η πνευματικότητα δεν είναι θέμα
προαιρετικής επιλογής. Είναι το κύριο και απαραίτητο καθήκον μας και
χωρίς αυτό δεν έχουμε καν λόγο ύπαρξης. Το «πορευθέντες μαθητεύσατε
πάντα τα έθνη» προϋποθέτει μια πνευματική δύναμη που μας κάμνει ικανούς
να «δέσωμεν τον ισχυρόν και να αρπάσωμεν τα σκεύη αυτού», τα λάφυρά του
(Ματθ. ιβ’ 29). Τι άλλο είναι οι αμαρτωλοί παρά λάφυρα του διαβόλου που
τους κρατά στο δικό του θέλημα; Αυτά λοιπόν τα λάφυρα διαταχθήκαμε από
τον Κύριό μας να αρπάξουμε και να τα «μεταστήσωμεν εις την βασιλείαν του
υίου της αγάπης αυτού» (Κολασσ. α’ 13). Πόσο λοιπόν καθαροί και άγιοι
οφείλουμε να γίνουμε εμείς για να επιτύχουμε σ’ αυτή την αποστολή μας!
Γιατί, ας μη ξεχνούμε ότι, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες μας,
«φωτισθήναι δει πρώτον και είτα φωτίσαι, καθαρθήναι δει πρώτον και είτα
καθάραι».
http://vatopaidi.wordpress.com/2013/03/01/%CE%B7-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%AD%CE%B1/#more-129271